Αιθέρια ύπαρξη με κομμένα φτερά

Η Ιωάννα από μικρή είχε αυτό που λέμε “άστρο”. Ένα κατάξανθο κοριτσάκι, με μπούκλες, γαλανά μάτια και μια ολόλευκη επιδερμίδα ήταν τα εξωτερικά της χαρίσματα που την ξεχώριζαν στο μικρό χωριό της Μακεδονίας που γεννήθηκε και μεγάλωσε στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα. Ήταν η μασκότ της γειτονιάς κι όλου του χωριού. Τους κέρδιζε όλους με το νάζι, τα ματάκια της που τα ανοιγόκλεινε με χάρη, αναδεικνύοντας τις μακριές της βλεφαρίδες, τα χειλάκια της που τα σούφρωνε στέλνοντας φιλιά, την μελιστάλακτη χροιά της φωνής της όταν τους μιλούσε. Ήταν καταδεκτική, άνοιγε την αγκαλιά της σε μικρούς, μεγαλύτερους, ακόμα και στους ηλικιωμένους που την χαίρονταν σαν δικό τους εγγόνι. Η μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες συνήθιζαν να την φτύνουν για να μη τη βρει το κακό το μάτι τόσο όμορφη που ήταν και κάθε τόσο την συμβούλευαν να ξύνει τον ποπό της, επίσης για να αποφύγει το κακό μάτι.

Μεγαλώνοντας η ομορφιά της μέστωνε, ξέφευγε από το παιδικό παρουσιαστικό και μεταμορφωνόταν σε αιθέρια ύπαρξη. Οι άλλες κοπέλες την ζήλευαν γι’ αυτό που την προίκισε ο Θεός, τα αγόρια όλα ήθελαν να βρίσκονται κοντά της μήπως και τους ρίξει μια ματιά, πέρα από φιλική, και εκείνη ήταν απλά ο εαυτός της. Σε όλους φερόταν με ευγένεια και καλοσύνη, χωρίς ίχνος υπεροψίας και έπαρσης.

Όταν πέρασε με την δεύτερη βαθμολογία νομική Αθήνας, έγινε θέμα στην τηλεόραση. Το άγνωστο, ορεινό χωριό, υποδέχτηκε τα τρία μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια και οι γείτονες χαμογελαστοί μιλούσαν στις κάμερες για το πόσο περήφανοι ήταν για το κορίτσι του τόπου τους, πόσο καλό και ξεχωριστό ήταν από μικρό και πόσο ψηλά περιμένουν να φτάσει.

Μονάχα η κυρά Στεργιανή καθόταν στο χειροποίητο ξύλινο παγκάκι, που είχε φτιάξει για τους δυο τους ο συγχωρεμένος ο άντρας της πριν πολλά χρόνια και αμίλητη, με μια παγερή έκφραση τους παρακολουθούσε από απέναντι, χωρίς καμία απολύτως διάθεση να πλησιάσει. Σαν είδε την νεαρή κοπέλα με το μικρόφωνο να κατευθύνεται προς το μέρος της κι από πίσω της τον ψηλό γεροδεμένο με την κάμερα στον ώμο, σηκώθηκε άρον άρον και κλειδαμπάρωσε την πόρτα της. Σιγά μην έλεγε καλό λόγο για την ξανθιά ξελογιάστρα.

Η Ιωάννα λάτρευε την σχολή της. Ήταν επιμελής και τελείωσε στα τέσσερα χρόνια ακριβώς. Οι καθηγητές της όλοι μιλούσαν για μια ιδιαίτερη περίπτωση φοιτήτριας, με προσήλωση και στόχο. Στην αναζήτηση εργασίας, στάθηκε τυχερή. Με τις συστάσεις ενός καθηγητή της, προσλήφθηκε στο δικηγορικό γραφείο ενός φίλου του. Το αφεντικό της σύντομα την ερωτεύτηκε αφού ο συνδυασμός της ομορφιάς, του δυναμισμού και του μάχιμου τρόπου της στις υποθέσεις που αναλάμβανε, τον μάγεψαν.

Ήταν μαζί της στοργικός και τρυφερός, κάτι που έκανε την Ιωάννα να μην σταθεί στα δεκαπέντε χρόνια που τους χώριζαν και ενέδωσε στο επίμονο φλερτ του. Στο γραφείο συνέχιζε να είναι απόλυτα τυπικός μαζί της, ενώ μετά, στις προσωπικές τους στιγμές μεταλλασσόταν σε έναν άλλον. Η αλλαγή της όψης του, του ύφους του, της φωνής του, με τόση μαεστρία, αρχικά την εντυπωσίαζε. Το θεωρούσε ταλέντο, προτέρημα, που μπορούσε να διαχωρίζει τόσο άψογα τα επαγγελματικά από τα προσωπικά. Με τον καιρό όμως, στον εργασιακό χώρο, γινόταν απότομος μαζί της. Όσο εκείνη έφερνε επιτυχίες στο γραφείο, τόσο εκείνος έβρισκε αδυναμίες και λεπτομέρειες που επισήμανε μάλιστα μπροστά σε όλους ότι θα μπορούσε να έχει χειριστεί αλλιώς. Όταν έμεναν οι δυο τους, η Ιωάννα ζητούσε εξηγήσεις. Ο Κυριάκος έκοβε την συζήτηση, θυμίζοντάς της το νεαρό της ηλικίας της και πως είχε ακόμα να κάνει πολλά χιλιόμετρα για να καταλάβει τον τρόπο του και τις συμβουλές του ως πιο έμπειρου και μεγαλύτερου. Οι εντάσεις άρχισαν να κυριαρχούν ανάμεσα τους καθόλη τη διάρκεια της ημέρας, ανεξαρτήτως επαγγελματικής και προσωπικής σχέσης. Η Ιωάννα διεκδικούσε το δίκιο της με έντονο τρόπο, έθετε τα όριά της και αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Κυριάκο.

Ένα μεσημέρι, κατά την επιστροφή της στο γραφείο από μια δύσκολη αλλά επιτυχή από μεριάς της εκδίκαση, στεκόταν απέναντί της ειρωνικός με ένα μειδίαμα υπεροχής.
– Με αυτά τα ρούχα, σίγουρα ο εισαγγελέας σε λυπήθηκε και σου έδωσε την δίκη.
Οι υπόλοιποι στο γραφείο κρυφογελούσαν και κοίταζαν υπό γωνία την νεαρή καλλονή, θέλοντας και καλά να δείξουν ότι δεν άκουσαν και δεν συμμετείχαν σε όλο αυτό. Η Ιωάννα πέρασε την ματιά της από όλους και τέλος την ακούμπησε επάνω στον Κυριάκο. Τον κοίταξε για κάποια δευτερόλεπτα δίχως να μιλάει κι όλοι πίστεψαν πως θα βάλει τα κλάματα, με τον Κυριάκο πιο σίγουρο από όλους.

– Θα προτιμούσες να φοράω τις κακόγουστες ζαρτιέρες που μου παίρνεις δώρα, νομίζοντας πως σε βοηθούν να γίνεσαι καλός επιβήτορας; Τίποτα δεν μπορεί να βοηθήσει αν δεν ξέρεις πως να το κάνεις.
Είδε τον Κυριάκο να χάνει το ύφος του μαζί με το έδαφος κάτω από τα πόδια του, να γίνεται κατακόκκινος και να έχει καταπιεί την γλώσσα του για μερικές στιγμές. Τις στιγμές εκείνες που οι υπάλληλοί του συνέχισαν να κρυφογελούν, αλλά μαζί του πια.

– Αν νομίζεις ότι μπορείς να τα βάλεις μαζί μου, είσαι πολύ γελασμένη, μικρή και άμυαλη δικηγορίνα. Σε ανέχομαι τόσο καιρό για χάρη του φίλου μου που αναγκάστηκα να του κάνω την χάρη και να σε προσλάβω. Πάρε την αναίδειά σου και χάσου από τα μάτια μου!
Ήθελε φυσικά να έχει τον τελευταίο λόγο στο συμβάν. Να της θυμίσει την θέση του σε σχέση με την δική της, το μέγεθος ισχύος του. Του χάρισε τον τελευταίο λόγο. Δεν απάντησε. Είχε καταλάβει ότι έκρυβε πολλά κόμπλεξ.

Εκείνη, αφού ήδη είχε ταράξει τα νερά, επέλεξε να κάνει εντυπωσιακή έξοδο. Στάθηκε μπροστά του αγέρωχη, κοιτώντας τον στα μάτια, με μια κίνηση έλυσε τον αυστηρό της κότσο, τίναξε το κεφάλι της να χυθούν οι μακριές τις μπούκλες, σήκωσε ένα ένα τα πόδια της, έβγαλε τις ψηλοτάκουνες γόβες της, τις κράτησε στο χέρι κι έφυγε ξυπόλητη και μοιραία.

Η εύρεση εργασίας αποδείχθηκε δύσκολη. Κάποιοι μεγαλοδικηγόροι που έμαθαν τι συνέβη, ήταν μιλημένοι από το πρώην αφεντικό και εραστή της, οπότε δεν είχε καμία τύχη και κάποιοι άλλοι που έμαθαν κι ενώ δεν ήταν υπό την επήρεια του Κυριάκου, δεν ήθελαν να συνεργαστούν μαζί της μετά από αυτό το γεγονός. Πέρασαν δύο μήνες και είχε χτυπήσει ανεπιτυχώς πολλές πόρτες, μα δεν έχανε την πίστη της. Η μαμά της πάντα της έλεγε ότι ο καλός δεν χάνεται και συνέχισε να ελπίζει.

Λίγο καιρό μετά, ένα δικηγορικό γραφείο άνοιξε την πόρτα του και ένιωσε ότι δικαιώθηκε. Το αφεντικό της, ένας νεαρός κληρονόμος του γραφείου από τον επιτυχημένο πατέρα του, που του άφησε τα ηνία, εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της, που συχνά της το ανέφερε σαν κομπλιμέντο, αλλά και από το σθένος που έδειξε απέναντι στο πρώην αφεντικό της. Τέτοιους δυναμικούς ανθρώπους ήθελε στο πλευρό του. Με τις μικροϋποθέσεις όμως που της ανέθετε, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, δεν της επέτρεπε να δείξει τον δυναμισμό της και η Ιωάννα, δεν ήταν ικανοποιημένη ως ανήσυχο πνεύμα, μα έκανε υπομονή.

Μια μέρα, αρκετούς μήνες μετά, στο σχόλασμα, της ζήτησε να μείνει που ήθελε κάτι να της πει. Χαιρέτησε την συνάδελφό της χαμογελαστή, μα εκείνη την κοίταξε στα μάτια με ένα μοχθηρό ύφος που πρώτη φορά είδε στο βλέμμα της. Δεν πρόλαβε να το ερμηνεύσει, αφού έπρεπε να πάει στο προσωπικό γραφείο του Νίκου.
– Δεν χρειάζεται να σου πω ξανά πόσο όμορφη είσαι, έτσι δεν είναι;
– Νίκο, δεν είμαι εδώ για την ομορφιά μου.
– Αλλά; Γιατί νομίζεις;
– Ορίστε;
– Από την συλλογή μου έλειπε ένα θείο πλάσμα σαν εσένα.
Το βλέμμα του θύμιζε αρπαχτικό έτοιμο να κατασπαράξει την λεία του και ο ήχος της φωνής του, εκείνη την στιγμή, της θύμισε σύρσιμο φιδιού, που της προκάλεσε αηδία. Καθώς την πλησίαζε έτοιμος να την φιλήσει, έκανε ένα βήμα πίσω και του ζήτησε επιτακτικά να μη συνεχίσει.

– Έλα τώρα, μη μου κάνεις την δύσκολη, γιατί ξέρεις πού θα καταλήξεις, της είπε με απόλυτο ύφος, αρπάζοντάς την, θέλοντας να κολλήσει το σώμα του στο δικό της.
– Όχι δεν ξέρω, για πες μου!, του είπε, σπρώχνοντάς τον με όλη της την δύναμη.
– Αν νομίζεις ότι είμαι ο βλάκας ο Κυριάκος, γελιέσαι. Εδώ, γίνεται ό,τι θέλω εγώ, αλλιώς δεν θα ξαναδείς αίθουσα δικαστηρίου και θα σε διαγράψω από τον δικηγορικό σύλλογο. Άσε λοιπόν τα ζοριλίκια και γδύσου.
– Έτσι παίρνουν υποθέσεις εδώ μέσα οι γυναίκες; Η Άννα; Γιατί με κοίταξε μοχθηρά; Είναι τσιμπημένη μαζί σου και σε βλέπει να την πέφτεις σε όλες;
– Συζήτηση θ’ ανοίξουμε; Σταμάτα να αντιστέκεσαι και σκύψε στα τέσσερα. Αφού δεν γδύνεσαι, δεν πειράζει, καλύτερα, θα σου σκίσω εγώ το εσώρουχο. Με ανάβει περισσότερο.
– Είσαι μεγάλο καθίκι! Μη τολμήσεις να με αγγίξεις ξανά, θα σου τα κόψω από τη ρίζα. Θα σε κάνω βούκινο ρε ξεφτιλισμένε!
– Μπα μπα μπα τσαμπουκάς! Άκου να δεις κοριτσάκι που βγήκες χθες από το αβγό σου και νομίζεις ότι μπορείς να με απειλείς, μαζέψου γιατί δεν θέλεις να με βρεις απέναντί σου.
Κοιτάχτηκαν στα μάτια για πολλά δευτερόλεπτα χωρίς να παίρνει κανείς το βλέμμα του, σε μια άτυπη κόντρα, με την Ιωάννα να υποχωρεί και να βροντάει την πόρτα πίσω της.

Δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί. Σκεφτόταν αν έπρεπε να τον καταγγείλει ή να το αφήσει πίσω της, όταν λίγες μέρες μετά, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από έναν παλιό συμφοιτητή της, που εργαζόταν σε μεγάλο δικηγορικό όμιλο και προς έκπληξή της, έμαθε ότι ο Νίκος είχε διαρρεύσει στον κύκλο τους ότι η Ιωάννα Τσιρίδου, η υπάλληλός του, με θράσος προσφέρθηκε χωρίς δισταγμό και ηθικό φραγμό, να του παρέχει ερωτικές υπηρεσίες, με αντάλλαγμα την εδραίωση και την ανέλιξή της στο γραφείο του.

Ένιωσε να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια της. Της ψαλίδισαν βίαια τα φτερά, επειδή τόλμησε να πει όχι, επειδή δεν υποτάχθηκε στο αρρωστημένο μυαλό ενός εγωπαθούς τέρατος. Ήθελε να πάει στο γραφείο του και να τα σπάσει όλα. Δεν θα του έκανε όμως την χάρη να τον αφήσει να διαστρεβλώσει τα γεγονότα. Πήγε στην αστυνομία και κατέθεσε την δική της πλευρά. Ήξερε πως θα πάρει καιρό, πώς ίσως και να μην είχε καμία ελπίδα. Ήταν ο λόγος της απέναντι στον δικό του, μα θα πολεμούσε για το δίκαιο, όχι μόνο για τον ίδιο της τον εαυτό, αλλά και για όλες τις γυναίκες που έπεσαν θύματα σε8ουαλικhς παρενόχλησης και σιώπησαν από φόβο.

Πνιγόταν, αισθάνθηκε την ανάγκη να αλλάξει την εμφάνισή της. Δεν ήθελε άλλο τις ξανθές μπούκλες, το λευκό δέρμα, όλα αυτά που για όλους φαίνονταν ευλογία, εισιτήριο που άνοιγε εύκολα τις πόρτες. Το μαλλί το κούρεψε πολύ κοντό αγορέ, ξυρίζοντας την μια πλευρά μέχρι το ύψος του κροτάφου και το έβαψε ροζ. Έβαλε σκουλαρίκι στη μύτη, στο κάτω χείλος, στη γλώσσα, στον ομφαλό και στα αυτιά αμέτρητα κρικάκια. Έκοψε μια λωρίδα από το δεξί φρύδι και χτύπησε τατουάζ σε πολλά σημεία. Στα μπράτσα, στις κλείδες και χαμηλότερα προς το στήθος, στην πλάτη, στις γάμπες, αποτύπωσε και μια ιστορία που εξέφραζε την ψυχή της, με κυριότερη, το σύμβολο της δικαιοσύνης, στο αριστερό της μπράτσο. Η Θέμις, με την ζυγαριά, που ζυγίζει τα υπέρ και τα κατά, το σπαθί που εκτελεί την απόφαση και το κάλυμμα στα μάτια, που διασφαλίζει την αντικειμενικότητα, ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση, ήταν το τατουάζ που λάτρευε και απεικόνιζε την αμεροληψία, την ισορροπία και την καταναγκαστική εξουσία του νόμου. Η Ιωάννα δεν θύμιζε σε τίποτα τον παλιό της εαυτό, αυτόν που πόθησαν πολλοί άντρες, μα και που έβγαλαν επάνω του όλα τους τα κόμπλεξ.

Η νέα της εικόνα άλλους τους τρόμαξε, άλλους τους απογοήτευσε, άλλους τους χαροποίησε, αφού με τα δικά τους μάτια δεν έβλεπαν πια την αιθέρια ύπαρξη, την σαγηνευτική κοπέλα που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον, αλλά ένα φρικιό, που στην καλύτερη περίπτωση περνούσε απαρατήρητο, ενώ στην χειρότερη γινόταν στόχος χλευασμού.

Στο χωριό, πέρα από τους γονείς της που άνοιξαν την αγκαλιά τους, να γιατρέψουν τις πληγές που της άφησαν οι περιπέτειές της στην κατά τα άλλα καλή κοινωνία των πετυχημένων δικηγόρων, κανείς δεν ήταν περήφανος πια για το άλλοτε καμάρι του τόπου τους. Άρχισε να κλείνεται στον εαυτό της και στο σπίτι της. Διέξοδο έβρισκε σε διάφορες χειροποίητες δημιουργίες. Ασχολιόταν με πηλό, τσερνίτ, λεπτά, εύκαμπτα σύρματα, χάντρες, πέτρες, φτιάχνοντας κοσμήματα, καρφίτσες, διακοσμητικά χώρου. Παράλληλα έπλεκε με διάφορες τεχνικές που έβλεπε στο διαδίκτυο, τσάντες, μπρελόκ, κούκλες, ζωάκια.

Η μόνη της επαφή με τον έξω κόσμο, ήταν όταν έπαιρνε το ποδήλατο και πήγαινε δέκα χιλιόμετρα μακριά, στο φράγμα, στην τεχνητή λίμνη, μόνη, με τον ουρανό, και το ανθρώπινο δημιούργημα που είχε μια άγρια ομορφιά. Εισέπνεε καθαρό αέρα, ερχόταν σε επαφή με τη φύση και γυρνούσε, στην ρουτίνα της.

Ετοιμαζόταν να ανοίξει την πόρτα, να βάλει το ποδήλατο στην αυλή, όταν ακούστηκε ένας θόρυβος από σπάσιμο γυαλιού. Γύρισε το κεφάλι της και είδε την κυρία Στεργιανή πεσμένη στην αυλή, μπροστά από το παρατηρητήριό της. Έτσι έλεγε η Ιωάννα το ξύλινο παγκάκι της ηλικιωμένης γυναίκας, αφού μετά τον θάνατο του άντρα της και του γιου της, εκεί περνούσε τον χρόνο της, παρατηρώντας τους συγχωριανούς της. Άφησε άτσαλα το ποδήλατο και έτρεξε στην απέναντι αυλή. Είχε γυαλιά από ένα σπασμένο ποτήρι και η γυναίκα τα ‘βαζε με την τύχη της που έπεσε.
– Κυρία Στεργιανή! Χτυπήσατε;
– Να μη σε νοιάζει! Μη με ακουμπάς, φύγε!
– Αφήστε με να σας βοηθήσω, να σηκωθείτε.
– Δεν ακούς; Μη με ακουμπάς με αυτά τα βρώμικα χέρια!

Η Ιωάννα κοκάλωσε. Την κοίταξε με ένα πληγωμένο ύφος και αμέσως έσκυψε το κεφάλι της, να μη φανούν τα δάκρυα που πικρά έτρεχαν στα μάγουλά της. Η συνείδησή της όμως της υπαγόρευε να μη φύγει, να μη την αφήσει εκεί πεσμένη ανάμεσα στα γυαλιά.

Άρχισε να μαζεύει με τα χέρια της τα μεγαλύτερα κομμάτια και βγήκε στη γωνία της αυλής, να τα πετάξει στον κάδο. Καθώς πλησίαζε ξανά, έβλεπε την ηλικιωμένη γυναίκα να προσπαθεί να σηκωθεί, χωρίς επιτυχία. Έβαλε το χέρι στην τσέπη, έβγαλε το κινητό της και πήρε τον μπαμπά της. Σεβάστηκε την επιθυμία της, να μην την αγγίξει και βρήκε άλλη λύση. Σε ένα λεπτό, ήταν εκεί, σηκώνοντας την γειτόνισσά του.

Πέφτοντας χτύπησε το ισχίο και την μέση της, με αποτέλεσμα να χρειάζεται βοήθεια και άτομο στο σπίτι. Λίγες ώρες μετά, ο εγγονός της, ήταν στο πλευρό της.
– Και δηλαδή πόση άδεια πήρες;
– Μία ολόκληρη εβδομάδα! Ευχαριστημένη;
– Πολύ! Τα καλοκαίρια δεν σε βλέπω καθόλου!
– Βρε γιαγιάκα μου, αφού το καλοκαίρι έχει δουλειά λόγω τουρισμού! Και αυτές τις μέρες, μου τις έδωσε, επειδή ξέρει ο Γιώργος πόση αδυναμία σου έχω! Αφού ξέρεις, δεν μπορώ να λείπω!
– Σε καμαρώνω Δημοσθένη μου! Σεφ, σε μεγάλο εστιατόριο! Αλλά μου λείπεις!
– Βοηθός σεφ είμαι βρε γιαγιά μου, πόσες φορές θα στο πω;
– Βοηθός ξεβοηθός, εσύ κρατάς το μαγαζί, ξέρω εγώ!
– Και για πες μου λοιπόν κορίτσι μου εσύ ζωηρό! Πώς έπεσες; Και βασικά, πώς σηκώθηκες;
– Πολύ θέλει; Ο γέρος ή από πέσιμο… Με βρήκε αυτή εδώ… η… ξέρεις…

Ο Δημοσθένης ξεροκατάπιε.

– Η Ιωάννα; Καλά, πώς; Είναι εδώ με άδεια;
– Δεν τα ‘μαθες; Τα παράτησε τα δικηγοριλίκια, έγινε σα ξωτικό με ροζ μαλλί, με σκουλαρίκια σε όλη τη μούρη και έκανε αυτές τις μαύρες αηδίες… τα τατουάζ, πώς στην ευχή τα λένε. Τώρα πρέπει να την δεις, να…
– Να… τι γιαγιά;, την κοίταξε αυστηρά και μελιστάλακτα ταυτόχρονα. Ο Δημοσθένης την έφερε στο νου του, την ξανθιά, πανέμορφη οπτασία που ερωτεύτηκε από μικρό παιδί και ποτέ δεν ξεπέρασε, μα ήθελε να μάθει λεπτομέρειες και διέκοψε τις σκέψεις του. Λοιπόν; Θα μου πεις πώς έγινε και σε σήκωσε;

Το ίδιο βράδυ, χτυπούσε την πόρτα τους.
– Δημοσθένη! Τι ευχάριστη έκπληξη! Πόσα χρόνια έχω να σε δω!
– Γεια σου Ιωάννα. Πόσα χρόνια ε; Επτά ολόκληρα!
– Συμβαίνει κάτι; Είναι καλά η γιαγιά σου;
– Ναι, καλά είναι, χάρη σε σένα! Γι’ αυτό ήρθα, να σε ευχαριστήσω που την βοήθησες.
– Εγώ δεν έκανα τίποτα, ο μπαμπάς μου.
Χαμήλωσε το κεφάλι, φέρνοντας στη μνήμη της, τον τρόπο της γιαγιάς Στεργιανής, που της απαγόρεψε να την αγγίξει. Ο Δημοσθένης το κατάλαβε και χωρίς να το σκεφτεί, έπιασε το χέρι της. Σήκωσε το κεφάλι της η Ιωάννα και κοιτάχτηκαν.

– Σου ζητώ συγγνώμη εκ μέρους της. Μου τα είπε. Την μάλωσα.
– Όχι… όχι… δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγγνώμη.
– Υπάρχει! Δεν είχε κανένα δικαίωμα να σου μιλήσει έτσι. Αλλά βλέπεις… σου τα έχει μαζεμένα…
– Εμένα; Γιατί; Τι της έκανα;
– Είσαι η αιτία που ο μονάκριβος εγγονός της και το μόνο άτομο που της έμεινε στον κόσμο, έφυγε μακριά της κι ας είναι το μακριά μιάμιση ώρα δρόμος.
– Εγώ; Δεν καταλαβαίνω!
– Είμαι ερωτευμένος μαζί σου από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου. Αρνήθηκα να μείνω στο χωριό και να κρατήσω το παντοπωλείο του μπαμπά μου για να μη σε συναντώ τα καλοκαίρια και τις γιορτές όταν σπούδαζες και κυρίως για να σε ξεχάσω, να σε ξεπεράσω. Όπως καταλαβαίνεις, η γιαγιά μου, δε θα σου το συγχωρέσει ποτέ.
– Δημοσθένη, δεν ξέρω τι να πω. Δεν ήξερα… Γιατί δεν μου το είπ…
– Γιατί δεν τόλμησα. Ήσουν το όνειρο του κάθε αγοριού.
– Τα παραλές. Δεν με ενδιέφερε αυτό. Μακάρι να με ήθελαν για το μέσα μου…
– Εγώ σε θέλω για όλα σου!
– Όπως βλέπεις, δεν είμαι πια το όνειρο κανενός. Είδες τι είπε η γιαγιά σου… βρώμικα χέρια…
– Έλα! Μη μένεις στα λόγια μια ογδονταοχτάχρονης που στέρησες από τον εγγονό της γάμους και παιδιά! της χαμογέλασε και χάιδεψε το ξυρισμένο μέρος του κεφαλιού της. Είσαι μια εξωπραγματική νεράιδα είτε με ξανθές μπούκλες, είτε με ροζ μαλλί, είτε με τατουάζ. Εγώ ξέρω ποια είσαι! Είσαι το δικό μου όνειρο, τότε, τώρα, πάντα.
– Που κρυβόσουν τόσα χρόνια;, του είπε μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
– Καμιά φορά, βαδίζουμε το μονοπάτι μας, τα αλλάζουμε όλα νομίζοντας ότι αυτό είναι η λύση και τελικά αυτό που ψάχναμε ήταν πάντα δίπλα μας.

Ο Δημοσθένης την βοήθησε να βρει τον εαυτό της, στάθηκε δίπλα της στον δικαστικό αγώνα που τελικά κέρδισε. Η Ιωάννα έγινε δική του, χαρίζοντάς του τον κόσμο όλο, κάνοντάς τον, τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου.

Η γιαγιά Στεργιανή δέχτηκε την γυναίκα του εγγονού της όπως ήταν και έμαθε τι σήμαινε το κάθε τατουάζ για ‘κείνη. Την αγκάλιαζε, χάιδευε εκείνες τις μαύρες μουντζούρες χωρίς να τα θεωρεί πια βρωμιές και αγάπησε την Ιωάννα για όσα πρέσβευε, για όσα αγωνιζόταν κι ας πίστευε ακόμη ότι είχε την όψη ξωτικού.

Παντρεύτηκαν δύο χρόνια μετά, ανέλαβαν μαζί το παντοπωλείο του Δημοσθένη, φέρνοντας νέο αέρα στο μαγαζί, προωθώντας και τις δημιουργίες της Ιωάννας, οι οποίες, με την βοήθεια και τις γνωριμίες του άντρα της, βρήκαν θέση σε πολλά μαγαζιά της πόλης και γινόντουσαν ανάρπαστες. Η νομική είχε τελειώσει για ‘κείνη. Δεν της ταίριαζε ο κόσμος της. Έμειναν στον τόπο τους, στο μικρό τους χωριουδάκι ζώντας απλά, ζώντας ο ένας για τον άλλον.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading