Το σκοτάδι δεν έπεσε εκείνο το βράδυ. Ξύπνησε.
Στην αρχή ήταν ανεπαίσθητο, σαν ανάσα, πίσω από κλειστή πόρτα.
Τα φώτα τρεμόπαιξαν μία φορά, δύο, και μετά βυθίστηκαν σε ένα μαύρο πιο πυκνό από νύχτα. Όχι απουσία φωτός· αλλά, παρουσία κάτι άλλου.
Κάτι που απλωνόταν στους τοίχους και γλιστρούσε στο πάτωμα, σαν υγρό.
Ο Αντώνης έμεινε ακίνητος στο σαλόνι. Το ρολόι στον τοίχο είχε σταματήσει. Δεν άκουγε πια τον θόρυβο της πόλης, ούτε αμάξια, ούτε σκυλιά. Μόνο έναν χαμηλό, επίμονο παλμό, σαν καρδιά που χτυπούσε μέσα στο ίδιο το σκοτάδι.
«Είναι διακοπή ρεύματος», ψιθύρισε, μα η φωνή του πνίγηκε πριν φτάσει στ’ αυτιά του.
Σηκώθηκε και προχώρησε προς το διάδρομο. Το σκοτάδι εκεί ήταν πιο βαθύ, σαν να είχε βάρος. Κάθε βήμα απαιτούσε προσπάθεια, λες και περπατούσε μέσα σε πίσσα. Όταν άπλωσε το χέρι να ακουμπήσει τον τοίχο, ένιωσε κάτι παγωμένο να τον αγγίζει πρώτο. Τράβηξε απότομα το χέρι του.
-Δεν ήταν τοίχος-.
Από το βάθος του διαδρόμου ακούστηκε ένα σύρσιμο, αργό, Υπομονετικό. Κάτι που ήξερε ότι δεν υπήρχε λόγος να βιαστεί.
Ο Αντώνης θυμήθηκε τότε τη μητέρα του, χρόνια πριν, λίγο πριν πεθάνει.
«Μην εμπιστεύεσαι ποτέ το σκοτάδι», του είχε πει. «Δεν είναι άδειο».
Το σύρσιμο πλησίαζε…
Έτρεξε στο υπνοδωμάτιο και έκλεισε την πόρτα. Η ανάσα του έβγαινε κοφτή, σπασμένη. Το σκοτάδι όμως ήταν ήδη εκεί. Δεν είχε φύγει ποτέ. Ξεκολλούσε από τις γωνίες του δωματίου και μαζευόταν στο κέντρο, παίρνοντας σχήμα. Όχι ανθρώπινο· κάτι πιο λάθος… Σαν σκιά που θυμόταν πώς ήταν κάποτε σώμα.
«Αντώνη…». Η φωνή ήταν γνώριμη. Πάρα πολύ γνώριμη.
«Όχι», ψέλλισε. «Είσαι νεκρός».
Η φιγούρα άπλωσε κάτι που έμοιαζε με χέρι. Εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει πρόσωπο, υπήρχε μόνο κενό. Ένα άνοιγμα χωρίς τέλος.
«Ο θάνατος δεν είναι τέλος», είπε η φωνή. «Είναι πόρτα. Κι εσύ την άφησες ανοιχτή».
Ο Αντώνης έκανε πίσω μέχρι που ένιωσε το κρεβάτι να ακουμπά τα γόνατά του.
Θυμήθηκε το ατύχημα…
Το αυτοκίνητο…
Τον φίλο του στο διπλανό κάθισμα…
Την κραυγή…
Και μετά, σκοτάδι.
Ένα σκοτάδι ακριβώς σαν αυτό.
«Δεν πέθανα», είπε απεγνωσμένα.
Η φιγούρα γέλασε. Ένας ήχος σαν χώμα που πέφτει πάνω σε φέρετρο. «Όλοι το ίδιο λένε».
Το δωμάτιο άρχισε να στενεύει. Οι τοίχοι πλησίαζαν, στάζοντας σκιά. Ο παλμός δυνάμωνε. Δεν ήταν πια γύρω του. Ήταν μέσα του.
Όταν το σκοτάδι τον άγγιξε, δεν ένιωσε πόνο. Μόνο μια παγωμένη βεβαιότητα. Τη γνώση ότι αυτό το μέρος υπήρχε πάντα, περιμένοντας. Ότι ο θάνατος δεν ερχόταν να πάρει· ερχόταν να θυμίσει.
Το επόμενο πρωί, το ρεύμα επανήλθε. Οι γείτονες βρήκαν το διαμέρισμα άδειο. Το ρολόι στον τοίχο είχε ξαναρχίσει να χτυπά. Μόνο που σε κάθε χτύπο, για μια ανεπαίσθητη στιγμή, οι σκιές στους τοίχους έμοιαζαν να κινούνται μόνες τους. Και αν στεκόσουν αρκετά ακίνητος στο σκοτάδι, θα ορκιζόσουν πως άκουγες μια φωνή να ψιθυρίζει: «Μην ανάβεις το φως… Μας ξυπνάς».
