Η Αλεξάνδρα ξύπνησε ουρλιάζοντας στην μέση της νύχτας. Πέταξε απότομα τα σκεπάσματα από πάνω της φωνάζοντας για βοήθεια. Κοίταξε γύρω της το σκοτεινό δωμάτιο. Κατάλαβε ότι είδε ξανά το ίδιο όνειρο. Τον ίδιο εφιάλτη. Εκείνον που την κυνηγούσε. Έβλεπε καθαρά το πρόσωπό του, κάθε του χαρακτηριστικό. Ήξερε ακόμα και το όνομά του. Μα δεν ήξερε ακόμα ποιος ήταν.
«Θα με θυμάσαι». Αυτό της έλεγε. Κάθε φορά. Αυτό είπε και στην ψυχολόγο και αργότερα στον ψυχίατρο. Αυτή τη συγκεκριμένη φράση.
Το όνομα του ήταν Άρης. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με δυνατά χέρια. Αυτά τα χέρια της έσφιγγαν τον λαιμό μέχρι να μην μπορεί να πάρει ανάσα. Είχε πράσινα μάτια και ένα σκίσιμο πάνω από το δεξί φρύδι. Είχε την μορφή αγγέλου και την ψυχή ενός δαίμονα.
Η Αλεξάνδρα ζούσε ένα μαρτύριο. Κατέληξε να παίρνει φάρμακα για να καταφέρει να κοιμηθεί. Μα ούτε αυτά δούλεψαν. Ο Άρης ερχόταν ξανά στον ύπνο της. Και την σκότωνε κάθε βράδυ.
«Ποιος είσαι;», ούρλιαζε μέχρι να εξαντληθεί από τον πόνο.
«Θα με θυμάσαι», της απαντούσε αυτός.
Και τον θυμόταν. Μα δεν ήξερε γιατί.
Η καθημερινότητά της είχε γίνει ανυπόφορη. Η έλλειψη ύπνου την διέλυε. Ο φόβος είχε επικρατήσει. Έβγαινε από το σπίτι να πάει στην δουλειά και κοιτούσε πίσω από τον ώμο της. Μήπως την παρακολουθεί κάποιος. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο του λεωφορείου και τον έψαχνε. Μήπως τον εντοπίσει πρώτη. Πριν φτάσει σε εκείνη και της κάνει κακό.
«Είναι στην φαντασία σου!», αυτό της έλεγαν οι γονείς της. Και οι συγγενείς. Και οι φίλοι. Και οι γιατροί.
«Μα μοιάζει σαν να είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο!»
Η Αλεξάνδρα επέμενε. Άρχισε να ψάχνει. Μόνο έτσι θα ησύχαζε. Έτσι πίστευε. Άνοιγε τον υπολογιστή και έψαχνε στις πλατφόρμες. Έβαζε την περιγραφή του και κοιτούσε χιλιάδες φωτογραφίες κάθε μέρα. Δεν έβγαλε άκρη. Δεν βρήκε τίποτα. Κρυβόταν καλά.
«Πρέπει να είναι αληθινός. Δεν εξηγείται αλλιώς»
Η απόγνωση δεν άργησε να της χτυπήσει την πόρτα. Η απογοήτευση ήταν μαζί της σε κάθε βήμα. Είχε όλο και λιγότερη όρεξη να πηγαίνει στην δουλειά και να βλέπει τους φίλους της. Δεν απαντούσε πια στα τηλεφωνήματά τους. Τους άφησε όλους έξω από την ζωή της. Ούτως ή άλλως μόνη της ήταν. Κανείς δεν την πίστευε. Κανείς δεν ήθελε και δεν μπορούσε να την βοηθήσει.
Ένα απόγευμα, πέρασε από ένα ξωκλήσι να ανάψει ένα κεράκι. Κοκάλωσε όταν είδε τον ιερέα να είναι μέσα. Δεν το περίμενε να βρει κάποιον. Ένα απόμερο μικρό εκκλησάκι ήταν και για αυτό το διάλεξε. Της φάνηκε ότι ο ιερέας ξεφύλλιζε ένα βιβλίο. Αποφάσισε να την μην τον ενοχλήσει. Πήρε δύο κεράκια και αθόρυβα τα άναψε. Ένα για τους ζωντανούς και ένα για τους πεθαμένους. Στάθηκε μια στιγμή να προσευχηθεί. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της σαν ποτάμια. Αθόρυβα, χωρίς κλάμα. Δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει. Πήρε μια ανάσα και ρώτησε δυνατά: «Θυμάται η καρδιά;».
«Φυσικά και θυμάται». Το πρόσωπο του ιερέα δεν το είδε, την φωνή του την ξέχασε. Μα πήρε την απάντηση που χρειαζόταν. Αυτή η απάντηση της έδωσε την ελπίδα που έψαχνε. Σαν να της έδωσε κουράγιο ο ίδιος ο Θεός ήταν. Κουράγιο και θάρρος να συνεχίσει.
Σήκωσε μανίκια η Αλεξάνδρα να παλέψει. Ναι, δεν θα το έβαζε κάτω. Θα έδινε την μάχη μέχρι τέλους. Δεν θα τον άφηνε να την σκοτώσει ξανά.
«Όποιος κι αν είσαι θα σε βρω». Αυτό έλεγε η καρδιά της. Βγήκε ξανά στον έξω κόσμο με θάρρος. Περπατούσε στον δρόμο με αυτοπεποίθηση. Με το κεφάλι ψηλά. Κοίταζε τους ανθρώπους στα μάτια. Ρουφούσε τον αέρα και τις μυρωδιές του κόσμου. Τίποτα δεν είχε τελειώσει. Τώρα θα άρχιζε.
Μπήκε σε μια καφετέρια να πάρει καφέ. Στάθηκε στην ουρά όπως όλοι οι υπόλοιποι. Πήρε το ποτήρι στα χέρια της και ρούφηξε μια ζεστή γουλιά. Σήκωσε τα μάτια και τον είδε. Στεκόταν απέναντί της.
«Είσαι καλά;»
Η Αλεξάνδρα κοίταξε τα πόδια της που είχαν βραχεί από τον καφέ. Είχε πέσει από τα χέρια της στο πάτωμα και λέρωσε το παντελόνι της. Άκουσε ψιθύρους. Οι άνθρωποι γύρω της συζητούσαν. Το μυαλό της μουρμούριζε και έλεγε ότι είχε παραισθήσεις.
«Είσαι καλά;», επανέλαβε αυτός.
Σήκωσε τα μάτια της. Έκρυψε καλά τον φόβο. Δεν χαμογέλασε. Φέρθηκε απόλυτα φυσιολογικά. Ήθελε να μάθει το όνομά του.
«Ναι, καλά είμαι. Νομίζω. Ευχαριστώ πολύ για την βοήθεια. Είμαι η Αλεξάνδρα»
«Άρης. Χάρηκα»
Έμεινε να κοιτάζει το τεντωμένο του χέρι. Αυτό το χέρι που την έπνιγε στα όνειρά της. Μα δεν ήταν όνειρα. Ήταν αναμνήσεις.
«Είμαι λερωμένη», υποκρίθηκε και έκρυψε το χέρι στην τσέπη της. Δεν ήθελε να του δώσει το δικό της. Δεν ήθελε να τον αγγίξει.
Η Αλεξάνδρα βγήκε βιαστικά από την καφετέρια. Ανάσανε βαθιά μα ζοριζόταν. Η καρδιά της πονούσε πολύ. Σαν να πέθαινε. Σαν να ήθελε να σταματήσει. Έβγαλε το τηλέφωνο και πήρε γρήγορα τον γιατρό της. Εκείνος της είπε να πάει αμέσως να την δει. Δεν είχε περάσει πολύ καιρός από την επέμβαση. Ο γιατρός ήθελε να ελέγξει ότι ήταν όλα εντάξει. Μα ούτε αυτός θα μπορούσε να βρει το μυστικό που κουβαλούσε η καρδιά της.
Εκείνο το βράδυ, είδε ένα διαφορετικό όνειρο. Δεν ήταν αυτή που πέθαινε. Είχε ένα άλλο κορίτσι στα χέρια του. Μια νεαρή κοπέλα σαν αυτήν στην όψη και την ηλικία. Όμορφη και γλυκιά, ένα υπέροχο πλάσμα. Είχε μια ευγένεια αριστοκρατική, σπάνια.
«Θα με θυμάσαι», της είπε αυτός.
«Θα σε θυμάται η καρδιά μου», του απάντησε. Αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια. Ευχή το άφησε πριν ξεψυχήσει.
Η Αλεξάνδρα ήταν έτοιμη πια. Είχε λύσει το κουβάρι της ψυχής της. Έπρεπε να βρει κάποιον να την πιστέψει. Βρήκε έναν επιστήμονα που έκανε έρευνες σχετικά με την μεταμόσχευση οργάνων.
«Δεν τον ξέρω. Αλλά τον θυμάμαι». Αυτό του είπε και εκείνος την πίστεψε. Της είπε ότι όντως η καρδιά θυμόταν. Δεν ήταν όνειρα, ήταν αναμνήσεις. Μνήμες μιας σκληρής δολοφονίας. Έτσι έμαθε το όνομα της κοπέλας που πήγε στο όνειρό της. Έτσι γνώρισε τους γονείς της. Και έμαθε την ιστορία της.
Την έλεγαν Αγγελική. Και ήταν το πιο γλυκό πλάσμα του κόσμου. Ένα ήσυχο και εργατικό κορίτσι που πάντα έδινε το χέρι σε όποιον χρειαζόταν βοήθεια. Ένα χρήσιμο μέλος της κοινωνίας. Ένας άνθρωπος με αξίες και ιδανικά. Με όνειρα. Που είχε να προσφέρει πολλά στον κόσμο. Είχε ένα χαμόγελο που σου έδινε ελπίδα. Μια ψυχή όλο αγάπη. Αυτήν την ψυχή ζήλεψε ο Άρης και θέλησε να της την πάρει. Από την πρώτη στιγμή που την είδε, ήθελε να την κάνει δικιά του. Δεν είχε μάθει να ακούει όχι. Δεν του είχε αρνηθεί καμία ποτέ. Αυτή η αντίσταση ερέθισε τις αισθήσεις του. Είδε την ζωή της σαν παιχνίδι. Κάτι που έπρεπε να κατακτήσει. Ακόμα και με την βία. Όταν τελείωσε μαζί της, το παιχνίδι είχε φτάσει στο τέλος του. Επειδή το είπε αυτός. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια και της είπε το όνομά του.
«Θα με θυμάσαι», την διαβεβαίωσε γιατί νόμιζε ότι την είχε αφήσει ζωντανή.
Η Αγγελική κατάλαβε ότι πέθαινε. Και παρακάλεσε μέσα από την καρδιά της να τον πιάσουν. Η ευχή της ταξίδεψε μέσα από κάθε κύτταρο του κορμιού της και βάφτηκε με το αίμα της. Η καρδιά της φύλαξε βαθιά μέσα της αυτήν την επιθυμία. Και όταν έφυγε από το σώμα της Αγγελικής και μπήκε στο στήθος της Αλεξάνδρας, πήρε μαζί της το μυστικό.
Ο Άρης, που μέχρι τότε είχε καταφέρει να διαφύγει απ’ τις αρχές για το φόνο της Αγγελικής και για αρκετά ακόμη ειδεχθή εγκλήματα, με τη βοήθεια της Αλεξάνδρας καταδικάστηκε και δεν βγήκε ποτέ από τη φυλακή. Η Αλεξάνδρα ελευθερώθηκε από την δική της. Η Αγγελική αναπαύτηκε στον ουρανό μαζί όλες όσες μαρτύρησαν στα χέρια αυτού του άντρα. Γιατί πάντα η αγάπη θα είναι το πιο δυνατό όπλο. Και όσο κι αν την πολεμήσεις, αυτή θα σε νικήσει. Σε αυτόν τον κόσμο, πάμε και ερχόμαστε. Οι ψυχές μας όμως δεν χάνονται ποτέ. Η δικαιοσύνη έρχεται ακόμα κι αν δεν την δεις με τα ίδια σου τα μάτια. Και εσύ ελπίζεις. Για να μπορείς να συνεχίσεις. Και ακούς την καρδιά σου. Γιατί αλήθεια δεν είναι ότι η καρδιά θυμάται;
CC

One response to “Θυμάται η καρδιά;”
Τι υπέροχο κείμενο! Πραγματικά, καταπληκτικό! Στο σημείο που τον συνάντησε στην καφετέρια, ανατρίχιασα ολόκληρη. Χίλια μπράβο ❤️❤️❤️