Το δεντράκι και ο Λουή

Η Άννα ξύπνησε νωρίς εκείνο το πρωινό του Γενάρη. Δύο βδομάδες είχαν περάσει από τον ερχομό της νέας χρονιάς, το κρύο ήταν δυνατό και τσουχτερό. Σε πιρούνιαζε μέχρι τα κόκκαλα.

Τους προηγούμενους μήνες είχε βρέξει πολύ και οι μολόχες στο πάρκο είχαν μεγαλώσει αρκετά. Μετά βίας φαινόταν η ουρά του σκύλου που χωνόταν βιαστικά ανάμεσά τους για να παίξει, με τι άλλο, με την φουντωτή ουρά του. Πόσο του άρεσε του Λουή να κάνει μία περιστροφή γύρω από τον εαυτό του και να κυνηγάει την ουρά του! Μία ουρά που θα μπορούσε να γίνει και ξεσκονιστήρι.

Κάθε πρωί η ίδια διαδρομή, βόλτα πρώτα στο πάρκο και μετά στους γύρω δρόμους για να περπατήσουν οι δυο τους με ρυθμό, να κάνουν την γυμναστική τους την πρωινή. Ο Λουή ήταν τρισευτυχισμένος, γιατί περνούσε αρκετή ώρα με την κυρά του. Όλο και μύριζε και εύρισκε θησαυρούς. Ναι, μικρά ευρήματα, ένα κόκκαλο, ένα πεταμένο παιχνίδι, μια μπάλα, ήταν για αυτόν ένας μικρός νέος κόσμος.

Αυτή η καινούρια μπάλα που βρήκε στο πάρκο, ήταν μεγάλη ανακάλυψη αντίστοιχη σαν εκείνη του Κολόμβου με την Αμερική! Ήταν λίγο μεγάλη, με κόκκινα και πράσινα χρώματα, χώραγε για τα καλά στο στόμα του και έβγαζε έναν περίεργο θόρυβο. Σαν εκείνο που έκαναν τα παλιά σταθερά τηλέφωνα όταν χτυπούσαν επίμονα ντριν, ντριν.

Στην σημερινή βόλτα οι δυο τους συνάντησαν τέσσερα μικρά δέντρα, τέσσερα μικρά έλατα που στόλιζαν μέχρι πριν λίγες μέρες τα σαλόνια κάποιων σπιτιών. Τα κλαδιά τους ακόμη δεν είχαν χάσει το ωραίο τους πράσινο χρώμα. Στέκονταν θλιμμένα μέσα στο κρύο, πλάι στους κάδους των σκουπιδιών. Γυμνά, χωρίς στολίδια, φωτάκια και γιρλάντες, περίμεναν το απορριμματοφόρο να τα πάρει και να τα πετάξει κάπου μακριά. Πριν λίγους μήνες είχαν ένα άλλο σπίτι, ένα δάσος παρέα με τους φίλους τους. Ο αέρας κουνούσε τα κλαδιά τους με χάρη όταν φύσαγε και εκείνα έμοιαζαν να απολαμβάνουν το παιχνίδι μαζί του. Άλλα μικρά, άλλα πιο μεγάλα, όλα ζούσαν ευτυχισμένα στο ωραίο τους φυσικό περιβάλλον. Και ήρθε από το πουθενά ένας κύριος με μπότες, γάντια και καπέλο, κρατώντας ένα τσεκούρι, δίνοντας μία τσεκουριά στο κορμάκι τους, κρατς, κρατς. Ένας πόνος τα διαπέρασε από τις ρίζες μέχρι πάνω ψηλά. Μετά από λίγο έπεσαν στο χώμα, πληγωμένα και περίμεναν να τα μαζέψει κάποιος άλλος κύριος με καπέλο και γάντια. Ύστερα τα κάρφωσαν σε μία ξύλινη βάση που πήρε το σχήμα του σταυρού και τα φόρτωσαν σε ένα φορτηγό για να πάει κάπου μακριά. Αυτό κι αν δεν ήταν μαρτύριο! Αντίο δάσος, αντίο φίλοι. Δεν θα σας ξαναδούμε ποτέ!

Μετά από μία απίστευτη ταλαιπωρία με το φορτηγάκι να πέφτει σε λακκούβες και να τα κουνάει πιο δυνατά και από τον άνεμο, έφτασαν σε ένα μέρος τελείως άγνωστο και αφιλόξενο. Οι δύο κύριοι τα έστησαν όρθια, τα πιο μικρά μπροστά και τα πιο μεγάλα πίσω. Τα μικρά δέντρα έβαλαν τα κλάματα τα καημένα. «Ποιος ξέρει τι μας περιμένει… μήπως έρθει κανείς και μας κόψει κομματάκια για το τζάκι;». Αυτά και άλλα πολλά σκοτεινά σενάρια πέρασαν από το μυαλουδάκι τους. Τα πιο μεγάλα που ήταν γύρω τους τα παρηγορούσαν όσο πιο ήρεμα μπορούσαν. «Μην φοβάστε φίλοι μου, κάτι θα γίνει και για μας. Δεν μπορεί, η θεία πρόνοια θα μας φροντίσει».
Αχ, πόσο γλυκά ακούγονταν αυτά το λόγια! Στο λεπτό, η παραμικρή στενάχωρη σκέψη έφυγε μακριά!

Κάθε βράδυ τα μεγάλα δέντρα καληνύχτιζαν τα μικρότερα και κάθε πρωί η ίδια ερώτηση. «Πώς κοιμηθήκατε φίλοι μου;».
Κάθε βράδυ πάλι οι ίδιες λέξεις: «μην τυχόν και φοβηθήκατε σήμερα; Καληνύχτα, αύριο θα είναι καλύτερα».
Πόσο ευλογημένα λόγια, τι βάλσαμο!

Ο καιρός πέρασε και είχε μπει για τα καλά ο πιο όμορφος μήνας του χρόνου. Ο Δεκέμβριος! Οι δρόμοι είχαν φορέσει και αυτοί τα καλά τους, πόσα στολίδια, πόσα φωτάκια! Τα δεντράκια φαίνονταν πιο λαμπερά με τόσα φώτα γύρω τους και αυτό τους πρόσθεσε μεγαλύτερη χάρη.
«Αχ τι ωραία, θα κοιμηθούμε ανάλαφρα απόψε!» είπαν όλα ομόφωνα.

Τα επόμενα πρωινά ήταν περίεργα. Κόσμος μαζεύτηκε γύρω τους, με τα μικρά παιδιά να στέκονται ακούνητα μπροστά τους. Οι μανάδες έκαναν την κλασσική ερώτηση: «ποιο δέντρο σου αρέσει, γλυκό μου;». Και αφού το παιδί διάλεγε ένα της αρεσκείας του, ο πατέρας πλήρωνε το αντίτιμο φορτώνοντάς το στην οροφή του αυτοκινήτου, το έδενε σφικτά και το έφερνε στο σπίτι του.

Συνήθως τα σπίτια ήταν μεγάλα, ευρύχωρα, με τζάκι. Ο άντρας πήρε το δεντράκι τοποθετώντας το δίπλα στο παράθυρο και στο τζάκι. Η καλύτερη θέση, ποτέ του δεν είχε σταθεί όρθιο δίπλα σε παράθυρο, να περνάει ο κόσμος και να το χαζεύει από μακριά. Έπειτα ο άντρας έφερε κάτι κούτες από την αποθήκη, τις τοποθέτησε στο πάτωμα δίπλα του, μία, δύο, τρεις κούτες. Τι να έχουν άραγε; Μήπως καμιά πέτρα, μήπως καμιά γλάστρα να με φυτέψουν; Αναρωτήθηκε το δεντράκι και η αγωνία το έλουσε από πάνω μέχρι κάτω. Μέχρι να του λυθούν οι απορίες, το μυαλό του έπλεξε πολλά σενάρια.

Η κυρία του σπιτιού έφτιαξε καφέ, κάθισε στην πολυθρόνα, το κοίταξε επίμονα και φαντάστηκε πώς θα έκανε την διακόσμηση για την φετινή χρονιά. Να μην είναι σαν την περσινή και φυσικά να μην μοιάζει με καμία άλλη! Ήθελε να έχει το καλύτερο, το πιο όμορφα στολισμένο σπίτι. Σε λίγο άναψε τα κεράκια της, έβαλε την κατάλληλη μουσική και φώναξε το παιδί της για βοήθεια. Ο άντρας του σπιτιού για έναν περίεργο, ανεξήγητο λόγο είχε εξαφανιστεί. Οι κούτες άνοιξαν, σε λίγα δευτερόλεπτα το σπίτι έμοιαζε βομβαρδισμένο. Πόλεμο να είχαμε δεν θα ήταν έτσι. Η κυρία έβγαλε τρεις σειρές από φωτάκια, τα πέρασε ανάμεσα στα κλαδιά του δέντρου και μετά τα έβαλε στην πρίζα να δει αν ανάβουν. Ωωωω, τι έκπληξη ήταν αυτή! Ο μικρός μας φίλος λαμπερός, λουσμένος με πολύχρωμα φώτα, έμοιαζε με τα μικρά, μακρινά, αλλά εξίσου λαμπερά αστέρια του ουρανού. Η κυρία, αφού σιγουρεύτηκε για την λειτουργία των φώτων, τα έβγαλε προσωρινά από την πρίζα και άρχισε να παίρνει μία μία μπάλα από τις κούτες. Μα τι στολίδια ήταν αυτά! Μπάλες μικρές, μεγάλες, στα χρώματα του κόκκινου και του χρυσού, χειροποίητα στολίδια ανεκτίμητης αξίας! Έτσι τα έβλεπε το δέντρο με τα δικά του μάτια. Σαν εκείνα τα χρυσάφια πουν φόραγαν παλιά οι βασιλιάδες. Το παιδί κάθε φορά που έβαζε και κάτι ωραίο στο δέντρο φώναζε: «κοίτα μαμά, πόσο του πάει του δέντρου! Δεν είναι όμορφο;». Και το δέντρο μας καμάρωνε και άπλωνε τα κλαδιά του για να φαίνεται ακόμη πιο μεγαλοπρεπές.

Όταν όλα είχαν μπει στην θέση τους. Η κυρία άφησε ένα αστέρι στο τραπέζι για να έρθει μετά ο κύριος να το βάλει στην κορυφή και να ανάψει τα φωτάκια. Αυτό έγινε όταν έπεσε ο ήλιος, για να φανούν ακόμη πιο λαμπερά τα στολίδια και τα φώτα. Με το που τελείωσε ο στολισμός, όλοι τους έβγαλαν μία κραυγή: «Αααα, τι ωραία και του χρόνου!».
Το δεντράκι δεν πίστευε στα μάτια του! Αχ και να το έβλεπαν οι φίλοι του στο δάσος! Να μπορούσαν να το θαυμάσουν με τα στολίδια του και τα φωτάκια του! Άραγε να είχαν την ίδια τύχη και τα άλλα που ήταν μαζί στην πλατεία; Ποιος ξέρει… Πάντως εκείνο μακάριζε την τύχη του.

Μετά, αφού είχε πέσει η νύχτα ο κύριος άναψε την φωτιά στο τζάκι, η κυρία τράβηξε τις κουρτίνες για να φαίνεται απ’ έξω το μεγαλείο του σπιτιού της και όλοι μαζί καθισμένοι στον καναπέ το θαύμασαν. Ναι, εκείνο το μικρό, ταπεινό δεντράκι, ήταν το επίκεντρο της προσοχής όλου του κόσμου. Για να τους ευχαριστήσει, άφησε όλο και περισσότερο την μυρωδιά του να τους γαργαλάει την μύτη, ήταν η φυσική του, αυτή που σε κάνει να φαντάζεσαι ότι ζεις μέσα στην φύση και στο δάσος.

Την επόμενη μέρα κάτω από τα κλαδιά του, ο άντρας τοποθέτησε και κάποιες άλλες φιγούρες. Τι περίεργοι μικροσκοπικοί άνθρωποι, μία νεαρή γυναίκα, ένας άντρας, ένα μωρό με ελάχιστα ρούχα και λίγα ζώα γύρω τους να ζεσταίνουν το μικρό αυτό πλάσμα. Φάτνη ήταν το όνομά της, έτσι είπε η μητέρα. Την γέννηση αυτού του μωρού θα γιόρταζαν εκείνες τις μέρες. Όλος ο κόσμος μιλούσε για αυτούς, ποιοι να ήταν άραγε; Τόσο σημαντικά πρόσωπα είχαν βρει καταφύγιο κάτω από τα μικρά κλαδιά του. «Εεε, είμαι το πιο τυχερό δέντρο του κόσμου!». Μαζί με την φάτνη θαύμαζαν και αυτό. Θα του στρίψει από την ευτυχία! Όσοι έμπαιναν στο σπίτι στέκονταν μπροστά του και όλοι έλεγαν ομόφωνα: «Μα τι ωραίο δέντρο είναι αυτό!». Σε λίγες μέρες, η κυρία έβαλε επιμελώς κάτω από τα κλαδιά του μερικές τσάντες, ήταν γεμάτες με δώρα για όλους. Θα τις μοίραζε όταν θα ερχόταν η νέα χρονιά.

Ο νέος χρόνος ήρθε με την συνοδεία πυροτεχνημάτων. Το δεντράκι μας τρόμαξε για λίγο, αλλά δεν ήταν μόνο στο σπίτι. Όλοι τους είχαν μαζευτεί γύρω του για να πάρουν τα δώρα τους. Η χαρά φαινόταν στα πρόσωπά τους κι εκείνο αισθάνθηκε πολύ σπουδαίο που είχε συμβάλλει στο μοίρασμά τους.

Μετά από λίγες μέρες όμως άρχισαν οι πρώτες ανησυχίες να το περιτριγυρίζουν. Άκουσε την κυρία που έλεγε πόσο την κούραζε το ξεστόλισμα. Τι εννοούσε άραγε με αυτό; Θα το ξεγύμνωνε έτσι αλύπητα; Για αυτό ήταν οι κούτες; Για να μπουν πίσω τα στολίδια και τα φωτάκια; Και τι θα γινόταν με εκείνο; Τι θα το έκαναν; Μήπως μικρά κούτσουρα για την φωτιά; Ααα, αυτό δεν θα το άντεχε η ψυχούλα του. Δεν την μπορούσε την φωτιά. Όταν άκουγε διάφορες ιστορίες στο δάσος από τα πιο μεγάλα για τις καταστροφές που έκαναν οι πυρκαγιές, μάτωνε η ψυχή του, έκλαιγε γοερά για τα αδέλφια του, τα δέντρα που είχαν καεί. Δεν ήθελε να βρεθεί στην θέση τους.

Η μέρα που έμεινε γυμνό, θα του ήταν αξέχαστη. Πού είναι τα μεγαλεία του, τα φώτα του τα λαμπερά; Πόσο μόνο αισθάνθηκε. Αχ να γινόταν να βρεθεί πίσω στους φίλους του στο δάσος κι ας φύσαγε ο αέρας με μανία κι ας χιόνιζε…

Η επόμενη μέρα ήταν εφιαλτική. Ο άντρας το πήρε βιαστικά, το έσυρε μέχρι το δρόμο και το πέταξε αλύπητα στα σκουπίδια. Ούτε να το χαιρετήσουν, ούτε να το ευχαριστήσουν για τις ωραίες μυρωδιές που τους χάρισε, ούτε τίποτα. Μα πόσο αχάριστοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι! Ούτε που την φανταζόταν τέτοια συμπεριφορά. Για άλλη μια φορά αποδείχτηκε ότι η φύση είναι ο καλύτερος φίλος και σύντροφος. Τα αδέλφια του, τα άλλα δέντρα και τα ζώα που έβρισκαν καταφύγιο κάτω από τα κλαδιά του, δεν θα του το έκαναν ποτέ αυτό. Και τώρα μόνο μέσα στο κρύο περίμενε ποιος ξέρει, να έρθει κάποιος άλλος να το μαζέψει και να το πετάξει μακριά σε κανένα λάκκο.

Με τις μέρες και τις νύχτες να διαδέχεται η μία την άλλη, φτάσαμε σε εκείνο το πρωινό που η Άννα βγήκε βόλτα με τον Λουή. Το σκυλί έχωσε την μουσούδα του στα κλαδιά του δέντρου και άρχισε να γαυγίζει. Η Άννα έψαξε να δει γιατί γαυγίζει ο σκύλος και σαν να της φάνηκε ότι άκουσε μία φωνούλα από το δέντρο: «εεε ψιτ, εγώ είμαι, βοηθήστε με. Πάρτε με από δω σας παρακαλώ. Κινδυνεύω!».

Η Άννα κοίταξε δεξιά, αριστερά με απορία να δει από που έρχεται η φωνή. Σαν σε όραμα της φάνηκαν ότι τα κλαδιά του δέντρου κουνιούνται προς το μέρος της.
«Αχ τι όμορφο δεντράκι!», σκέφτηκε. «Δεν το παίρνω σπίτι μου να το στολίσω στο σαλόνι μου, να μην πάει χαμένο. Έχει και βάση για να σταθεί καλύτερα. Θα του βάλω και φωτάκια και θα ομορφύνει ο χώρος».

Το δέντρο δεν πίστευε στα μάτια του, βρέθηκε από την κόλαση στον παράδεισο πάλι, μέσα σε λίγα λεπτά είχε αλλάξει η ζωή του όλη. Η άγνωστη το έβαλε δίπλα στο παράθυρο, το καθάρισε και το στόλισε με δύο σειρές από φωτάκια. Αχ τι θαλπωρή ήταν αυτή! Τι ζεστασιά! Αισθάνθηκε πάλι ότι ήταν κάτι. Θα έδινε χαρά κι ας μην ήταν τόσο πράσινο. Η άγνωστη φαινόταν καλή κυρία και το κατάλαβε αμέσως. Το γεγονός ότι είχε σκύλο τα μαρτυρούσε όλα. Η ψυχή της ήταν μάλαμα. Ο Λουή χαιρόταν κι αυτός με τα φωτάκια και θα έκανε καλή παρέα με τον νέο του φίλο. Η μοναξιά του θα έφευγε πια μακριά, δεν θα ήταν μόνος στο σπίτι γιατί η κυρά του έπρεπε να δουλεύει για να του φέρνει φαγητό. Τώρα όμως θα είχε παρέα το ταπεινό δεντράκι που του φαινόταν τεράστιο στα δικά του σκυλίσια μάτια κι ας είχε μικρά και λίγο χλωμά κλαδιά. Είχε κι αυτό ψυχή και συναισθήματα.

Ο ένας είχε βρει και είχε ακουμπήσει την ψυχή του στον άλλο. Για να βρει ανάπαυση, να μην είναι μόνοι. Μήπως και αυτό δεν έχουμε ανάγκη εμείς οι άνθρωποι; Μία ψυχή να ξεχωρίσει την δική μας και να την εκτιμήσει; Όταν την βρούμε όμως μην φοβηθούμε και την διώξουμε. Ας την κρατήσουμε σφικτά μην μας φύγει και μείνουμε πάλι μόνοι!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading