15 λεπτά πριν αλλάξει η ζωή του, ο Μάρκος στεκόταν στο λιμάνι και χάζευε την θάλασσα. Την έβλεπε πώς έσπαγε με ορμή πάνω στα βράχια. Ευχόταν να υπήρχε τρόπος να μπορούσε να σπάσει και τα δικά του κομμάτια και να τα βάλει ξανά στην σειρά.
Ήταν 3 και 15 το μεσημέρι, και η μέρα ήταν ίδια με όλες τις άλλες. Ξύπνησε νωρίς όπως κάθε πρωί και πήγε σε μια δουλειά που δεν αγαπούσε. Μίλησε με ανθρώπους που προσποιούνταν και χαμογελούσαν ψεύτικα. Ο καθένας κοιτούσε τον εαυτό του και την βόλεψή του. Ζούσε μηχανικά σαν από συνήθεια πια. Άνθρωποι γύρω του υπήρχαν πολλοί, αλλά κανείς δεν ήταν κοντά του. Ο καθένας ήταν μόνος του. Είχε συνηθίσει τη σιωπή του σπιτιού του, να μπαίνει μέσα και να μην τον περιμένει κανείς. Είχε συνηθίσει τα πάντα εκτός από την ανάγκη να ερωτευτεί. Ήταν αυτό που ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε. Αυτό που έμοιαζε πια απίθανο να συμβεί. Μα μόνο εκείνο είναι που δίνει νόημα στην ζωή.
Κοίταξε το ρολόι του. Είχε πάει 3 και 25. Τελείωνε το διάλειμμα του και έπρεπε να γυρίσει στην δουλειά σε πέντε λεπτά. Πήρε μια ακόμα βαθιά ανάσα γεμάτη αλμύρα και πίκρα. Σκέφτηκε πόσο δύσκολη ήταν πλέον η αγάπη. Όλοι βιαστικοί, φοβισμένοι, κουρασμένοι. Δεν κοιτούσαν στα μάτια παρά μόνο σε μια οθόνη. Δεν χόρευαν με την ψυχή τους. Δεν αναζητούσαν την μελωδία της μουσικής. Δεν απολάμβαναν την στιγμή. Δεν ερωτεύονταν με την καρδιά. Όλα τα έκαναν γρήγορα και βιαστικά. Δεν ήταν ο χρόνος ένα από τα πιο πολύτιμα αγαθά; Πώς τον σπαταλούσαν έτσι οι άνθρωποι;
Αλλά και ο Μάρκος είχε κουραστεί και αυτός. Οι ελπίδες του άρχισαν να ξεθωριάζουν. Η καρδιά του να αργοπεθαίνει. Η αναζήτηση της αγάπης έμοιαζε πια σαν ένα άπιαστο όνειρο. Έπρεπε να το παλέψει κι άλλο; Ή να το πάρει απόφαση;
Όλοι ζητάνε, όλοι ψάχνουν, όλοι αναρωτιούνται. Πού είναι η αγάπη; Μα δεν μπορεί ο ένας μόνο να δίνει. Δεν μπορεί ο άλλος μόνο να ζητά. Δεν γίνεται η αγάπη να φτιάξει φωλιά εκεί όπου δεν υπάρχει ζεστασιά και ασφάλεια. Εκείνος ήθελε να τα δώσει όλα. Κάθε κομμάτι του εαυτού του.
Έβαλε το σημειωματάριο με τις σκέψεις του προσεκτικά στην τσέπη του, σαν να προσπαθούσε να τακτοποιήσει κάτι μέσα του. Θυμήθηκε κάποιες σχέσεις που δεν άντεξαν. Κάποια λόγια που έμειναν μόνο στα λόγια. Μερικές υποσχέσεις και λίγα φιλιά αποχαιρετισμού. Κάποια έγιναν εκεί στο λιμάνι με μάρτυρα την θάλασσα. Για αυτό πήγαινε κοντά της. Αυτή ήξερε όλα του τα μυστικά.
Σήκωσε το βλέμμα του. Έπρεπε να φύγει. Ο δρόμος της επιστροφής ήταν μπροστά του. Ο κόσμος πήγαινε πάνω κάτω να προλάβει. Την ζωή που ξεγλιστρούσε μέσα από τα δάχτυλά του. Μα αυτή δεν περιμένει κανέναν.
Τότε την είδε. Και νόμιζε ότι την ήξερε από πάντα. Μα όχι, δεν την είχε ξαναδεί ποτέ. Η καρδιά του την ήξερε. Γιατί ήταν ό,τι είχε ονειρευτεί. Δεν το κατάλαβε από το όμορφο παρουσιαστικό της, ούτε από τον τρόπο που περπατούσε στο λιμάνι. Το κατάλαβε από τα μάτια της. Από τον τρόπο που κοιτούσαν την θάλασσα. Ήταν ο τρόπος που την κοιτούσε και αυτός. Έκρυβαν και οι δύο το ίδιο μυστικό.
Η Ευδοκία ήταν η ήρεμη δύναμη που θα παρέσερνε μακριά όλα τα σκοτάδια του. Δεν είχε κάτι υπερβολικά εντυπωσιακό στην εμφάνισή της και όμως ο Μάρκος κοκάλωσε αντικρύζοντάς την. Έμοιαζε σαν να ήρθε από μια παλιά ζωή, τότε που κοιτούσες και έβλεπες. Που άκουγες και μύριζες. Τότε που οι αισθήσεις ήταν αληθινές και οι προθέσεις ευγενικές. Τότε που η αγάπη είχε νόημα, είχε ευθύνη, ρομαντισμό. Τότε που οι άνθρωποι άκουγαν την καρδιά τους και ζούσαν αυθεντικά.
Έτσι έγινε και οι δύο τους, χωρίς να καταλάβουν πώς, τραβήχτηκαν ο ένας προς τον άλλον. Ενώθηκαν απρόσμενα, χωρίς να το περιμένουν. Όχι γιατί ταίριαζαν απόλυτα. Αλλά γιατί συμπλήρωνε ο ένας τον άλλον. Ίσως επειδή ήξεραν τι έψαχναν. Ίσως γιατί δεν έπαψαν ποτέ να το αναζητούν.
Την χαιρέτισε πρώτος. Είπε το όνομά του. Άκουσε το δικό της. Η φωνή της ηρέμησε το μέσα του. Αντάλλαξαν μερικές κουβέντες. Απλές, αβίαστες. Κι ήταν λες και ο χρόνος άρχισε να κινείται αλλιώς. Σαν να μην μετρούσε πια σε λεπτά. Σαν να μετρούσε την ζωή τους μαζί.
Και τότε το κατάλαβε. Για πρώτη φορά στη ζωή του, τα 15 αυτά λεπτά δεν ήταν απλώς χρόνος που πέρασε. Ήταν χρόνος που μόλις άρχισε.
CC
