– Βαρ… Βανούλα, γύρισα! είπε με κελαριστή φωνή ο Μανώλης μπαίνοντας στο σπίτι, μα δεν έλαβε καμία απάντηση.
Έβγαλε τα παπούτσια του, τα τοποθέτησε ευλαβικά στη γωνία -στη συγκεκριμένη γωνία για τα παπούτσια του, ήταν η γωνία “για-να-μη-γίνει-χαμός-αν-τα-αφήσεις-αλλού” και προχώρησε στο σαλόνι.
“Τον αγαπάω ρε Βαρβάρα!”, άκουσε την τσιριχτή φωνή της Δώρας, της από πάντα κολλητής της Βαρβάρας, μόνο που κάθε συλλαβή της φράσης, συνοδευόταν από δυνατά ρουφήγματα μύτης.
– Ας τον αγαπάς, θα σου περάσει! είπε λεπταίνοντας επίτηδες τη φωνή του. Χασκογέλασε στη σκέψη πως αυτή ακριβώς την ατάκα είχε ακούσει λίγες μέρες πριν σ’ ένα βιντεάκι στο tik tok, από μια παλιά εκπομπή, της τότε ένδοξης ελληνικής τηλεόρασης. Το γελάκι του έκοψε απότομα το δολοφονικό βλέμμα της Βαρβάρας, που εκείνη την ώρα αγκάλιαζε τη Δώρα στον τριθέσιο καναπέ. Τι έγινε βρε κορίτσια; Τι πάθατε; συνέχισε, με την κανονική του πια φωνή και προχώρησε προς το μέρος τους
– Ο Θύμιος… είπε μόνο η Δώρα, χωρίς καν να τον κοιτάξει και ξέσπασε σε λυγμούς
– Ποιος είναι ο…
– Ο σύντροφος της Δώρας, Μάνο μου! Πρώην πια… τον διέκοψε η Βαρβάρα κι έσφιξε λίγο παραπάνω τη φίλη της που έκλαιγε δυνατά
– Τι; Πέθανε; γούρλωσε τα μάτια ο Μανώλης
– Φάε τη γλώσσα σου καλέ! του φώναξε η Δώρα, σταματώντας το κλάμα μόνο για να πει αυτή τη φράση και ξαναέπεσε στην αγκαλιά της Βαρβάρας συνεχίζοντας το θρήνο
Κάτι πήγε να πει ο Μανώλης, μα η Βαρβάρα του έκανε νόημα να σωπάσει.
– Ο αλήτης! ούρλιαξε ξαφνικά η Δώρα, κάνοντας το Μανώλη να κάνει ένα βήμα πίσω
– Σώπα κοριτσάκι μου, θα περάσει… προσπάθησε να την καθησυχάσει η Βαρβάρα
– Κουράστηκε, λέει! Τον πνίγω, λέει! Να κάνουμε ένα διάλειμμα, λέει! Κατάλαβες Μάνο μου; τα κατακόκκινα απ’ το κλάμα μάτια της Δώρας, πετούσαν φλόγες
– Έτσι σου ‘πε; ρώτησε με ενδιαφέρον ο Μανώλης και κάθισε στο μπράτσο του καναπέ, αναμένοντας τη συνέχεια
– Ναι, ο γελοίος! είπε η Δώρα έντονα κι απαγκιστρώθηκε απ’ τα χέρια της Βαρβάρας, γυρνώντας της μάλιστα και την πλάτη. Μου τα ‘λεγε δήθεν θλιμμένος και μετά μαθαίνω ότι τον τελευταίο μήνα έβγαινε με μια κοκκινομάλλα! Μου τα πρόλαβε μια γειτόνισσα! άρχισε και πάλι να κλαίει με λυγμούς
– Αυτός έχασε κοριτσάκι μου! Εσύ στο ύψος σου, κυρία, αξιοπρεπής! Κι όταν επιστρέψει, γιατί θα επιστρέψει, να του κοπανήσεις την πόρτα στα μούτρα όπως είπαμε!
– Σα δε ντρέπεται! Εγώ στη θέση σου, θα…
– Μάνο! είπε αυστηρά η Βαρβάρα. Σήκω! Πάμε να σου βάλω να φας, γιατί σε λίγο θα πας πάλι στην οικοδομή, μην είσαι νηστικός! συνέχισε με νόημα και σηκώθηκε απ’ τον καναπέ. Σε δυο λεπτά είμαι πίσω, εντάξει καλή μου; γλύκανε τη φωνή της κοιτάζοντας τη φίλη της κι αφήνοντας στο χέρι της ένα πακέτο χαρτομάντηλα
Έκανε νόημα στον Μανώλη να σηκωθεί κι εκείνος την ακολούθησε στην κουζίνα χωρίς να πει λέξη.
– Τον έπρηξε κι αυτόν; Τέτοια που είναι, ποιος να την αντέξει; είπε ο Μανώλης και κάθισε στην καρέκλα
– Σουτ, μη σ’ ακούσει! τον μάλωσε η Βαρβάρα κι έκλεισε την πόρτα, μη τους ακούσει η Δώρα. Έφτυσα αίμα να την πείσω πως δεν είναι λύση να του χαρακώσει το αμάξι! Μην της πεις τίποτα και την φουντώσεις πάλι!
– Όταν λέω εγώ ότι είναι τρελή…
– Σταμάτα! Την έχω ηρεμήσει. Συμφώνησε πως είναι λάθος να κάνει οποιαδήποτε βίαιη πράξη και πως θα τον αφήσει πίσω της, δεν θα ασχοληθεί ξανά μαζί του και…
– Με πήρε τηλέφωνο! όρμηξε στην κουζίνα η Δώρα, ανοίγοντας απότομα την πόρτα. Μετάνιωσε! Θέλει να τα ξαναβρούμε! φώναξε με χαρά
– Δώρα, ηρέμησε! Ένα μήνα σε απατούσε! Δεν είπαμε ότι… προσπάθησε να την προσγειώσει η Βαρβάρα
– Τον αγαπάω ρε Βαρβάρα! φώναξε έτοιμη να ξαναμπήξει τα κλάματα η Δώρα
– Σε πήρε τηλέφωνο; ρώτησε με έκπληξη ο Μανώλης, που με δυσκολία κατάπιε τη φράση “ας τον αγαπάς, θα σου περάσει”, που ήταν η πρώτη που του ήρθε στο νου. Για να σε πήρε τηλέφωνο, πάει να πει πως όντως μετάνιωσε! συνέχισε. Έτσι είμαστε εμείς οι άντρες, επιπόλαιοι. Σίγουρα το ξανασκέφτηκε και κατάλαβε το λάθος του!
– Λες Μάνο μου; αναθάρρησε η Δώρα
– Σίγουρα! Πήγαινε στ’ αγόρι σου, τρέχοντας κιόλας! συμπλήρωσε ο Μανώλης θριαμβευτικά
– Δίκιο έχεις! Πάω! είπε η Δώρα και δίνοντας ένα δυνατό φιλί στο μάγουλο του Μανώλη, έφυγε απ’ το σπίτι, χωρίς να πει ούτε λέξη στη Βαρβάρα που τους κοιτούσε αποσβολωμένη.
– Τι έκανες ρε Μάνο; διαμαρτυρήθηκε η Βαρβάρα
– Άσε με ρε Βανούλα με την τρελοκαμπέρω τη φίλη σου! Άσε να φύγει να φάμε μια μπουκιά με την ησυχία μας, που κάθεται και κλαψουρίζει τόση ώρα και μου έχει σπάσει τα νεύρα! Πάλι καλά που την πήρε αυτός τηλέφωνο κι έφυγε, να ηρεμήσουμε!
– Και δε μου λες… για να έχουμε καλό ρώτημα… το εννοούσες αυτό που είπες πριν;
– Ποιο ρε Βανούλα;
– Ότι οι άντρες είστε επιπόλαιοι και… δεν πιστεύω όσο είμαστε μαζί, να έκανες κι εσύ καμιά τέτοια… επιπολαιότητα! τον κοίταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες
– Εγώ; Εγώ σ’ αγαπάω ρε Βαρβάρα! της είπε λεπταίνοντας επίτηδες τη φωνή του και ξέσπασε σε δυνατά γέλια
– Βάνα, Μάνο μου! Βάναααα! του είπε αυστηρά και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στη μύτη
***Αν θα ήθελες να διαβάσεις κι άλλες ιστορίες με την Βαρβάρα & τον Μανώλη, πάτα ένα like!***
Κική Γιοβανοπούλου
