“Μπορείτε να μου πείτε τι έγινε;”. Η φωνή του Ραφαήλ σπασμένη και παγωμένη. Η Μαρί και η Κρίστι τον κοιτούσαν στα χαμένα και η Μαριλίζα πουρπούριζε στην αγκαλιά του σαν βρεγμένη γάτα.
“Αυτή η κοπελίτσα μου μίλησε άσχημα!”, είπε σχεδόν νιαουρίζοντας.
“Αυτή η κοπελίτσα έχει όνομα. Την λένε Καλίνα και για να σου μιλήσει άσχημα, την έφερες στα όριά της. Λέγε τι της έκανες!”.
Η Μαριλίζα τραβήχτηκε από την αγκαλιά του. “Συγνώμη, θα πάρεις το μέρος της;”
“Λέγε Μαριλίζα, γιατί δεν θέλω και πολύ να χάσω τον έλεγχο!”. Η Μαριλίζα δεν απάντησε. Το έπαιξε θιγμένη και του γύρισε την πλάτη. Ο Ραφαήλ έπιασε το κεφάλι με τα χέρια του και αμέσως έβγαλε το κινητό από την τσέπη και άρχισε να πληκτρολογεί…
“Όχι! Άφησέ την. Τώρα θέλει χρόνο…”, του είπε η Κρίστι ξέροντας ότι το μήνυμα ήταν για την Καλίνα. Ο Ραφαήλ την κοίταξε στα χαμένα.
“Τσακώθηκαν. Η Καλίνα την άκουσε να μιλάει άσχημα για σένα και τα πήρε στο κρανίο. Γύρισε πολύ ευγενικά και την παρακάλεσε να μιλάει πιο ευγενικά, η δικιά σου ήταν εριστική, η Καλίνα συνέχισε πολύ ευγενικά μέχρι που της είπε κάτι η άλλη και η δικιά μας μάζευε τα κομμάτια της…”
Ο Ραφαήλ τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. “Τι της είπε;”
“Άστo, Ραφ. Γ@μησ€ το!”
“Λέγε…”. Η Κρίστι δεν ήθελε να το συνεχίσει. Τους κοιτούσε και η Μαριλίζα, όμως το πρόσωπο του Ραφαήλ έδειχνε ότι πραγματικά τον ένοιαζε. Η Μαρί βγήκε μπροστά…
“‘Μάλλον είσαι και εσύ μια ακόμα κοπελίτσα που τον θέλει και έφαγε χυλόπιτα. Συγνώμη κοριτσάκι αλλά κοίτα με… Δεν έχεις καμία ελπίδα!’. Αυτό. Αυτολεξεί…”.
Ο Ραφαήλ γούρλωσε τα μάτια του από θυμό και γύρισε προς το μέρος της Μαριλίζας. “Σήκω και φύγε τώρα!”. Η Μαριλίζα έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, μα εκείνος την απώθησε με το χέρι του. “Άκουσες τι σου είπα; Πάρ’ τες όλες και φύγε!”
“Μα, μωρό μου… Έλα τώρα! Δεν έκανα τίποτα. Εκείνη έκανε ολόκληρη σκηνή!”
“Φύγε τώρα!”. Το βλέμμα του της έκοψε τα πόδια. Η Μαριλίζα πήρε τα πράγματα και την παρέα της και σηκώθηκε και έφυγε από το μαγαζί.
Ο Ραφαήλ γύρισε προς το μέρος της Κρίστι και της Μαρί, έβαλε ένα ποτό και το ήπιε μονοκοπανιά.
“Ραφ;”, ρώτησε η Μαρί. “Είσαι καλά;”.
“Πού είναι;”, τις ρώτησε.
“Δεν έχουμε ιδέα. Δεν απαντάει. Δεν έχει πάρει αμάξι οπότε δεν θα είναι μακριά!”
“Κρίστι, θα με καλύψεις;”. Η Κρίστι κούνησε καταφατικά το κεφάλι και μπήκε μέσα από το μπαρ. Έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα, ο Ραφαήλ βρισκόταν έξω από το μαγαζί.
*****
“Πόσο ηλι8ι@ είμαι; Πόσο; Τι ήθελα και εγώ να τα βάλω με τη Μαριλίζα; Έβαλα τα χεράκια μου και έβγαλα τα ματάκια μου!”. Τα δάκρυά της έτρεχαν ποτάμι και έκανε ό,τι μπορούσε για να τα μαζέψει. Δεν ήθελε να την βλέπουν έτσι οι περαστικοί. Μόλις βγήκε από το μαγαζί, πήρε τον δρόμο για την πλατεία. Έκατσε σε ένα πεζούλι τυλιγμένη με το παλτό της και έκλαιγε ασταμάτητα.
Έκλαιγε, όχι επειδή τα έβαλε μαζί της, αλλά γιατί για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, έκανε την συνειδητοποίησή της. Ήταν, είναι και θα είναι αυτό που είπε η Μαριλίζα… Μια ακόμα κοπελίτσα που τον θέλει και έφαγε χυλόπιτα. Αυτή η φράση της έκαιγε τα σωθικά. Έπρεπε επιτέλους να το καταλάβει, να ξεχάσει και να προχωρήσει.
Ο ήχος κλήσης του κινητού τηλεφώνου της, τής έκοψε το αίμα. Ο Ραφαήλ. Το σήκωσε με τρεμάμενα χέρια.
“Ναι;”
“Πού είσαι;”
“Στην πλατεία!”. Τουτ… Τουτ… Τουτ…
Η Καλίνα έμεινε να κοιτάει το κινητό της και να κλαίει ακόμα περισσότερο. Είχε χάσει τα λογικά της μαζί του από την πρώτη στιγμή που τον είδε. Έκανε υπερπροσπάθεια να τον κερδίσει. Και το είχε καταφέρει… Μπορεί όχι ερωτικά, γιατί ο ανταγωνισμός ήταν τεράστιος, όμως και εκείνος την αγαπούσε σαν φίλη. Τώρα μετά από αυτό το σκηνικό ούτε σαν φίλη δεν θα την ήθελε…
“Πάει… Τον έχασα!”, είπε στον εαυτό της και άρχισε να κλαιίει ξανά.
“Ποιον;”. Η φωνή του ακούστηκε στα αυτιά της σαν μελωδία. Τα χέρια του την γράπωσαν και την έκλεισαν στην αγκαλιά του. Τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού.
“Συγνώμη Καλίνα μου! Συγνώμη!”, έλεγε και ξαναέλεγε εκείνος σφίγγοντάς την περισσότερο επάνω του.
“Εσύ γιατί ζητάς συγνώμη; Εγώ φταίω… Εγώ δημιούργησα πρόβλημα, αλλά δεν μπορούσα να την ακούω να μιλάει έτσι για σένα. Δεν το αντέχω, πώς το λένε! Είναι άδικο! Σκέψου δηλαδή να μην ήταν και ο έρωτάς σου… Δεν αντ…”
“Ώπα… Ώπα… Φρένο! Ποιος έρωτας;”
“Έλα μωρέ, Ραφ! Όλοι ξέρουμε για την σχέση σας και πόσο την αγαπάς!”
Την απομάκρυνε από την αγκαλιά του για να την κοιτάξει στα μάτια.
“Καλίνα, μην τα μπερδεύεις! Άλλο ‘αγαπώ’ και άλλο ‘έρωτας’. Ναι, την αγαπάω την Μαριλίζα και θα την αγαπώ πάντα, αλλά έρωτας; Αυτό πιστεύεις; Έρωτας είναι να κοιτάς τον άλλον στα μάτια και να μην χρειάζεται να μιλήσεις. Απλά ένα βλέμμα και να λιώνετε και οι δύο. Έρωτας είναι να γελάς μονίμως μαζί με τον άλλον. Να μην μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Να νοιάζεσαι. Να τον σκέφτεσαι…”
“Ραφαήλ… Περίμενε…Ήρθες εδώ να μου ανακοινώσεις ότι είσαι ερωτευμένος με κάποια;”
“ΝΑΙ!”
Η Καλίνα τον έσπρωξε. “Α καλά! Είχα την Μαριλίζα και όλο το χαρέμι να χωνέψω, τώρα θα έχω και τον έρωτά σου. Καλά είπα εγώ να εξαφανιστώ. Πόσα να αντέξει αυτή η άμοιρη καρδιά; Εμένα βρήκες μωρέ; Δεν με λυπάσαι;”. Και να σου πάλι τα κλάματα.
Ο Ραφαήλ την πλησίασε… “Γιατί κλαις βρε χαζό;”
“Γιατί δεν ξέρω αν θα αντέξω κι άλλο χτύπημα. Όλον αυτόν τον καιρό καταπίνω καθετί που έχει σχέση με εσένα αμάσητο. Δεν τσακώθηκα με την Μαριλίζα γιατί την αγαπάς. Τσακώθηκα γιατί δεν σε αγαπάει. Γιατί μιλάει για σένα υποτιμητικά. Δεν σε σέβεται. Δεν σε εκτιμάει. Δεν σε θαυμάζει. Δεν σε αγαπάει! Και εγώ πονάω γιατί σε αγαπάω και όχι σαν φίλο προφανώς! Ιιιιιι!”. Έπιασε με τα δύο της χέρια το στόμα της και άρχισε να τρέμει σαν το ψάρι. Τώρα είχε ανοίξει μόνη της τον λάκκο και είχε πέσει μέσα.
“Μα και εγώ σε αγαπάω… Αυτό ήρθα να σου πω! Σ’ αγαπάω Καλίνα. Και όχι σαν φίλη!”.
Τα χέρια της έπεσαν δίπλα στο κορμί της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Το σώμα της συνέχιζε να τρέμει μα η καρδιά της έλιωνε. Ο Ραφαήλ βλέποντας την σε αυτή την κατάσταση έβαλε τα γέλια. Την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε περνώντας τα χέρια του στα μαλλιά της.
“Περίμενε, Ραφαήλ! Περίμενε, γιατί τα έχω χάσει τελείως!”
“Είναι πολύ απλό… Είμαι ερωτευμένος μαζί σου εδώ και πολύ καιρό! Είσαι εντάξει μ’ αυτό; Ε, ψυχούλα μου;”
“Ε;”, ρώτησε η Καλίνα για να σιγουρευτεί ότι δεν ονειρεύεται.
“Τι ‘ε’; Αυτή είναι η αλήθεια! Σε θέλω όσο με θες… Αν με θες ακόμα βέβαια!’
Η Καλίνα χαμογέλασε με όλο το φως και τον έρωτα που έκρυβε μέσα της.
“Πώς μπορώ να μην σε θέλω, ψυχούλα μου!”, του είπε και τον φίλησε ξανά.
Κατερίνα Μοχράνη
Τέλος
