Πάμε! Το ‘χεις!

Μπιπ… Το κινητό αναβόσβησε. «Πάμε! Το ’χεις!»

Δεν χρειάστηκε να ανοίξω το μήνυμα. Ήξερα ποια είναι. Χαμογέλασα, έκλεισα το κινητό, φόρεσα τα ακουστικά και έμεινα να χαζεύω από το παράθυρο την Αθήνα που όλο και μίκραινε καθώς το αεροπλάνο χανόταν στα σύννεφα.

Επόμενη στάση, Σλοβενία.

«Γιατί γελάς ρε;» με ρώτησε ο Τάσος, ο συναθλητής μου.
«Σκέφτομαι, Τάσο…»
«Ακούω…»

Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου και ακούμπησα το κεφάλι πίσω στο κάθισμα.

«Δεν είσαι εδώ, ε;» είπε χαμηλόφωνα ο Τάσος.

Χαμογέλασα πικρά.
«Ξέρεις ποιο είναι το θέμα;» μουρμούρισα. «Ότι σε όλο αυτό… κανένας δεν καταλάβαινε πραγματικά»

Και κάπως έτσι άρχισα να του τα λέω όλα.

Πέντε μήνες αφόρητης προσπάθειας, προπόνησης και καταπόνησης. Πέντε μήνες δυσβάσταχτης μοναξιάς. Κανένας δεν καταλάβαινε… Κανένας δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον πόνο. Την αγωνία. Τα κλάματα. Κανένας.

Πήγαινα για δουλειά, γύριζα, πήγαινα προπονήσεις, γύριζα και κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τους κόπους και τις θυσίες. Κανένας εκτός από εκείνη.

Εκείνη που εμφανίστηκε ως δια μαγείας ένα καλοκαιρινό απόβραδο μπροστά μου. Μαζεμένη και άκρως περίεργη, κοιτούσε δεξιά κι αριστερά, μα σαν της χαμογέλασα, τα μάτια της κόλλησαν πάνω μου και ένιωσα να φωτίζεται ο κόσμος. Γλυκιά και ευγενική, μα όταν της μιλούσα, απόμακρη. Δεν ξέρω γιατί. Ή μάλλον, εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να καταλάβω…

Ξεκίνησε να μου στέλνει μηνύματα μόνη της. Χάρηκα, είναι η αλήθεια. Άλλος άνθρωπος όταν μιλούσαμε έτσι. Από κοντά αποστασιοποιημένη, μα πάντα ζεστή απέναντί μου.

Και ήρθε το παγκόσμιο. Το πρώτο «Πάμε! Το ’χεις!» έκανε την εμφάνισή του και η χαρά της ήταν εμφανής ακόμα και μέσα από τα μηνύματα. Με είχε σκεφτεί… Μέσα στην καθημερινότητά της, έβαλε κι εμένα και μου έστειλε έναν καλό λόγο για να με ενθαρρύνει. Δεν ήταν υποχρεωμένη και όμως το έκανε.
Αυτό με έκανε να λιώσω. Να καταλάβω πόσο καλή είναι. Πόσο φροντιστική. Και πόσο θα την πλήγωνα αν ποτέ την έκανα δική μου.

Θυμάμαι ένα βράδυ που με πλησίασε και μου είπε πως της κόβονται τα πόδια όταν είναι κοντά μου και μετά εξαφανίστηκε. Τα ’χασα. Έμεινα να κοιτάω την πόρτα σαν μ@λάκ@ς. Τι να της έλεγα; Πώς να την πλήγωνα;
Κι όμως, με κυνήγησε η άτιμη. Ήταν σίγουρη για τη χυλόπιτα και παρ’ όλα αυτά δεν το άφησε.

Κι εγώ… κύριος.
Της μίλησα, της εξήγησα. Της είπα πως «η ζωή μου δεν μου επιτρέπει να έχω σχέση με μία κοπέλα σαν εσένα» και σαν να πατήθηκε ένα κουμπί, αρχίσαμε να μιλάμε περισσότερο.

Εγώ; Κοπέλες; Να! Με το κιλό!
Εκείνη όμως… δεν ξέρω. Υπήρχε κάτι. Ποιος, πού, πότε και γιατί, δεν είχα ιδέα.
Πω πω… και τι δεν της έχω κάνει… Τότε που φίλησα την άλλη δίπλα της; Πώς δεν μου άνοιξε το κεφάλι να λες. Και λογικό να μπλέξει και με τον άλλον μετά.
Ο «άλλος»… Ήθελα να ήξερα τι του βρήκε και γιατί ασχολήθηκε. Κρίμα τέτοιο κορίτσι… Αλλά τι να το κάνεις… Τον διάλεξε.

«Ναι, αλλά κι εσένα είχε διαλέξει και την έδιωξες!» είπε ο Τάσος.
«Δεν την έδιωξα!»
«Την έδιωξες. Και όσο τη διώχνεις, θα κάνει τη ζωή της. Όπως ακριβώς κάνεις κι εσύ τη δική σου!»
Σιωπή. «Και μετά ήρθε το πανευρωπαϊκό και…»
«Αλλάζεις θέμα, Ορφέα!»
«Σκάσε, Τάσο!»
Ο Τάσος γέλασε κι εγώ εκνευρίστηκα περισσότερο.

«Άκου… Από ό,τι καταλαβαίνω, εκείνη είναι εκεί. Ό,τι και να της κάνεις. Με όποια κι αν είσαι. Ξέρει πότε είσαι και ξέρει και πρόσωπα. Δεν την κόβω για χαζή. Εγώ θα σου πω μόνο ότι σ’ αγαπάει. Χωρίς όρους. Χωρίς προσδοκίες. Απλά σ’ αγαπάει. Και αυτό είναι σπάνιο, δικέ μου! Μην το χάσεις… Σου αξίζει να αγαπηθείς πολύ και να σε φροντίσουν πολύ. Κανόνισε!»

Χαμογέλασα αχνά. «Φωτεινή τη λένε…»

Όταν προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο, άνοιξα το κινητό μου να απαντήσω στη Φωτεινή, μα ήταν ανενεργή.

Είχα ανάγκη να της μιλήσω. Να πάρω δύναμη. Αντ’ αυτού, πήρα τον δρόμο για το γήπεδο. Θα πηγαίναμε για τα τελευταία διαδικαστικά πριν τον αγώνα και μετά ύπνος.

Ξανακοίταξα το κινητό μου. Ανενεργή τέσσερις ώρες. Πέταξα το κινητό στην τσάντα και μπήκα στο γήπεδο, κλείνοντας την πόρτα πίσω μου.

«Λοιπόν, παίδες. Ξενοδοχείο, μπάνιο και ύπνος. Αύριο είναι μεγάλη μέρα. Ορφέα, μην το σκέφτεσαι! Είσαι έτοιμος!»

Χτύπησα τον προπονητή μου φιλικά στην πλάτη και βγήκα έξω από το γήπεδο να πάρω αέρα.
Ήθελα τόσο πολύ να ακούσω ένα «Πάμε! Το ’χεις!». Ήθελα τόσο πολύ να της μιλήσω. Μακάρι να μπορούσα να της πω και τι νιώθω, αλλά πλέον δεν ξέρω αν νιώθει το ίδιο…

«Ορφέα;»

Η φωνή της μού διαπέρασε το δέρμα. Γύρισα το κεφάλι μου και την είδα πίσω μου να στέκεται φορώντας μία μπλούζα που έγραφε: «Πάμε! Το ’χεις!»

«Φωτεινή;»
Σηκώθηκα και την αγκάλιασα σφιχτά.
«Φωτεινή, γιατί είσαι στη Σλοβενία; Τι θες εδώ;»

Χαμογέλασε ντροπαλά.
«Στο είχα υποσχεθεί πως θα έρθω κάποια στιγμή! Ρώτησα τον Χάρη και μου είπε το πρόγραμμά σου, οπότε ήρθα να σε βρω. Πρώτος αγώνας μετά από τόσο καιρό. Ήθελα να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος, Ορφέα μου!»

Την αγκάλιασα με όλη την αγάπη που είχα μέσα μου. Ευχή να είχα κάνει, τόσο γρήγορα δεν θα είχε πραγματοποιηθεί. Την άρπαξα από τους ώμους και τη φίλησα στα χείλη. Εκείνη πάγωσε.

«Ορφέα… Αυτό; Το…; Εεεε…»

Την ένιωσα να τρέμει ολόκληρη και φοβήθηκα ξανά. Την ακινητοποίησα απαλά και την κοίταξα στα μάτια.

«Πες μου απλά ότι νιώθεις το ίδιο ακόμα…»
«Ποιο;»
«Αυτό που μου είχες πει τότε, Φωτεινή!»
Χαμογέλασε αχνά. «Α… Ότι μου κόβονται τα πόδια και χάνω τα λογικά μου;»
«Ναι!»
«Όχι»

Τα χέρια μου έπεσαν βαριά δίπλα στο σώμα μου και κατέβασα το κεφάλι. Τα δάχτυλά της ακούμπησαν το μάγουλό μου και σήκωσαν απαλά το πρόσωπό μου.

«Πώς μπορώ να νιώθω το ίδιο, Ορφέα μου; Αυτά που ένιωθα τότε ήταν πολύ λίγα μπροστά σε αυτό που νιώθω τώρα. Πάντα ένιωθα… και όπως το κόβω, για πάντα. Αλλά εσύ έχεις μία ικανότητα να τα διαλύεις όλα και…»

Δεν την άφησα να συνεχίσει. Τη φίλησα. Με πάθος. Με πόθο. Με αγάπη. Αγνή και ανιδιοτελή αγάπη. Την κράτησα σφιχτά πάνω μου, λες και φοβόμουν πως θα χαθεί. Τα μαλλιά της μπλέχτηκαν στα δάχτυλά μου. Το άρωμά της μου ζέστανε τα σωθικά. Τα χείλη της γεύονταν τα δικά μου.
Την ήθελα.Από την πρώτη στιγμή. Αλλά…

«Ορφέα;» ψιθύρισε χαμογελώντας. «Πρέπει να κοιμηθείς! Μόλις τελειώσεις τώρα με το πανευρωπαϊκό, έχουμε να συζητήσουμε διάφορα!»

Γέλασα χαμηλά. Φύγαμε μαζί για το ξενοδοχείο. Εκείνη θα έμενε αλλού, αλλά θα γυρίζαμε μαζί. Στην είσοδο την ξαναφίλησα. Με έσφιξε πάνω της και ένιωσα όλο το βάρος να φεύγει από μέσα μου.

«Ορφέα… Το ’χεις! Μην αμφιβάλεις ούτε στιγμή, εντάξει;»

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Χαμογέλασε.

«Σ’ αγαπάω. Είσαι ο νικητής μου»
Την κοίταξα και χαμογέλασα σαν παιδί.
«Κι εγώ σ’ αγαπάω, Φωτεινή. Πολύ»

Τη φίλησα άλλη μία φορά και την άφησα να φύγει. Και τότε κατάλαβα πως, έχοντάς τη δίπλα μου, μπορούσα να κερδίσω τα πάντα.

Κατερίνα Μοχράνη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading