Σχεδόν μαζί (Μέρος 3ο)

Προηγούμενο

Έμεινε ακόμη μία μέρα στη Βαρκελώνη. Περπάτησαν μαζί στον κήπο του Laberint d’ Horta, ανάμεσα σε πράσινους διαδρόμους που έκλειναν και άνοιγαν σαν να δοκίμαζαν την απόσταση μεταξύ τους. Το σώμα του περνούσε κοντά της περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν για να είναι τυχαίο, όχι αρκετά για να γίνει δεδομένο. Σε ένα στενό πέρασμα, το χέρι του ακούμπησε στιγμιαία τη μέση της για να της ανοίξει χώρο. Το άγγιγμα κράτησε όσο μια ανάσα. Ούτε πριν ούτε μετά. Στάθηκαν για λίγο αντικριστά, τόσο κοντά ώστε η ένταση να είναι σωματική, όχι υπόσχεση. Ο Μάξιμος έκανε το μισό βήμα πίσω, όχι απομάκρυνση, επιλογή. Η Αλεξάνδρα, κατάλαβε τότε ότι αυτό που είχε υπάρξει δεν ζητούσε συνέχεια. Ήταν πλήρες έτσι. Το επόμενο πρωί έφυγε.

Η Αλεξάνδρα γύρισε σπίτι απόγευμα. Το φως έμπαινε χαμηλά από τα παράθυρα, απλώνοντας τις σκιές στα ίδια σημεία όπως πάντα. Άφησε τη βαλίτσα δίπλα στην πόρτα χωρίς να την ανοίξει. Δεν υπήρχε βιασύνη να τακτοποιήσει τίποτα. Το σπίτι την περίμενε όπως το είχε αφήσει, ήρεμο, προβλέψιμο, ανοιχτό.

Ο Βλαδίμηρος ήταν ήδη εκεί. Καθόταν στον καναπέ με τα χαρτιά του απλωμένα στο τραπέζι, συγκεντρωμένος σε κάτι που δεν σήκωσε το κεφάλι του αμέσως. Όταν την είδε, χαμογέλασε ελαφρά, σαν να επιβεβαίωνε ότι όλα βρίσκονταν στη σωστή θέση.

«Γύρισες»

«Ναι»

Δεν τη ρώτησε πώς ήταν. Δεν τη ρώτησε πότε έφυγε. Το ταξίδι της δεν είχε ζητήσει ποτέ αφήγηση. Της έκανε χώρο στον καναπέ και εκείνη κάθισε δίπλα του, αφήνοντας το σώμα της να βρει τη γνώριμη στάση του.

Μίλησαν για μικρά πράγματα. Για τη μέρα του. Για κάτι που έπρεπε να κανονίσουν την επόμενη εβδομάδα. Οι λέξεις κυλούσαν εύκολα, χωρίς τριβή. Η Αλεξάνδρα άκουγε και απαντούσε, όχι από συνήθεια αλλά από επιλογή. Παρατηρούσε τον τρόπο που εκείνος έγερνε ελαφρά μπροστά όταν μιλούσε, τον ρυθμό του, τη σιγουριά του. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κι όμως, κάτι δεν ταίριαζε πια ακριβώς.

«Να κλείσουμε εκείνο το Σαββατοκύριακο που λέγαμε;», είπε κάποια στιγμή. Η φράση ειπώθηκε απλά, σαν συνέχεια μιας συζήτησης που δεν είχε ποτέ αμφισβητηθεί.

Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε. Όχι διερευνητικά. Καθαρά. Για πρώτη φορά, ένιωσε ότι η απάντηση δεν ήταν δεδομένη. «Να το δούμε», είπε.

Ο Βλαδίμηρος έγνεψε, χωρίς να επιμείνει. Σημείωσε κάτι στο μυαλό του και συνέχισε να μιλά για κάτι άλλο. Η στιγμή πέρασε χωρίς βάρος, χωρίς ένταση.

Και όμως, η Αλέξανδρα ήξερε: δεν είχε πει «ναι» όπως πάντα. Και αυτό δεν ήταν αμέλεια. Ήταν μετατόπιση.

Το μήνυμα ήρθε νωρίς, με εκείνη τη λιτή ακρίβεια που δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας. ‘Είμαι στην Αθήνα για λίγες ώρες. Αν θες, έναν καφέ. Κάπου ψηλά’. Δεν υπήρχε πρόσκληση. Υπήρχε βεβαιότητα.

Συναντήθηκαν αργά το απόγευμα, σε ένα ήσυχο σημείο με θέα την Ακρόπολη. Η πόλη απλωνόταν από κάτω τους σαν κάτι που δεν χρειαζόταν πια εξήγηση. Ο βράχος στεκόταν απέναντι, ακίνητος, με εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, απλώς είναι.

Ο Μάξιμος ήταν ήδη εκεί. Σηκώθηκε όταν την είδε, όχι από ευγένεια, αλλά με εκείνη τη φυσική ακρίβεια των ανθρώπων που ξέρουν πότε η παρουσία γίνεται χειρονομία. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω της μια στιγμή παραπάνω απ’ όσο απαιτούσε η τυπικότητα. Όχι εξεταστικά. Σαν αναγνώριση. «Χαίρομαι που ήρθες,» είπε. Η φωνή του ήταν χαμηλή, σταθερή. Από αυτές που δεν ανεβαίνουν για να ακουστούν, σε κάνουν να πλησιάσεις.

Κάθισαν αντικριστά. Η απόσταση ήταν μετρημένη, σχεδόν τελετουργική. Δεν υπήρχε τίποτα να κρυφτεί. Ούτε κάτι να αποδειχθεί.

Για λίγο κοίταζαν την πόλη. Ο Μάξιμος έγειρε ελαφρά πίσω στην καρέκλα του, άνετος μέσα στο σώμα του, σαν άνθρωπος που δεν βιάζεται να πει το σωστό γιατί ξέρει ότι θα ειπωθεί μόνο του.

«Στη Βαρκελώνη», είπε τελικά, «δεν έγινε αυτό που οι περισσότεροι θα ονόμαζαν ιστορία». Χαμογέλασε ελάχιστα. Όχι ειρωνικά. Σαν να είχε ήδη συμφιλιωθεί με αυτό. «Και ακριβώς γι’ αυτό είχε αξία».

Η Αλεξάνδρα ένιωσε τη φράση να διαπερνά χωρίς αντίσταση.

«Οι άνθρωποι νομίζουν ότι η ένταση ζητά λύση», συνέχισε. «Στην πραγματικότητα, ζητά ακρίβεια. Κι εσύ την κράτησες». Την κοίταξε τώρα κατευθείαν. Το βλέμμα του δεν είχε υπόσχεση. Είχε βάθος. Από εκείνα που σε κάνουν να θες να σταθείς λίγο πιο ίσια.

«Δεν ήρθα για να σου πω τι να κάνεις», είπε. «Ούτε για να σου ανοίξω δρόμο. Αυτός υπάρχει ήδη». Σιώπησε για μια ανάσα. «Ήρθα μόνο για να σου πω ότι δεν χρειάζεται να μικρύνεις τον εαυτό σου για να χωρέσει σε καμία επιλογή».

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε αργά. Όχι από συγκίνηση. Από αναγνώριση. «Κι εσύ;» τον ρώτησε. «Πάντα έτσι φεύγεις;».

Ένα καθαρά γοητευτικό χαμόγελο εμφανίστηκε στο στόμα του. «Φεύγω όταν έχω πει αυτό που πρέπει. Και όταν ξέρω ότι ο άλλος μπορεί να το κρατήσει μόνος του».

Σηκώθηκε πρώτος. Όχι από βιασύνη. Από μέτρο. Έκανε το γνώριμο μισό βήμα πίσω, όχι απομάκρυνση, αλλά παραχώρηση χώρου. Σαν άνθρωπος που δεν παίρνει ποτέ κάτι που δεν του προσφέρεται ολόκληρο. «Να εμπιστευτείς αυτό που είδες», είπε χαμηλά. «Και να μην το προδώσεις για ευκολία».

Χώρισαν χωρίς υπόσχεση, χωρίς μετά. Η πόλη συνέχισε να κινείται από κάτω τους. Ο βράχος έμεινε στη θέση του. Και αυτή τη φορά, ο Μάξιμος δεν άφησε πίσω του έλλειψη. Άφησε στάση ζωής. Η Αλεξάνδρα δεν την σκέφτηκε αμέσως. Δεν την ανέλυσε. Την κουβάλησε μέσα της όπως κουβαλάς κάτι που δεν είναι βάρος, αλλά αλλάζει τον τρόπο που περπατάς.

Γύρισε στο σπίτι χωρίς να ψάχνει σημάδια. Χωρίς να συγκρίνει. Μόνο με εκείνη τη σιωπηλή ακρίβεια που έρχεται όταν κάτι έχει ήδη πάρει θέση.

Ο Βλαδίμηρος γύρισε στην ώρα του. Όπως πάντα. Άφησε τα κλειδιά στο ίδιο σημείο, έβγαλε το σακάκι, πήγε κατευθείαν στην κουζίνα. Η Αλεξάνδρα ήταν ήδη εκεί.

«Έφαγες;» τη ρώτησε, κοιτώντας μέσα στο ψυγείο.

«Όχι»

«Θα φτιάξω κάτι», είπε. Όχι σαν πρόταση. Σαν συνέχεια.

Άναψε το μάτι, έβγαλε ένα τηγάνι. Οι κινήσεις του ήταν σίγουρες, γνώριμες, σαν άνθρωπος που ξέρει ότι ο κόσμος του λειτουργεί. Δεν τη ρώτησε τι θέλει. Δεν την κοίταξε καν.

Η Αλεξάνδρα τον παρατηρούσε. Όχι με ενόχληση. Με καθαρότητα. «Αύριο έχω εκείνο το δείπνο», είπε. «Θα αργήσω». Η φράση ειπώθηκε όπως λέγονται τα γεγονότα του καιρού. Χωρίς βάρος.

«Καλά», απάντησε εκείνη.

Έριξε λάδι στο τηγάνι. Ο ήχος γέμισε τον χώρο. Κάποτε, αυτός ο ήχος σήμαινε σπίτι.

«Να κοιμηθείς», πρόσθεσε. «Μην με περιμένεις». Και τότε ήταν που κάτι ράγισε. Όχι γιατί είπε κάτι λάθος. Αλλά γιατί δεν είπε τίποτα άλλο.

Η Αλεξάνδρα κατάλαβε ότι εκείνη η ζωή δεν απαιτούσε πια την παρουσία της — μόνο τη διαθεσιμότητά της.

«Βλαδίμηρε», είπε ήρεμα.

Εκείνος γύρισε για πρώτη φορά προς το μέρος της. «Ναι;».

Τον κοίταξε. Περίμενε κάτι. Μια ερώτηση. Ένα βλέμμα που να την πιάνει ολόκληρη. Δεν ήρθε.

«Τίποτα», είπε τελικά. Και αυτή τη φορά, το τίποτα ήταν αλήθεια.

Έφαγαν σχεδόν σιωπηλοί. Ο Βλαδίμηρος μιλούσε για τη μέρα του, για ανθρώπους χωρίς πρόσωπο, για πράγματα που έπρεπε να γίνουν. Εκείνη άκουγε. Όπως πάντα. Μόνο που τώρα, άκουγε απ’ έξω.

Όταν τελείωσε, σηκώθηκε πρώτος. Μάζεψε το πιάτο του, το άφησε στον νεροχύτη. «Πάω να κάνω ένα ντους», είπε.

Δεν περίμενε απάντηση. Η Αλέξανδρα έμεινε μόνη στο τραπέζι. Το πιάτο της ήταν ακόμη σχεδόν γεμάτο. Το κοίταξε χωρίς σκέψη. Χωρίς συναίσθημα. Κατάλαβε τότε κάτι που δεν είχε όνομα μέχρι εκείνη τη στιγμή: δεν υπήρχε σύγκρουση να λυθεί. δεν υπήρχε πρόβλημα να συζητηθεί. Υπήρχε μόνο μια ζωή που συνέχιζε χωρίς εκείνη, κι εκείνη απλώς βρισκόταν μέσα της.

Σηκώθηκε. Δεν μάζεψε το τραπέζι. Πήγε στο δωμάτιο και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Δεν κοίταξε το είδωλό της. Δεν σκέφτηκε τον Μάξιμο. Δεν σκέφτηκε το αύριο. Σκέφτηκε μόνο αυτό: όταν παύεις να χωράς στον άλλον, όχι επειδή μεγάλωσες, αλλά επειδή δεν σε επιλέγουν πια συνειδητά, δεν είναι ελευθερία. Είναι ένδειξη. Και αυτή η ένδειξη δεν γινόταν πια να αγνοηθεί.

Αφροδίτη Αυγερινού

Συνεχίζεται

One response to “Σχεδόν μαζί (Μέρος 3ο)”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading