Αέλια – Μέρος 1ο

Η φωτεινή επιγραφή του Κάλενταρ φάνηκε στη στροφή του πλακόστρωτου δρόμου και η Αέλια με τις φίλες της τάχυναν το βήμα τους πιασμένες αγκαζέ. Μπήκαν στο μπαρ και είδαν άδεια την αγαπημένη τους θέση με τον βελούδινο καναπέ και τον στρογγυλό καθρέφτη στον τοίχο.

«Κοσμοπόλιταν, παρακαλώ», παράγγειλε η Αέλια κλείνοντας τη βεντάλια της. Την άφησε πάνω στο τραπέζι με το πολύχρωμο μωσαϊκό σχέδιο και τα κορίτσια βολεύτηκαν τριγύρω.

«Έχουν αλλάξει πολλά άλλα όχι αυτό», είπε η Στέλλα για το ποτό τους.

«Σωστά, είναι το μόνιμο σημείο αναφοράς», συμφώνησε η Αέλια και κοίταξε το ρολόι της. «Έχει αργήσει», σκέφτηκε.

«Ακούσατε για το καινούργιο εστιατόριο που άνοιξε στο κέντρο; Τι λέτε να πάμε την επόμενη εβδομάδα;», τους πρότεινε η Κική.

«Αν είναι αυτό που άνοιξε στη θέση του Μπιστρό, θέλω σίγουρα να πάμε», συμφώνησε η Στέλλα και τύλιξε το δάχτυλο γύρω από μια τούφα που έπεσε πάνω στα πράσινα μάτια της.

«Εκτός Κυριακής, γιατί περιμένω τους γονείς μου. Έρχονται για το γάμο του Αντωνίου. Έχουν καλέσει όλον τον Όμιλο», είπε η Αέλια.

«Και εμείς είμαστε καλεσμένοι», αναφώνησε η Κική, κόρη πλοιοκτήτη και εκείνη.

«Κοιτάξτε ποια μπήκε μόλις μέσα».

Ένας σερβιτόρος πλησίασε τη νεαρή γυναίκα που στεκόταν στην είσοδο. Την οδήγησε στο τραπέζι, ενώ όλα τα βλέμματα έπεσαν πάνω στο στενό φόρεμά της, που έλαμπε από τις χρυσές παγιέτες.

«Άλλο ένα Κοσμοπόλιταν, παρακαλώ», είπε στον σερβιτόρο μαντεύοντας την επιλογή των κοριτσιών. «Συγγνώμη που άργησα, πέρασα από την κλινική να δω τον αδερφό μου και καθυστέρησα».

«Μην απολογείσαι, γλυκιά μου, είχαμε καμία εξέλιξη;», ρώτησε η Αέλια πιάνοντας το χέρι της.

«Όχι, τίποτα ακόμα. Ας πούμε καλύτερα για το ταξίδι της Κικής», πρότεινε η Αναστασία και δάγκωσε τα χείλη της.

«Όπως σας είχα πει, ο Ιωάννης ασχολείται πλέον επαγγελματικά με τη ξιφασκία. Θα πάρει μέρος στο τουρνουά της Ζυρίχης. Φεύγουμε σε λίγες εβδομάδες!», ανακοίνωσε ενθουσιασμένη η Κική.

«Σε κάθε φανταστική νέα αρχή!», αναφώνησε η Αναστασία και τα κορίτσια τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.

Επέστρεφαν στο σημείο που τους περίμενε ο οδηγός, όταν αποφάσισαν να μπουν σε ένα στενό για να φτάσουν πιο γρήγορα στη διασταύρωση. Ξαφνικά, ένας άγνωστος άντρας έπεσε απότομα πάνω στην Αναστασία. Άρχισε να τραβάει την τσάντα της τόσο ορμητικά, που το κούμπωμα έσπασε και τα πράγματά της σκόρπισαν στο δρόμο.

«Αχρείε, τι έκανες;», φώναξε η Αναστασία και έσκυψε στον δρόμο να μαζέψει τα πράγματά της. Όταν σήκωσε το βλέμμα της, είδε την λεπίδα του σουγιά του μπροστά στο πρόσωπό της.

«Κάνε πίσω», την πρόσταξε σπρώχνοντάς την βίαια από τον ώμο. «Βγάλε το κολιέ σου και εσείς τα κοσμήματά σας!».

«Νομίζεις πως δεν θα σε δουν εδώ;», του είπε με θάρρος η Αναστασία.

Ο άντρας έστρεψε το μαχαίρι του απειλητικά προς το μέρος της, σέρνοντας τα βαριά του πόδια. Τα κορίτσια τρομαγμένα έβαλαν τις φωνές.

«Μη!», τον παρακάλεσε η Αέλια και έβγαλε τρέμοντας από τον λαιμό της την χρυσή αλυσίδα με το πράσινο σμαράγδι που φορούσε.

Η Στέλλα προσπαθούσε να ξεκουμπώσει το ασημένιο της ρολόι, όταν μια παρέα αντρών που περνούσε τις είδε και άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος τους. Ο άντρας άκουσε τα βήματά τους και το έβαλε στα πόδια βρίζοντας. Δεν είχε καταφέρει να πάρει τίποτα μαζί του.

«Είσαι καλά;», την ρώτησε ένας από τους άντρες, μα η Αέλια ανάσαινε βαριά και δεν μπορούσε να του απαντήσει. Κοιτούσε το πρόσωπό του θολωμένη από τα δάκρυα χωρίς να μπορεί να τον ευχαριστήσει.

«Είναι σε σοκ», αποκρίθηκε η Αναστασία και την πήρε στην αγκαλιά της.

«Θα καλέσω την αστυνομία και επιστρέφω», τους είπε ο νεαρός άντρας. «Καθίστε όλες εκεί», έδειξε με το δάχτυλό του την άκρη του δρόμου. «Κωστή, Τόνι, μείνετε μαζί τους», φώναξε στους φίλους του.

Τα τρία αγόρια έμειναν εκεί μέχρι να έρθει ο οδηγός της λιμουζίνας να τις παραλάβει και ο υπάλληλος της αστυνομίας πήρε κατάθεση από όλους.

Πέρασαν αρκετά πρωινά που η Αέλια ξυπνούσε με την άσχημη ανάμνηση εκείνης της νύχτας. Με αργά βήματα πήγε στο μπάνιο και γέμισε τη μπανιέρα με ζεστό νερό, ενώ η οικονόμος της τακτοποιούσε το δωμάτιο. Ζήτησε τσάι και κατέβηκε στον κήπο φορώντας μαύρα γυαλιά ηλίου. Από πίσω, η μικρή της γάτα ακολουθούσε τα βήματά της και ξάπλωσε μαζί της στο ανάκλιντρο. Ο ήλιος από πάνω τους έλαμπε, το γρασίδι μοσχοβολούσε και το αεράκι ανακάτευε το άρωμά του με τα λουλούδια του κήπου. Ήταν μια τέλεια ημέρα να είσαι γάτα. Η Αέλια της πέταξε το αγαπημένο της μπαλάκι και η μικρούλα έτρεξε να το πιάσει πριν πέσει πάλι στην πισίνα. Άνοιξε έναν φάκελο που άφησε η κυρία Φράνσις μαζί με το τσάι της και άρχισε να ξεφυλλίζει το προσευχητάρι της, αφήνοντας πού και πού δυνατούς αναστεναγμούς να ακουστούν μέχρι ψηλά. Αυτό το «γιατί» που βασανίζει τόσους πολλούς.

«Δεσποινίς Παπαγεωργίου!», την φώναξε ο ταχυδρόμος από την πύλη της έπαυλης και η Αέλια πήγε κοντά χαμογελώντας στον μικροκαμωμένο κύριο. Φορούσε όπως πάντα γιλέκο και έναν παλιό μπερέ σε ναυτικό στυλ. Η τσάντα με τα γράμματα ήταν περασμένη στους ώμους του.

«Καλημέρα, κύριε Παναγιώτη, τι κάνετε;».

«Πολύ καλά, δεσποινίς. Υπογράψτε εδώ, παρακαλώ».

«Έχετε κάτι για εμένα;».

Η γνώριμη φωνή του την ξάφνιασε και η Αέλια παρατράβηξε την τελευταία γραμμή της υπογραφής της.

«Όχι κύριε, δεν έχω κάτι άλλο. Καλή σας μέρα», απάντησε ο ταχυδρόμος και έφυγε δίνοντας το δέμα στην Αέλια.

«Εσύ είσαι;», τον ρώτησε με δισταγμό.

«Δεν με αναγνώρισες;», είπε δείχνοντας με το δάχτυλό του την πολυκατοικία απέναντι από το σπίτι της. «Γύρισα», έβαλε τα χέρια του στις τσέπες.

«Όχι, έχω τόσα χρόνια να σε δω», εξήγησε η Αέλια. «Γι’ αυτό δεν σε αναγνώρισα και εκείνο το βράδυ».

Παρατήρησε τα ρούχα του πόσο πιο προσεγμένα ήταν και τα μαλλιά του που είχαν μακρύνει πολύ. Ήταν πιο αδύνατος από ό,τι θυμόταν και ούτε τα γυαλιά του φορούσε πια.

«Δεκαεπτά χρόνια για την ακρίβεια. Έχω επιστρέψει λίγο καιρό και μέχρι να ετοιμάσω το διαμέρισμα, μένω σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο. Είσαι καλύτερα από τότε; Είχες τρομάξει πολύ».

«Ναι και σε ευχαριστώ πολύ για ό,τι έκανες, Πέτρο», χαμήλωσε το βλέμμα της.

«Μην το λες, χαίρομαι που δεν πρόλαβε να σας πειράξει».

Ένα φορτηγό σταμάτησε έξω από την πολυκατοικία και ο Πέτρος την χαιρέτισε βιαστικά για να συναντήσει τους εργάτες.

Μπαίνοντας ξανά στο παλιό του σπίτι, άφησε τις εικόνες και τις μυρωδιές να τον οδηγήσουν. Σκέφτηκε ότι ίσως δεν ήταν κακή ιδέα που επέστρεψε στην Ελλάδα. Τράβηξε τις κουρτίνες της μπαλκονόπορτας και το φως που ξεχύθηκε χόρεψε με τη σκόνη απ’ άκρη σε άκρη. Τα είχε εγκαταλείψει όλα τόσο βιαστικά τότε που έχασε τους γονείς του. Ήταν οικογενειακοί φίλοι με τους γονείς της και είχαν περάσει μαζί τα παιδικά τους χρόνια. Έπρεπε όμως τότε να τα αφήσει όλα πίσω του και να φύγει για να συνέλθει. Πάλεψε σκληρά για να σπουδάσει σε μια ξένη χώρα και να διεκδικήσει μια θέση στον δικηγορικό χώρο. Έκανε πολλούς νέους φίλους στο Λονδίνο όσα χρόνια έμεινε εκεί. Τον ρατσισμό, την απόρριψη, τη νοσταλγία, την απομόνωση. Κάθε πρωί κοστούμι, σφιχτή γραβάτα, φάκελοι και καφές στο χέρι. Κάθε βράδυ ουίσκι, πολυθρόνα και σαξόφωνο. Λάτρης της τζαζ, του καπνού και του Δούκα, του πορτοκαλί αλητόγατου που γυρνούσε στις γειτονιές και τρύπωνε από το παράθυρο για να αράζει κάτω από το πικάπ. Καλοταξιδεμένες μουσικές, μυρωδιές ξύλου και βροχής, θαμμένες αναμνήσεις, τα χάραξε όλα η βελόνα του πικάπ. Έκλεινε τα μάτια του και τα έβρισκε όλα εκεί, γραμμένα με πόνο και λαχτάρα που τόσο αχόρταγα τον πήγαιναν σε όλα τα μέρη του μυαλού. Αυτά τον κράτησαν ζωντανό. Τα χάραξε όλα στους στίχους της. Η βελόνα, η νύχτα, οι αιώνιες ερωμένες που κεντάνε επιλεκτικά.

Εκείνη τη νύχτα, η Αέλια φόρεσε ένα κατάλευκο δαντελένιο φόρεμα. Καληνύχτισε τον φρουρό και τότε το είδε ξεχασμένο στο γραμματοκιβώτιο. Ήταν η επιστολή του Πέτρου. Ήξερε ότι την αναζητούσε. Το παράθυρο στο διαμέρισμά του είχε φως. Ένας κύριος άνοιγε την πόρτα της πολυκατοικίας κρατώντας δεμένο με λουρί το λαμπραντόρ του. Πλησίασε γρήγορα ζητώντας του να κρατήσει την πόρτα ανοιχτή και ανέβηκε ένα ένα τα σκαλοπάτια του κτιρίου παρατηρώντας το εσωτερικό του. Πρέπει να ήταν εννιά χρονών όταν χτύπησε το πόδι της σε ένα από αυτά τα σκαλιά ενώ έπαιζε κυνηγητό με τον Πέτρο και τα υπόλοιπα παιδιά. Έλειψε λίγες μέρες από το σχολείο και εκείνος την επισκεπτόταν στην έπαυλη, φέρνοντας μαζί του ένα βαλιτσάκι με τα εργαλεία του γιατρού. Το ασανσέρ, που δεν δούλευε τώρα, ήταν το αγαπημένο τους σημείο στο κρυφτό. Ούτε αυτή τη φορά πρόσεξε το τελευταίο σκαλοπάτι και μάταια προσπάθησε να κρατηθεί από το κάγκελο της σκάλας.

Στάθηκε έξω από την πόρτα με τον αριθμό 11 κουτσαίνοντας στο ένα πόδι και χτύπησε τρεις φορές μέχρι να της ανοίξουν. Μια νεαρή κοπέλα που φορούσε μακριά σατέν ρόμπα και ροζ παντοφλάκια με φτερά εμφανίστηκε. Έβαλε το χέρι στο στόμα για να κρύψει το χασμουρητό της και τέντωσε το άλλο βαριεστημένα.

«Είναι εδώ ο Πέτρος;», την ρώτησε ικετευτικά η Αέλια.

«Ναι, μισό λεπτό, ντύνεται», απάντησε εκείνη.

«Ευχαριστώ και συγγνώμη για την ενόχληση», απολογήθηκε.

Εκείνος εμφανίστηκε στην πόρτα χωρίς μπλούζα φορώντας μόνο σορτς και αθλητικά. Κρατούσε μια μικρή πετσέτα και σκούπιζε τα βρεγμένα μαλλιά του.

«Τι ευχάριστη έκπληξη! Πέρασε μέσα».

«Όχι, όχι σε ευχαριστώ. Ήρθα μόνο να σου φέρω αυτό», είπε δίνοντάς του την επιστολή.

«Τέλεια, δεν ξέρεις πόσο χρειαζόμουν αυτή τη σύσταση. Τι λες να φάμε αύριο το βράδυ μαζί;».

«Έχω κανονίσει με τα κορίτσια», μουρμούρισε ενώ είχε αρχίσει να ιδρώνει από τον πόνο.

«Κυριακή τότε; Να πιούμε κανένα ποτό;».

«Θα… Θα έρθουν οι γονείς μου», είπε και δάκρυα ξεγλίστρησαν από τα μάτια της.

«Μα τι έχεις; Είσαι καλά;».

«Γλίστρησα στο σκαλοπάτι, Πέτρο», έδειξε τον αστράγαλο της που είχε πια πρηστεί.

«Πρέπει να σε δει γιατρός, περίμενε με εδώ, έρχομαι αμέσως».

Η Αέλια στηριγμένη στο κεφαλόσκαλο τον περίμενε να ετοιμαστεί. Το λαμπραντόρ που γύρισε από την βόλτα του κούρνιασε στα πόδια της και δεν σηκώθηκε μέχρι που ο Πέτρος την πήρε στα χέρια του.

Στο εφημερεύον νοσοκομείο διέγνωσαν ελαφρύ διάστρεμμα και συνέστησαν ξεκούραση. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να βρει αντικαταστάτη στο γραφείο για λίγες εβδομάδες.

Επέστρεψαν σπίτι της λίγες ώρες μετά και την βοήθησε να βολευτεί στην πολυθρόνα. Η κυρία Φράνσις που επέστρεψε έκτακτα, τους ετοίμασε τσάι και ειδοποίησε τον οικογενειακό ιατρό να περάσει το επόμενο πρωί.

«Σου είχα πει να το προσέχεις αυτό το σκαλοπάτι».

«Θυμάσαι που ερχόσουν και με εξέταζες με το μοιρογνωμόνιο και το παλιό ρολόι τσέπης του μπαμπά σου;».

«Και σε τύλιγα με γάζες που έπαιρνα κρυφά από το μπάνιο. Ανέμελα χρόνια αυτά. Οι γονείς σου μας έψαχναν και εμείς κρυβόμασταν στην σοφίτα. Αλήθεια, τι κάνουν τώρα οι δικοί σου;».

«Ζουν μόνιμα στην Ιταλία, στο πατρικό της μαμάς μου. Άνοιξε μια μικρή μπουτίκ στη Σικελία και εγώ ανέλαβα τον Όμιλο εδώ».

«Θυμάμαι πόσο αγαπούσε τα ρούχα η μαμά σου. Είχε ράψει ένα πολύχρωμο φόρεμα στην μαμά μου που το φορούσε στην εκκλησία. Είχε μπροστά και έναν…»

«Έναν μεταξωτό φιόγκο!», συμπλήρωσε η Αέλια.

«Το θυμάσαι! Να βάλω μουσική να ακούσουμε; Σου αρέσει η τζαζ;».

«Όχι ιδιαίτερα, αλλά δεν έχω πρόβλημα, διάλεξε εσύ».

«Πες μου λοιπόν, τι άλλο θυμάσαι;» την ρώτησε.

Θυμόταν να στέκεται στο παράθυρο του δωματίου της. Περίμενε τους γονείς της να την φωνάξουν και παρακολουθούσε τον δρόμο να γεμίζει κόσμο. Μαυροφορεμένοι άνθρωποι να συζητούν, να πίνουν κονιάκ και να τρώνε βουτήματα στον κήπο. Ήταν η πρώτη βροχή του χρόνου, αραιή και απαλή ίσα ίσα για να μυρίσει ο τόπος βρεγμένο χώμα. Η αδερφή της μαμάς του, η Χριστίνα, βαστούσε καμπουριασμένη τον Πέτρο από τους ώμους. Ήταν η μόνη που δεν έκλαιγε, άφησε τον ανιψιό της να κλάψει τη μάνα του. Τον κρατούσε ακούραστα για να μπορεί να στέκεται στα πόδια του. Θυμός και απόγνωση. Ένας μεθυσμένος οδηγός τους χτύπησε με το αυτοκίνητο τη νύχτα ενώ γύριζαν σπίτι τους. Η μητέρα του και ο άλλος οδηγός πέθαναν ακαριαία, ενώ ο πατέρας του πάλεψε μάταια μέχρι να φτάσει το ασθενοφόρο. Η Χριστίνα σήκωσε το τηλέφωνο εκείνο το βράδυ για να μάθει ότι ο ανιψιός της είχε μείνει ορφανός.

«Τις παρέες σου θυμάμαι στο γυμνάσιο», είπε χωρίς να του αποκαλύψει τι πραγματικά σκεφτόταν. «Ένας που παίζατε ποδόσφαιρο κάθε Σάββατο στο πάρκο;».

«Ο Βασίλης, κολλημένος με τη μπάλα ακόμα, προπονεί μια ομάδα κάπου στα βόρεια».

«Και ένας ψηλός μελαχρινός με γυαλάκια;».

«Ο Δημήτρης, είναι λογιστής, μένει στο Ρέθυμνο με τη γυναίκα του. Πολύ καλά παιδιά όλα».

«Χαθήκατε;».

«Λίγο πολύ ναι, έκανα όμως καινούργιους φίλους και βρισκόμασταν κάποια καλοκαίρια που γυρνούσα στην Ελλάδα».

«Οι ξαδέρφες σου και η θεία Χριστίνα; Σε αγαπούσαν πάρα πολύ. Η θεία σου μας φίλευε εκείνα τα μαλακά μπισκότα που μοσχοβολούσαν βούτυρο».

Το βλέμμα του σκοτείνιασε αλλά χωρίς δισταγμό της εκμυστηρεύτηκε.

«Σταμάτησα να τους γράφω και απομακρυνθήκαμε. Δεν βρήκα τρόπο να τις πλησιάσω ξανά τόσο καιρό».

Η Αέλια συγκινήθηκε μπροστά στην ειλικρίνειά του και του έπιασε το χέρι.

«Όλα φτιάχνουν», του είπε.

Η πόρτα χτύπησε και η κυρία Φράνσις υποδέχτηκε τα κορίτσια.

«Καλησπέρα», χαιρέτισαν με μια φωνή και αγκάλιασαν τη φίλη τους. Κρατούσαν ανθοδέσμες με λευκά τριαντάφυλλα που ήταν τα αγαπημένα της λουλούδια και μια γαλλική σαμπάνια.

«Εγώ είμαι η Κική», συστήθηκε πρώτη η μικροκαμωμένη της παρέας. Είχε τα ξανθά μαλλιά της πιασμένα κοτσίδα με μια όμορφη κορδέλα να κρέμεται σχηματίζοντας έναν φιόγκο στην κορυφή.

«Πέτρος, χαίρομαι που σε βλέπω».

«Στέλλα», είπε δίνοντας το χέρι της.

«Γειά σου».

«Εσύ είσαι ο νεαρός που έδιωξε με την παρέα του εκείνον τον άθλιο που προσπάθησε να μας ληστέψει, σωστά; Εγώ είμαι η Αναστασία».

«Γειά σου. Μου φαίνεται γνωστή η φυσιογνωμία σου».

«Είμαι ηθοποιός! Ακόμα δεν προβάλλονται εδώ οι ταινίες μου, μόνο Αμερική και Λονδίνο», κοκκίνισαν τα μάγουλά της.

«Ζουσα στο εξωτερικό πολλά χρόνια, είναι πιθανό να έχω δει ταινία σου. Εσύ, Στέλλα, με τι ασχολείσαι;» ρώτησε ο Πέτρος.

«Είμαι σχεδιάστρια, κατασκευάζω κοσμήματα. Η οικογένειά μου είναι πάππου προς πάππου έμποροι πολύτιμων λίθων. Ετοιμάζω τώρα μια νέα συλλογή αλλά δεν έχω αποφασίσει όνομα ακόμα».

«Εγώ επιμένω Inamoratta», είπε η Αέλια.

«Πόσο καιρό έχω να την ακούσω να μιλάει Ιταλικά», σκέφτηκε ο Πέτρος.

«Συμφωνώ, άλλωστε δεν κρύβεται ο έρωτας με τον εφοπλιστή», την πείραξε η Αναστασία και γέμισε με σαμπάνια τα κολονάτα ποτήρια πάνω στο σκαλιστό μπουφέ.

Το μεγάλο σαλόνι με το τζάκι ήταν όπως και το υπόλοιπο σπίτι, ακόμα διακοσμημένο σύμφωνα με το γούστο της Ναταλί, της μητέρας της. Τέσσερις καναπέδες κύκλωναν ένα μεγάλο ξύλινο τραπεζάκι με σκαλιστά λουλούδια και δύο πολυθρόνες με υποπόδια ήταν κοντά στο τζάκι. Ένας πίνακας που απεικόνιζε τη γέφυρα του Καρόλου στην Πράγα κρεμόταν από πάνω τους και καλάθια με μεταξωτές κουβέρτες και βάζα δαπέδου με διακοσμητικά λευκά φτερά τριγύρω. Πάνω από τον μεγάλο μπουφέ, ένας τετράγωνος καθρέφτης με χρυσές γωνίες και αρωματικά κεριά διάσπαρτα πάνω στο τραπεζάκι που άφησε τα ποτήρια η Αναστασία.

«Ιάσωνα τον λένε, πέρασε ένας χρόνος πια», παραπονέθηκε η Στέλλα και ίσιωσε το μονόπετρο στο δάχτυλό της. «Σκέφτομαι ένα μέρος των εσόδων από τις πρώτες πωλήσεις της συλλογής να το δωρίσω στο κοινωνικό εστιατόριο».

«Είναι υπέροχο, σε ευχαριστώ για την όμορφη κίνηση», έκανε άλλη μια προσπάθεια η Αέλια να βολευτεί στην πολυθρόνα.

«Τι είναι το κοινωνικό εστιατόριο;».

« Η Αέλια ετοιμάζει ένα εστιατόριο που θα προσφέρει δωρεάν φαγητό σε άπορους συνανθρώπους μας», του εξήγησε η Κική.

«Σε κάθε φανταστική νέα αρχή!», έκανε η Αναστασία την αγαπημένη της πρόποση και ύψωσε το ποτήρι της.

«Έχουμε κανένα νέο από τον Κίμωνα;», ρώτησε η Αέλια όταν αποχώρισαν οι υπόλοιποι.

«Καμία εξέλιξη, πέρασα χτες από την κλινική και οι γιατροί μου είπαν πως ούτε αυτή η θεραπεία λειτούργησε».

«Θέλεις να ρωτήσω σε κάποια άλλη κλινική ή σε κάποιο ερευνητικό κέντρο;».

«Σε ευχαριστώ, Κική μου. Κανόνισα να έρθει μαζί μου στο L.A. για τους επόμενους μήνες που θα μείνω εκεί και θα δοκιμάσει μια καινούρια πειραματική θεραπεία».

«Θα τα καταφέρει, έχε πίστη. Συμβαίνει τίποτα άλλο; Δεν φαίνεσαι καλά απόψε».

Σκούπισε τα μάτια της σε ένα μαντήλι που έβγαλε από την τσάντα της και της αποκάλυψε ότι η κλινική ζητάει δύο εκατομμύρια για τη θεραπεία του αδελφού της.

«Είμαι απλήρωτη από την τελευταία ταινία και οι γονείς μας αδιαφορούν, τον έχουν αφήσει στη τύχη του. Μου πρότεινε μια ηθοποιός να συναντήσω έναν σκηνοθέτη για κάποιες… άλλες ταινίες στην Καλιφόρνια. Τουλάχιστον να δώσω μια προκαταβολή μέχρι να πάρω αυτά που μου χρωστάνε».

«Δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω να το κάνεις αυτό, ξέχασέ το! Από αύριο η θεραπεία του είναι πληρωμένη και δεν δέχομαι αντίρρηση. Ο μόνος όρος είναι να μην πεις κουβέντα σε κανέναν, ούτε στον Κίμωνα ούτε στα κορίτσια. Μόνο εγώ και εσύ θα το ξέρουμε».

«Όχι! Δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό. Δεν…».

«Δεν ακούω κουβέντα!».

«Δεν… Δεν έχω λόγια να σου πω ευχαριστώ», κατάφερε να πει πνιγμένη στους λυγμούς και έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στο μαντήλι.

«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα, μόνο να μου δώσεις το λογαριασμό της κλινικής και μια μεγάλη αγκαλιά, αγαπημένη μου. Είμαστε οικογένεια, δεν είσαι μόνη σε όλο αυτό».

«Κι αν δεν πετύχει ούτε αυτή τη φορά;».

«Θα πετύχει την επομένη. Θα το παλέψουμε μέχρι τέλους και θα δεις ότι θα γίνει καλά. Έχε τα θάρρητά σου στο Θεό και μη το βάζεις κάτω».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Αναστασία και ο Κίμωνας ταξίδευαν στην Αμερική με νέες ελπίδες και καινούργια όνειρα. Η Αέλια τελείωσε τη δική της θεραπεία και διοργάνωσε μια μικρή δεξίωση στο σπίτι.

Κατά τη μια το μεσημέρι εκείνου του Σαββάτου, έφτασαν οι καλεσμένοι της και γέμισαν την τραπεζαρία με δώρα και ευχές. Συζητούσαν για τα νέα των επιχειρήσεών τους, για την επικαιρότητα και το χρηματιστήριο. Ο συνοδός μιας καλεσμένης, μονοπώλησε το ενδιαφέρον μιλώντας ασταμάτητα για τις πολυδάπανες σπατάλες τους. Η Αέλια βαριόταν θανάσιμα! Παρόλο που μεγάλωσε χωρίς να της λείπει τίποτα, από βοηθητικό προσωπικό, σοφέρ, φρουρούς, σπουδές, ταξίδια, ρούχα και αυτοκίνητα, είχε μάθει να μην θεωρεί τίποτα από αυτά δεδομένο. Όσο πλούτο κι αν είχε στην καθημερινότητά της, δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον πλούτο που είδε στα μάτια και τις ψυχές εκείνων των μικρών παιδιών που θα πήγαιναν για πρώτη φορά στο δημοτικό σχολείο που εγκαινίασε η οικογένειά της όταν ήταν 15 χρονών στη Νότια Αφρική. Με αυτήν την ανάμνηση μετέφερε τους καλεσμένους της στον κήπο, με την ελπίδα να ασχοληθούν τα αγόρια με κάποιο άθλημα και να τελειώσει η μονότονη συζήτηση. Οι πολυτελείς αυτές απαιτήσεις την έκαναν να βαριέται μέχρι θανάτου, αλλά η συναναστροφή με αυτήν την κοινωνία ήταν δυστυχώς μέσα στις υποχρεώσεις της. Το είχε συνηθίσει από μικρή, αν και θα προτιμούσε στον ελεύθερο χρόνο της να ασχολείται με φιλανθρωπίες από το να ακούει τους πλούσιους συνομήλικούς της να γκρινιάζουν.

Κάποια στιγμή, η οικονόμος την ειδοποίησε για νέο καλεσμένο. Η Αέλια περπάτησε προσεχτικά στο γκαζόν για να τον υποδεχτεί στην πύλη. Ο Πέτρος την είδε να στέκεται απορημένη και πίσω της στα ανάκλιντρα ξαπλωμένες κοπέλες να πίνουν κοκτέιλ. Κάποια αγόρια μάλωναν δίπλα στην πισίνα τραβώντας μια μπάλα.

«Συγγνώμη, δεν ήθελα να ενοχλήσω», απολογήθηκε και έκανε πίσω για να φύγει. Φορούσε μια σκούρα τζιν βερμούδα με λευκό πόλο μπλουζάκι και στα χέρια κρατούσε ένα γυάλινο μπολ με φαγητό.

«Περίμενε», τον πρόλαβε. «Καλώς ήρθες, θα ήθελα πολύ να μείνεις», είπε και τον οδήγησε στην παρέα της κρατώντας τον από το μπράτσο.

Η οικονόμος του πρόσφερε ένα απεριτίφ και πήρε το γυάλινο μπολ για το οποίο ακούγονταν αρνητικά σχόλια από τους υπόλοιπους.

Νωρίς το απόγευμα αποχώρησαν δίνοντας ραντεβού στο σινεμά το επόμενο βράδυ και μετά για ποτό στο λόμπι του Χίλτον.

«Πώς γίνεται να σε απογοητεύει μια σαμπάνια, να σπαταλάς τόσα χρήματα για μια μάρκα καφέ και να μαλώνεις για ένα αυτοκίνητο;».

«Δεν το βλέπουν όπως εμείς, Πέτρο»..

«Με τον ίδιο τρόπο μεγαλώσαμε, δεν κοιτούσαμε μάρκες στις μπάλες και στα ποδήλατα».

«Και ήταν η πρώτη γνωριμία μόνο».

«Και να ήθελα δεν μπορώ πια να ακολουθήσω αυτόν τον τρόπο ζωής. Το μόνο που έχω είναι το διαμέρισμα και το εξοχικό στο Κάιρο. Μη ρωτήσεις γιατί, αλλά πάνε πολλά χρόνια που η θέση της οικογένειάς μου έχει υποβαθμιστεί».

«Θα ήθελες να μου πεις για το… μπολ;», άλλαξε θέμα η Αέλια μιας και δεν χρειαζόταν να δείξει ότι γνώριζε για την πτώχευση και την οικονομική καταστροφή των γονιών του. Ακόμα και το ποσό στο λογαριασμό του για τις σπουδές του ήταν δώρο της οικογένειας Παπαγεωργίου και μόνο η θεία του το γνώριζε.

«Ναι, το μπολ! Έχει πίτα που φτιάξαμε με τη Χριστίνα», ανακοίνωσε κοκκινίζοντας από χαρά. Της περιέγραψε με όλες τις λεπτομέρειες το υπέροχο πρωινό που πέρασε με τη θεία του.

«Σε ευχαριστώ που ήρθες να μου το πεις, χαίρομαι πραγματικά. Ελπίζω να σε δω αύριο στο σινεμά».

Ο Πέτρος δεν θα μάθαινε ποτέ ότι η Χριστίνα έτρεξε κοντά του μόλις έλαβε ένα γράμμα από άγνωστο παραλήπτη με μια και μοναδική λέξη γραμμένη: ‘Γύρισε’. Δεν χρειαζόταν να το μάθει ούτε αυτό.

Ετοιμαζόταν βιαστικά για να μην χάσει την αρχή της ταινίας, μιας και καθυστέρησε να φύγει από το γραφείο. Φορούσε όλη μέρα την ίδια ψηλόμεση φούστα, ένα αέρινο τοπ και πάσχιζε να συγκεντρωθεί για να μαζέψει τα πράγματά στην τσάντα της. Ο Πέτρος φάνηκε αβέβαιος για το αν θα έρθει, σε αντίθεση με τον ενοχλητικό αδερφό της συναδέλφου της, που προσπάθησε και στο χθεσινό γεύμα να βρεθεί μόνος μαζί της.

Άκουσε την κυρία Φράνσις να την καληνυχτίζει την στιγμή που έβαζε τα μακριά σκουλαρίκια της μπροστά από τον ολόσωμο καθρέφτη. Κατέβηκε γρήγορα και εκείνη κάτω για να φύγει.

«Για χάρη της καλής γειτονίας», ακούστηκε να λέει ο Πέτρος που την περίμενε με το αυτοκίνητό του έξω από την πύλη και της έτεινε το χέρι. Προσπαθούσε να καταλάβει γιατί ένιωθε ακόμα την ανάγκη να την προστατεύει, ενώ μπροστά του είχε πλέον μια γυναίκα που δεν είχε κανέναν ανάγκη. Εκείνη έπιασε το χέρι του και του χάρισε το πιο ζεστό της χαμόγελο.

Έφτασαν στον κινηματογράφο και χαιρέτισαν στην είσοδο κάποιους από την παρέα που κάπνιζαν και κουβέντιαζαν. Έκατσαν δίπλα δίπλα στην αίθουσα και σχολίαζαν χαμηλόφωνα σε όλη τη διάρκεια την ταινία.

Πήγαιναν προς τα αυτοκίνητα μετά το τέλος της ταινίας, όταν ο Πέτρος άκουσε πάλι κάποια από τα αγόρια να σχολιάζουν υποτιμητικά τα παπούτσια του. Ξαφνικά η ιδέα να τους ακολουθήσει και για ποτό του φάνηκε μεγάλη υπέρβαση.

«Με πήραν οι κολλητοί μου και με περιμένουν σε ένα κουτούκι», σταμάτησε απότομα στον δρόμο την Αέλια.

«Δεν θα ήθελαν να έρθουν μετά για ποτό;».

«Μπα, δεν συχνάζουν σε τέτοια μέρη».

«Ευκαιρία για κάτι διαφορετικό, για να γνωριστούμε».

«Βασικά με περιμένει κοπέλα».

«Να φανταστώ ούτε εκείνη συχνάζει στο Χίλτον».

«Ούτε κατά διάνοια».

«Αέλια!» ακούστηκε δυνατά το όνομά της.

«Όχι πάλι αυτός», ξεφύσηξε.

«Γλυκιά μου, μπορώ να σε συνοδέψω εγώ για ποτό απόψε;», την έπιασε από τους ώμους μα εκείνη σφίχτηκε. «Θα περάσουμε τέλεια και θα μιλήσουμε επιτέλους και για εμάς».

«Έχει συνοδό», συστήθηκε ο Πέτρος και κούνησε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του στον αέρα κάνοντας τον επίμονο άντρα να φύγει άπραγος.

Η Αέλια γούρλωσε τα μάτια με το κατόρθωμά του και ο Πέτρος γέλασε ικανοποιημένος. Οδηγούσε ένα μικρό Φίατ και φορούσε παλιά αθλητικά, ενώ η συνοδός του μπήκε στο Χίλτον φορώντας πανάκριβες ψηλές γόβες. Αλλά δεν τους ένοιαζε καθόλου.

Το λευκό μάρμαρο στο πάτωμα του ξενοδοχείου αντανακλούσε το φως στους τοίχους και δημιουργούσε μια ζεστή ατμόσφαιρα. Η υπάλληλος στη ρεσεψιόν τους καλωσόρισε και ένας σερβιτόρος τους οδήγησε στη θέση τους. Τα τετράγωνα τραπέζια ήταν το ένα κοντά στο άλλο και οι καναπέδες δίπλα δίπλα σε όλο το μήκος του τοίχου. Το τραπέζι τους γέμισε κοκτέιλ και σαμπάνιες ενώ η παρέα βολευόταν γύρω από τον δερμάτινο καναπέ.

Τα αγόρια μιλούσαν για δουλειές και γυναίκες και οι γυναίκες για ψώνια και άντρες. Ο Πέτρος και η Αέλια για μουσική και ταξίδια.

«Θα σου βάλω κάτι να ακούσεις να μου πεις αν σου αρέσει», είπε βάζοντας τη ζώνη του στο αυτοκίνητο και εκείνη έκατσε αναπαυτικά στο κάθισμά της.

Ήταν το τέλος μια όμορφης βραδιάς, ο δρόμος ήταν άδειος και ο αέρας μύριζε τη δροσιά του φθινοπώρου. Έμειναν αμίλητοι μέχρι να τελειώσει και η τελευταία νότα του τραγουδιού. Σκέφτονταν μάλλον το ίδιο πράγμα. Πόσο είχε λείψει ο ένας από τον άλλον. Αγκαλιάστηκαν και χωρίστηκαν. Είχαν καταφέρει να ενώσουν τα παιδικά τους χρόνια με την ενήλικη ζωή και πίστευαν ότι θα μπορούσαν να παραμερίσουν και τις διαφορές τους. Η συνέχεια όμως θα τους διέψευδε.

CC

Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading