Τέλη φθινοπώρου, η Αέλια επέστρεψε από τη Σικελία όπου έμεινε μερικές βδομάδες με τους γονείς της. Την τελευταία φορά που είχαν έρθει στην Ελλάδα για το γάμο του Αντωνίου, η μητέρα της εμφάνισε αδιαθεσία και έφυγαν νωρίτερα από ό,τι είχαν υπολογίσει. Ακόμα δεν φαινόταν να είχε ανακτήσει την ενέργειά της, αλλά καθησύχαζε την κόρη της ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί. Τουλάχιστον έτσι της έλεγε. Συμφώνησαν να προχωρήσουν σε μια νέα επιχειρηματική κίνηση στη Σαουδική Αραβία και θα ταξίδευαν οικογενειακώς μόλις η μητέρα της αισθανόταν καλύτερα.
«Αυτά κι αν είναι νέα!»
«Εσύ τι έκανες όσο έλειπα, Πέτρο;»
«Γυρνούσα, ξέρεις»
«Ξέρω, για αυτό σου λέω να προσέχεις»
«Ας τα αφήσουμε αυτά, μη σε ανησυχούν. Πώς πάνε οι ετοιμασίες για το κοινωνικό εστιατόριο;»
«Αργά αλλά σταθερά», τέντωσε το χέρι της για να ανοίξει το συρτάρι στο γραφείο της. Δεν συνήθιζαν να κάθονται εκεί, αλλά η Αέλια είχε μια επίσημη πρόταση για εκείνον.
«Αυτό τι είναι;» ρώτησε παίρνοντας στα χέρια του τον φάκελο που του έδωσε.
«Ετοιμάζω μια δημοπρασία και τα έσοδα θα μοιραστούν σε φιλανθρωπικές οργανώσεις και στο κοινωνικό εστιατόριο. Θέλω να την οργανώσεις εσύ»
«Με προσλαμβάνεις; Καλά κατάλαβα;»
«Ναι, από ό,τι ξέρω δεν εργάζεσαι αυτόν τον καιρό. Εγώ έχω μεγάλο φόρτο εργασίας και πρέπει να το δώσω σε κάποιον άλλον. Εδώ είναι μια λίστα με τα αντικείμενα που θα πωληθούν. Στον φάκελο είναι διάφορες οργανώσεις από τις οποίες θα διαλέξεις δύο για να μοιραστούν τη δωρεά»
«Εγώ θα το κάνω και αυτό;»
«Δείξε λίγη καλή θέληση. Βρες χώρο, στείλε προσκλήσεις, κανόνισε τα όλα. Και μην ξεχάσεις να αγοράσεις κοστούμι. Στο φάκελο υπάρχει μια προκαταβολή για τα προσωπικά σου έξοδα»
Ο Πέτρος άνοιξε τον φάκελο και έβγαλε την επιταγή. Την έφερε τόσο κοντά στο πρόσωπό του που τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
«Όλα αυτά για προσωπικά έξοδα;»
«Τα μισά κάνει το κοστούμι», είπε και ξάπλωσε την πλάτη της στην καρέκλα.
«Με το μαλακό, είμαι καινούργιος»
«Όλοι ήμασταν κάποτε», έκλεισε τα μάτια της που πονούσαν πλέον από την αϋπνία.
«Χαλάζι!»
«Τι;», είπε στρέφοντας το κεφάλι της προς το παράθυρο που ήταν πίσω της.
«Κι όμως, χιονίζει. Κοίτα!»
Έτρεξαν και οι δύο στον κήπο και έφεραν μέσα τις γάτες τους, ενώ το χιόνι γινόταν όλο και πιο βαρύ. Άναψαν το τζάκι στο μεγάλο σαλόνι και έκατσαν δίπλα στη φωτιά. Η μικρή Δούκισσα ξάπλωσε και αυτή μπροστά από το τζάκι για να στεγνώσει τη γούνα της. Ο μεγάλος γάτος έπαιζε με την ουρά της και την ενοχλούσε. Η κυρία Φράνσις έφτιαξε ζεστό κρασί με μήλο και κανέλα, αλλά μέχρι να το σερβίρει, η Αέλια είχε αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα. Ο Πέτρος με τον Δούκα μέσα στο σακάκι του, την καληνύχτισαν και έφυγαν αθόρυβα.
Εκείνα τα Χριστούγεννα ήταν λευκά με δώρα ξεχωριστά για τον καθένα. Εκείνη γιόρτασε σε ρεβεγιόν και φιλανθρωπικές δεξιώσεις, ενώ ο Πέτρος με τις ξαδέρφες του στο σπίτι της θείας Χριστίνας.
*****
Μόλις τελείωσε ο βαρύς χειμώνας, έκλεισε και ο κύκλος ετοιμασιών για τη δημοπρασία. 12 Μαρτίου ήταν όλα έτοιμα.
Η Αέλια ήταν τόσο ανυπόμονη, που δεν άκουγε την μακιγιέρ της και βλεφάριζε έντονα μουτζουρώνοντας τα μάτια της. Σήκωνε το χέρι μπροστά στο πρόσωπό της για να βλέπει την ώρα στο χρυσό ρολόι της και φτερνιζόταν από το άρωμά της.
«Αγχώσατε και την κυρία Φράνσις», είπε η νεαρή κοπέλα και φύσηξε το πινέλο με το ρουζ. Γύρισε και είδε την οικονόμο να σέρνει πάνω κάτω στο δωμάτιο τη λευκή χρυσοκέντητη τουαλέτα.
Φόρεσε από μέσα ένα λεπτό φόρεμα που θα έκανε την εντυπωσιακή τουαλέτα λιγότερο αποκαλυπτική και έπιασε τα μαλλιά της χαμηλά. Στάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη περιμένοντας την οικονόμο να φέρει ένα από τα διαμαντένια περιδέραια. Όταν ακούστηκε ο σοφέρ να κορνάρει, η μακιγιέρ κοιτώντας από τη μπαλκονόπορτα φώναξε:
«Γρήγορα, κυρία, γρήγορα!»
Κατέβαινε βιαστικά τις κυκλικές σκάλες σέρνοντας τη μακριά τουαλέτα της πάνω στα μαρμάρινα σκαλοπάτια και ο Πέτρος την κοιτούσε προσεχτικά μήπως παραπατήσει.
«Πόση ώρα περίμενες;»
«Όχι πολύ, μισή ώρα μόνο», της είπε βαριεστημένα.
«Πιο γρήγορα», αναφώνησε εκείνη με μια ανάσα. «Θα αργήσουμε!»
Αφού ευχαρίστησε από το βήμα τους παρευρισκόμενους, τους υπεύθυνους και τον Πέτρο, η διαδικασία της δημοπρασίας ξεκίνησε. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ήταν η όμορφη γυναίκα στην αίθουσα εκείνο το βράδυ. Μοσχοβολούσε βανίλια, τα μαλλιά της γυάλιζαν ακόμα και πιασμένα και το φυσικό μακιγιάζ σε γήινες αποχρώσεις, κολάκευε τα μεγάλα μάτια στο στρογγυλό της πρόσωπο. Όμως αυτά δεν φτάνουν για να πεις ότι μια γυναίκα είναι τόσο όμορφη.
Εκείνο το βράδυ αντάλλαξε ένα μέρος του πλούτου της με πολλά παιδικά χαμόγελα και κουνιστές ουρίτσες, όπως είχε επιλέξει ο Πέτρος, να μοιραστούν τα έσοδα σε ένα ορφανοτροφείο και ένα καταφύγιο ζώων. Πωλήθηκαν κρυστάλλινα διακοσμητικά, πίνακες, έργα τέχνης και το κολιέ με το πράσινο σμαράγδι που η Αέλια είχε φορέσει πρώτη φορά στην κηδεία των γονιών του Πέτρου.
Η επιβλητική αίθουσα με την διακριτική διακόσμηση, το έντονο φως και τα λευκοστολισμένα τραπέζια, ήταν γεμάτη με πλήθος προσκεκλημένων που έσπευσαν να σηκώσουν τα καρτελάκια τους για να ενισχύσουν τον φιλανθρωπικό σκοπό. Ούτε ένας δεν βρήκε ατέλεια στην διοργάνωση και η Αέλια κρατώντας το ποτήρι με την σαμπάνια της, περηφανευόταν για τον Πέτρο στις φίλες της. Η βραδιά έκλεισε με πολλά ικανοποιημένα χαμόγελα για την πρώτη τους επιτυχημένη επαγγελματική συνεργασία. Ήταν επιτέλους καιρός για λίγη ξεκούραση.
*****
«Δεν μπορώ να μην το πω, μυρίζει φανταστικά!»
«Λες να το πέτυχα;», τον ρώτησε. Η κατσαρόλα άχνιζε στο πρόσωπό της και τα λαχανικά μοσχοβολούσαν σε όλη την κουζίνα της.
«Ναι, να δοκιμάσω το αλάτι;»
«Βέβαια», είπε παίρνοντας λίγη από την σάλτσα και έβαλε ανάποδα την παλάμη της κάτω από το κουτάλι.
«Είναι πολύ ωραίο και ας το κάνεις πρώτη φορά. Θέλει μόνο λίγο παραπάνω πιπέρι», παρατήρησε ο Πέτρος και σκούπισε τα χείλη του στην πετσέτα.
«Δεν θα το σηκώσεις;», άκουσε το κινητό του που χτυπούσε ασταμάτητα.
«Όχι, καλύτερα να το βάλω στο αθόρυβο»
«Μπορεί να είναι κάτι σημαντικό», επέμεινε και ανακάτεψε ξανά την σάλτσα.
«Θα την πάρω το απόγευμα, δεν πειράζει»
«Τι είναι αυτή η φασαρία; Το ακούς και εσύ;»
«Κυρία, είναι έξω μια κοπέλα και γυρνάει την γειτονιά ψάχνοντας τον κύριο Πέτρο. Είναι και ένας άντρας μαζί της και φαίνεται πολύ νευριασμένος», εμφανίστηκε η οικονόμος με γουρλωμένα μάτια.
«Πηγαίνω έξω», είπε ο Πέτρος και η Αέλια έσβησε βιαστικά την κουζίνα.
«Περίμενέ με», του φώναξε. «Κυρία Φράνσις», είπε βγάζοντας την πόδια από τη μέση της. «Ο φρουρός να είναι έτοιμος για παν ενδεχόμενο»
«Εσύ είσαι ο Πέτρος;», ρώτησε ο μελαμψός άντρας και τράβηξε την κοπέλα από το χέρι να έρθει πιο κοντά του. Εκείνη τον έδειξε με το δάχτυλο και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
«Εγώ είμαι»
«Γιατί δεν σηκώνεις το τηλέφωνο που σε παίρνει η Ναντιάννα; Κρύβεσαι;»
«Δεν έχω λόγο να κρύβομαι, θα μου πεις τι συμβαίνει; Ποιος είσαι;»
«Με αυτήν ήσουν, για αυτό εξαφανίστηκες και σε ψάχνει η αδερφή μου;», είδε την Αέλια που βγήκε ξοπίσω του. «Πες στο κοριτσάκι τέρμα και θα γυρίσεις στην Ναντιάννα, αλλιώς θα έχουμε μεγάλο πρόβλημα»
«Κυρία για σένα και δεν σου επιτρέπω κάτι λιγότερο», επενέβη η Αέλια. «Και τι τρόπος είναι αυτός; Γιατί ανακατεύεσαι τι θα κάνουν μεταξύ τους;»
«Κυρία», είπε με τον ίδιο τόνο αφήνοντας ένα γέλιο να ακουστεί. «Άφησε έγκυο την αδερφή μου και δεν θα ανακατευτώ;»
«Ναντιάννα, είναι αλήθεια;»
«Ναι, έκανα τεστ. Είμαι έγκυος»
«Θα αναλάβεις τις ευθύνες σου σαν σωστός άντρας από εδώ και πέρα», τον πρόσταξε άγρια και πήρε την αδερφή του πίσω στο αυτοκίνητο.
«Πέτρο…»
«Αέλια… Δεν ξέρω τι να πω, τα έχω χαμένα»
«Έλα, πάμε μέσα στο σπίτι», είπε και τον πήρε και εκείνη από το χέρι.
«Συγγνώμη, δεν έχω όρεξη πια», έσπρωξε το πιάτο του στην άκρη.
«Δεν πειράζει. Ούτε εγώ έχω. Πώς έγινε αυτό;»
«Ούτε που θυμάμαι»
«Θα έπρεπε όμως για να λέμε την αλήθεια. Είναι σοβαρά πράγματα αυτά και πρέπει να ανταποκριθείς στην κατάσταση όπως αρμόζει»
«Ναι, θα το αναγνωρίσω, αυτό είναι σίγουρο. Δεν μπορώ να το πιστέψω όμως», ξεφύσηξε δυνατά.
«Δεν είναι και λίγο να μαθαίνεις ότι θα γίνεις πατέρας», είπε και έκατσε πιο κοντά του.
«Δεν είμαι έτοιμος, θα ήθελα κάποια στιγμή, αλλά όχι τώρα και όχι με εκείνη»
«Δεν μπορούμε όμως να το αλλάξουμε. Βάλε τα σε μια σειρά, γιατί οι προτεραιότητές σου δεν θα είναι οι ίδιες»
«Πρέπει να βρω δουλειά»
«Να φτιάξεις ένα δωμάτιο για όταν θα μένει μαζί σου»
«Να πάρω τα βουνά καλύτερα»
«Να πάρεις κανένα βιβλίο εκπαίδευσης γονέων να ξέρεις τι έρχεται. Εγώ δεν ξέρω από μωρά και δεν μπορώ να σε βοηθήσω»
«Θα τρελαθώ»
«Θα τα καταφέρεις, δεν σου επιτρέπω κάτι λιγότερο», είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά.
Η Αέλια και τα κορίτσια έφτασαν στο εστιατόριο και βολεύτηκαν στο τραπέζι. Ο Πέτρος έπαιρνε παραγγελίες φορώντας μακριά μαύρη ποδιά. Μόλις τις είδε πλησίασε κοντά τους.
«Κοσμοπόλιταν», παρήγγειλε η Αέλια και εκείνος το έγραψε βιαστικά στο μπλοκάκι που κρατούσε και πήγε γρήγορα σε άλλο τραπέζι.
«Γιατί ντράπηκε αυτός;», ρώτησε η Αναστασία.
«Δεν ντράπηκε, έχει απλώς πολλή δουλειά», τον δικαιολόγησε η Αέλια και προσπάθησε να αλλάξει θέμα ρωτώντας για τα σκουλαρίκια της.
«Εγώ τα σχεδίασα», πετάχτηκε η Στέλλα, παίρνοντας τα συγχαρητήρια από τα κορίτσια. Κρέμονταν μακριά και γεωμετρικά με κόκκινα ρουμπίνια και μπερδεύονταν με τις χρυσές της μπούκλες.
«Είναι τέλεια», την ευχαρίστησε η Αναστασία.
«Κορίτσια, εγώ τελείωσα την πτυχιακή μου και τον Ιούνιο θα πάρω το δεύτερο πτυχίο μου», ανακοίνωσε η Κική που επιτέλους ξεμπέρδεψε με την εργασία της.
«Ευτυχώς προλαβαίνω να ράψω φόρεμα»
«Θα είσαι εδώ, Αναστασία;»
«Ναι, το νέο κάστινγκ δεν πήγε καλά και δεν έχω κλείσει κάτι για τη νέα σεζόν. Όμως είναι μια ευκαιρία να είμαι μαζί σας στην αποφοίτηση. Θα μείνω όλο το καλοκαίρι και για τα γενέθλια της Αέλιας. Ίσως κανονίσω να πάμε και στην Αίγυπτο που μου το έχει ζητήσει ο Κίμωνας»
«Τα γενέθλια… πέρασε ένας χρόνος κιόλας! Φέτος θα πούμε στον οδηγό να μας παραλάβει ακριβώς έξω από το μαγαζί που θα πάμε», πρότεινε η Στέλλα που θυμήθηκε την επίθεση που είχαν δεχτεί πέρσι όταν έφευγαν από το Κάλενταρ.
«Ευχαριστούμε, Πέτρο», είπε η Αέλια και δοκίμασε το ποτό της.
«Καλή αρχή», του ευχήθηκε η Κική και σήκωσε το ποτήρι της να τσουγκρίσει με τα κορίτσια.
«Σε μωρό…, ε, σε ευχαριστώ»
«Κάτι έχεις εσύ σήμερα», τον κοίταξε προσεχτικά η Αναστασία.
«Σαν να χρειάζεσαι ένα διάλειμμα, είσαι λίγο χλωμός», συμφώνησε η Στέλλα.
«Μάλλον έχετε δίκιο, ίσως θα έπρεπε να φύγω λίγο καιρό στο Κάιρο να ηρεμήσω», είπε κοιτώντας το κενό.
«Κάιρο; Να δεις που μάλλον θα κάνουμε διακοπές μαζί φέτος!»
«Τι διακοπές λέτε; Τώρα δεν ξεκίνησες την δουλειά, Πέτρο;»
«Κορίτσια, αφήστε τον, μην τον καθυστερούμε άλλο και του κάνουν παρατήρηση, κρίμα είναι», είπε η Αέλια και δάγκωσε τα χείλη της.
«Τι έπαθες εσύ; Κουβέντα κάναμε»
«Τον είδες να είναι καλά για κουβέντα; Ούτε τον δίσκο δεν μπορεί να κρατήσει ίσια!»
«Αυτό το μωρό που είπε τι ήταν;», ρώτησε η Κική.
«Αυτό ακριβώς που λέει η λέξη», απάντησε και τα κορίτσια σιώπησαν και γύρισαν και τον κοίταξαν όλες μαζί.
Πήγαινε πάνω κάτω στον διάδρομο της κλινικής και έπιανε νευρικά το κεφάλι του.
«Γιατί αργούν;» την ρώτησε.
«Υπομονή», είπε η Αέλια ενώ κοιτούσε έξω από το παράθυρο τα ανθισμένα μπαλκόνια της πολυκατοικίας απέναντι στο δρόμο. Έκανε αφόρητη ζέστη και έσφιγγε στο χέρι την βεντάλια της. Τα καστανά μαλλιά της είχαν φουντώσει και τα έδεσε χαμηλά κοιτώντας την αντανάκλασή της στο παράθυρο.
«Θα πάει καλά λες;»
«Το καλά είναι σχετικό. Δες το ως μια ευκαιρία να αναθεωρήσεις τις πρόσκαιρες σχέσεις»
«Δεν είμαι για σοβαρές σχέσεις εγώ, ακόμα να με μάθεις;»
«Ένα παιδί όμως δεν είναι πρόσκαιρο και δεν φταίει σε τίποτα», του απάντησε αυστηρά.
«Δεν αντιλέγω, αλλά δεν θα είμαι καλός πατέρας»
«Πέτρο, το ξέρω ότι φοβάσαι. Και εγώ φοβάμαι. Αλλά ξέρω ότι θα σταθείς άξιος σε αυτό το ρόλο»
«Εσύ γιατί φοβάσαι; Πιστεύεις ότι δεν θα γινόσουν καλή μητέρα;»
«Έχω πολύ υψηλές απαιτήσεις από τον εαυτό μου»
«Εγώ πάλι δεν έχω καθόλου»
«Για αυτό γυρνάς και δίνεσαι στην καθεμία;»
«Εσύ για αυτό δεν πλησιάζεις άντρα;»
«Ποιος σου είπε ότι δεν πλησιάζω άντρα;»
«Περίμενα πως αν είχες κάποιο φλερτ θα το ήξερα, απέναντι μένω»
«Ίσως δεν πρόσεξες καλά, Πέτρο»
«Ναι, μου το έχεις ξαναπεί ότι δεν προσέχω»
«Δεν ήθελα να σε κατηγορήσω»
«Όχι, να κρυφτείς ήθελες όπως και εγώ. Γιατί δεν έρχεσαι και εσύ στο Κάιρο με τις φίλες σου;»
«Δεν κρύβομαι επειδή είπα ότι φοβάμαι να γίνω μητέρα και για αυτό προσέχω»
«Για αυτό απέχεις θέλεις να πεις! Αλλά νομίζω ότι αυτό που φοβάσαι περισσότερο είναι να αγαπήσεις. Όπως και εγώ»
«Δεν είχα έρθει ποτέ στο Κάιρο», θυμήθηκε ξαφνικά.
«Θα σου άρεσε. Είναι αρχοντική πόλη. Το σπίτι χτίστηκε το ’50, ήταν ίδιο ακόμα όπως το είχε ο κάτοχός του όταν το αγόρασε η γιαγιά μου. Πήλινα ζωγραφισμένα στο χέρι, πολύχρωμα χαλιά, πετρόχτιστο με φοίνικες στον κήπο. Μαγευτικό μέρος»
«Ποιος ξέρει, ίσως πάμε μια μέρα», είπε παρασυρμένη από την περιγραφή του.
«Θα πάμε, γιατί όχι; Τώρα αν πάμε με μωρό ή με συντρόφους δεν ξέρω»
«Με φίλους θα πάμε είναι πιο σίγουρο»
«Πάλι το αποφεύγεις. Τόσο πολύ φοβάσαι να εμπιστευτείς;»
«Μιλάς εσύ που δεν έχεις αφήσει ποτέ γυναίκα να σε αγγίξει πέρα από το σώμα»
«Τελικά μοιάζουμε σε αυτό, δεν μπορούμε να ερωτευτούμε»
«Δεν έχεις ερωτευτεί ποτέ;», τον ρώτησε και έκατσε δίπλα του στον διθέσιο καναπέ.
«Αν το είχα νιώσει θα το ήξερα πιστεύω. Εσύ;»
«Στο λύκειο μου άρεσε ο καθηγητής της φιλολογίας, αλλά μου έφυγε όταν διαφωνήσαμε για ένα ποίημα του Παλαμά»
Εκείνος γέλασε και θυμήθηκε την αγαπημένη του σονάτα του Ρίτσου.
«Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε»
«Έχουμε πολύ ταξιδέψει το σώμα σου και εγώ, έχουμε φανταστεί όσα ένα σώμα και ένα εγώ μπορούν να φανταστούν»
«Μου αρέσει ο έρωτας», της είπε και της έπιασε το χέρι. «Τα δυνατά συναισθήματα. Κάθε τι που με ταξιδεύει είναι κομμάτι μου. Και εσύ ανήκεις σε αυτά. Δεν είχα ποτέ δίπλα μου μια γυναίκα που να μπορεί να με επηρεάζει τόσο»
«Καλό είναι τώρα αυτό;», τον ρώτησε.
«Βέβαια, γιατί μου δείχνεις το σωστό όταν δεν μπορώ να το δω. Η φιλία σου μου είναι πολύτιμη»
«Με ένα διάλειμμα 17 χρόνων»
«Θα το αναπληρώσουμε το κενό», της υποσχέθηκε.
«Να πάμε ξανά στην παραλία με τις κόκκινες ομπρέλες!»
«Πού το θυμήθηκες;» χαμογέλασε. «Παίρναμε τα κουβαδάκια και χτίζαμε κάστρα στην άμμο και ερχόταν ο γιος των Παυλόπουλων και μας τα γκρέμιζε»
«Και μετά κρυβόμασταν από τους γονείς μας γιατί του φέρναμε τα κουβαδάκια στο κεφάλι», είπε και το κλάμα του οκτάχρονου παιδιού ήχησε ξανά στα αυτιά της.
«Ωραία χρόνια! Φορούσες εκείνο το ροζ καπελάκι και τώρα είσαι ολόκληρη γυναίκα. Και εγώ θα γίνω πατέρας»
«Κάτσε να δούμε πώς θα πάει», τον ενθάρρυνε.
Η γραμματέας βγήκε και τους κάλεσε να την ακολουθήσουν στο γραφείο. Έκατσαν στις δερμάτινες πολυθρόνες και ο Πέτρος έτριψε τα ιδρωμένα χέρια στα γόνατα του. Η Αέλια ανακουφίστηκε από τη δροσιά του δωματίου και έγειρε την πλάτη της πίσω ακουμπώντας στο κεφαλάρι του καθίσματος.
«Κύριε Καστράτο, τα αποτελέσματα του τεστ ήταν αρνητικά», ανακοίνωσε ο γιατρός και πετάχτηκαν και οι δύο όρθιοι.
«Δεν είμαι ο πατέρας;», ξεφώνισε ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του και η Αέλια τον αγκάλιασε σφιχτά. Ό,τι κι αν είχε σκοπό να κερδίσει η Ναντιάννα, το έχασε και επίσημα.
Η καθημερινότητά τους μπορούσε πια να γυρίσει πίσω στους συνηθισμένους ρυθμούς.
*****
Τελευταία ημέρα ενός από τα πιο ζεστά καλοκαίρια που είχε γνωρίσει η πόλη και η Αέλια περίμενε τις λιμουζίνες να μαζευτούν έξω από το σπίτι της. Στις 9 ακριβώς θα αναχωρούσαν όλοι μαζί για το σημείο του πάρτι των γενεθλίων της.
Φορούσε ένα πολύχρωμο φόρεμα με μεγάλα μοτίβα και ψηλές μαύρες γόβες. Το πρόσωπό της ήταν αψεγάδιαστο, σχεδόν φυσικό, με μοναδικό έντονο στοιχείο τα κατακόκκινα χείλη. Τα μαλλιά της λιτά, σχημάτιζαν ανάλαφρες μπούκλες. Το άρωμά της τόσο ξεχωριστό που θα μπορούσε να το κλέψει μια πεταλούδα για να το χαρίσει στο αγαπημένο της λουλούδι. Κινήθηκε σαν αερικό που παρασέρνεται στους ανέμους, την τύλιξαν στην αγκαλιά τους όλοι οι αιθέρες και το αστέρι της περίμενε και αυτό ένα της βλέμμα για να λάμψει.
Είναι η αγάπη ο λόγος; Πάντα είναι. Αυτή έκανε τον Πέτρο κομμάτι ενός κόσμου που είχε ξεχάσει. Ακόμα παράταιρος και αταίριαστος αλλά χαρούμενος για την προσοχή που είχε από αυτή τη γυναίκα. Και αυτό προς το παρόν του έφτανε.
Ο Πέτρος με τον φίλο του τον Κώστα ακολούθησαν τις λιμουζίνες μέχρι το σπίτι της Φραντσέσκας, ξαδέρφης της Αέλιας. Εκείνη ανέλαβε το μεγάλο πάρτι έκπληξη.
Με μαύρο μαντήλι στα μάτια, οδήγησαν την Αέλια μέχρι την πισίνα της έπαυλης που ήταν στολισμένη με μεγάλες κόκκινες ανθοδέσμες. Ψηλά στρογγυλά τραπέζια ήταν τριγύρω με αναμμένα κεριά και κανάτες γεμάτες πάγο και σαμπάνιες.
Αντάλλαξε με όλους τους καλεσμένους ευχές και φιλιά και έκατσε παρέα με την ξαδέρφη και τις φίλες της που γνώριζε πρώτη φορά εκείνο το βράδυ. Οι εντυπωσιακές καλλονές όμως, μετά από αρκετά ποτήρια σαμπάνια άρχισαν να χορεύουν ημίγυμνες με τα αγόρια και να τα τραβούν στην πισίνα πιτσιλώντας τους πάντες. Η Φραντσέσκα χόρευε με τον Πέτρο και δεν έχανε ευκαιρία να τον τραβά πάνω της.
Οι φίλες της Αέλιας έφυγαν πρώτες από το πάρτι με τους συνοδούς τους, χωρίς να σχολιάσουν την εξέλιξη του πάρτι. Όμως ούτε εκείνη αισθανόταν πια άνετα και αποφάσισε να αποχωρήσει νωρίτερα από ό,τι περίμενε. Καληνύχτισε τους καλεσμένους και ανέβηκε στον πρώτο όροφο να βρει την ξαδέρφη της.
Στην κορυφή της σκάλας αντίκρυσε τον Πέτρο να φιλάει παθιασμένα μια από τις καλλονές και την Φραντσέσκα να βγαίνει έξαλλη από το υπνοδωμάτιό της. Μόλις τους είδε, έκανε σκηνή φωνάζοντας και βρίζοντας στα Ιταλικά.
«Αυτό παραπάει!», πρόλαβε να πει η Αέλια μόλις τις είδε να πιάνονται στα χέρια για χάρη του Πέτρου και να ξεμαλλιάζει η μία την άλλη. Έκανε μεταβολή και άρχισε να κατεβαίνει τις κυκλικές σκάλες χωρίς να κοιτάξει πίσω της.
Ο Πέτρος που την είδε, την ακολούθησε και άρχισε να τραβάει το φόρεμά της για να την σταματήσει.
«Θα σε πάω εγώ σπίτι με τον Κωστή», της είπε.
«Με περιμένει ο οδηγός μου»
«Πες του να φύγει, θα σε πάμε εμείς»
«Εσύ να φύγεις Πέτρο, έχεις αφήσει τη δουλειά σου στη μέση»
«Ποια δουλειά; Την τελείωσα»
Έπιασε το κάγκελο της σκάλας και το έσφιξε με την παλάμη της κοιτώντας τον με τεντωμένα μάτια.
«Πώς την τελείωσες;»
«Έτσι όπως το εννοείς φαντάζομαι. Στάσου, μην τρέχεις πάλι!»
«Εγώ εννοούσα να τις σταματήσεις που τσακώνονται για σένα, αλλά μάλλον δεν σε ενδιαφέρει. Ούτε που φεύγω τρέχοντας από το πάρτι των γενεθλίων μου»
«Αέλια, γιατί φεύγεις;», τους πρόλαβε και η Φραντσέσκα και στάθηκε απέναντί της φτιάχνοντας το φόρεμα και τα μαλλιά της.
«Δεν μου άρεσε αυτό που έγινε. Να μαλλιοτραβιέστε ημίγυμνες στα γενέθλιά μου!»
«Το όμορφο αγόρι φταίει», απάντησε στα ιταλικά.
«Το όμορφο αγόρι. Καληνύχτα, Πέτρο. Καληνύχτα, ξαδέρφη. Περιττό να πω ότι δεν θα χρειαστεί να επιμεληθείς τα γενέθλιά μου ποτέ ξανά»
*****
«Και η Φραντσέσκα με τις φίλες της δεν πάνε πίσω, μην τα ρίχνεις όλα σε αυτόν», είπε η Αναστασία παίρνοντας το βάζο από τα χέρια της Αέλιας που ήταν έτοιμη να το σπάσει. Τα κορίτσια είχαν μαζευτεί στο σπίτι της για να την συνεφέρουν.
«Μην τον δικαιολογείς, είναι ίδιος, ακόμα ίδιος. Δεν άλλαξε καθόλου!», φώναζε και πετούσε τα πράγματα στο υπνοδωμάτιό της.
«Ό,τι έγινε έγινε, δεν αλλάζει όσο και να το συζητάμε. Είναι ελεύθερο πνεύμα ο Πέτρος, δεν μπαίνει σε καλούπια και κανόνες σαν εμάς. Σκέψου το καλά γιατί θα κάνεις συνέχεια πισωγυρίσματα αν δεν το ξεκαθαρίσεις μέσα σου»
«Το ξέρω», είπε και κοίταξε έξω από το παράθυρο απέναντι στο σπίτι του.
«Η φιλία θέλει δουλειά, το πιάσατε από εκεί που το αφήσατε και προφανώς δεν ήταν το ίδιο, έχουν περάσει τόσα χρόνια», είπε η Στέλλα και σταύρωσε τα χέρια της. «Μίλησέ του και αν δεν μπορείτε να υποχωρήσετε, τραβήξτε ο καθένας το δρόμο του»
«Είναι καλό παιδί, όλες τον συμπαθούμε», είπε η Κική και πλησίασε κοντά της. «Προσπαθήστε να το αφήσετε στην άκρη, αξίζει να το δοκιμάσετε»
«Το ξέρω ότι αξίζει», μουρμούρισε εκείνη και έκλεισε απότομα τις κουρτίνες.
«Θα σου πω κάτι που δεν θα σου αρέσει, Αέλια. Νόμιζες ότι επειδή του έβαλες ένα κοστούμι και του έδωσες μια δουλειά στην εταιρεία σου ότι θα τον άλλαζες;», ρώτησε η Αναστασία και την είδε να κατεβάζει τα μάτια χαμηλά.
*****
Η Αέλια μπήκε στο εστιατόριο κρατώντας σφιχτά την τσάντα της πάνω στο μακρύ φόρεμά της. Κοιτούσε αμήχανα γύρω της μέχρι που ένας σερβιτόρος την πλησίασε για να της προτείνει τραπέζι.
«Ψάχνω τον Πέτρο, θα μπορούσε να με εξυπηρετήσει εκείνος;». ρώτησε διστακτικά.
«Ναι, ακολουθήστε με παρακαλώ»
Μπροστά από το μπαρ ο Πέτρος έβαζε δύο κολονάτα ποτήρια και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί πάνω στο δίσκο. Δίπλα, στα ψηλά σκαμπό, κάθονταν δύο γυναίκες που έπιναν το ποτό τους με τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου. Μελαχρινές και οι δύο με μακριές μπούκλες, ροδοκόκκινα μάγουλα και μεγάλα χαμόγελα. Η μία από τα δεξιά του ιδιοκτήτη φορούσε στενό παντελόνι και αέρινο τοπ και είχε τα πόδια σταυροπόδι. Η άλλη αριστερά, φορούσε μίνι φόρεμα και τέντωνε το χέρι της για να χαϊδεύει το μπράτσο του Πέτρου. Εκείνος έσκυψε και ψιθύρισε κάτι στο αυτί της που την έκανε να γελάσει δυνατά.
Ο Πέτρος γύρισε το πρόσωπό του για να ακούσει τον σερβιτόρο που τον πλησίασε από πίσω.
«Σε ζητάει μια κοπέλα», του είπε.
«Πού;»
«Εκεί πίσω στέκεται όρθια»
«Πού, βρε Μάνο; Δεν βλέπω καμία», ρώτησε τεντώνοντας τον λαιμό του για να δει μέχρι έξω.
«Εκεί που σου δείχνω στεκόταν», είπε ο σερβιτόρος και με το δάχτυλο έδειξε την εσωτερική πόρτα του εστιατορίου. «Αλλά μάλλον έφυγε»
«Πώς ήταν;», ρώτησε ο Πέτρος.
«Καστανή, ψηλή, αδύνατη, κάπως ντροπαλή. Ζήτησε να την εξυπηρετήσεις εσύ»
«Κατάλαβα, σε ευχαριστώ. Πάω γιατί έχω καθυστερήσει την παραγγελία στο 6»
*****
Φυσούσε φθινοπωρινός νοτιάς και παρέσερνε τα φύλλα και τα χώματα στο δρόμο. Η Αέλια βγήκε από τη θέση του συνοδηγού και φύλαξε τα γυαλιά ηλίου της στην τσάντα. Έψαχνε τα κλειδιά του σπιτιού όταν τον είδε να έρχεται φουριόζος προς το μέρος της.
«Τι θέλεις;», του είπε απότομα κοιτώντας τον συνοδό της που κλείδωνε το αυτοκίνητο.
«Ήρθες τις προάλλες στο μαγαζί;». την ρώτησε ο Πέτρος.
«Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή», μάσησε τα λόγια της.
«Χαίρεται, είμαι ο Τριαντάφυλλος», συστήθηκε ο άντρας.
«Χαίρεται», αποκρίθηκε και ο Πέτρος. Έπιασε και του έσφιξε το χέρι ενώ κοιτούσε ακόμα την Αέλια. «Γιατί δεν έμεινες να μιλήσουμε;»
«Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή»
«Γιατί με αποφεύγεις;»
«Δεν σε αποφεύγω, ήρθα να μιλήσουμε αλλά είχες δουλειά»
«Ναι, αλλά τώρα με αποφεύγεις», επέμεινε και εκείνη τη στιγμή τα μάτια του γυάλιζαν στο φως και φαίνονταν πιο ανοιχτόχρωμα από ότι ήταν.
«Δεν είμαι διαθέσιμη για κουβέντα αυτή τη στιγμή, δεν βλέπεις;», είπε και τα χέρια της άρχισαν να ιδρώνουν. Έσφιξε πιο δυνατά την τσάντα της για να μην γλιστρήσει από τα δάχτυλά της.
«Εγώ καλύτερα να πηγαίνω. Βλέπω ότι έχετε πολλά να πείτε εσείς οι δύο», είπε ο άντρας.
«Τι κατάλαβες τώρα που έφυγε το ραντεβού μου;»
«Δεν ήθελα να στο χαλάσω», χαμογέλασε αυθόρμητα.
«Το χάρηκες αν κρίνω από το ύφος σου. Εγώ δεν μπορώ να έχω έναν και εσύ θα έχεις δέκα; Έτσι πάει;»
«Αν ήθελε θα περίμενε λίγο και αυτός. Πολύ ανυπόμονος μου φάνηκε»
«Όχι, Πέτρο, ΕΣΥ είσαι ο ανυπόμονος που δεν μπορούσες να έρθεις κάποια άλλη στιγμή αφού είδες ότι γύρισα σπίτι μαζί του»
«ΕΣΥ», είπε τονίζοντας και αυτός τη λέξη. «Γιατί έφυγες από το μαγαζί χωρίς να μου μιλήσεις;»
«Είχες παρέα πάλι», απάντησε σηκώνοντας το φρύδι της και ο Πέτρος μισόκλεισε τα μάτια του πονηρά.
«Κατάλαβα. Να σου εξηγήσω. Τα κορίτσια..»
«Δεν με ενδιαφέρει», τον διέκοψε και του γύρισε την πλάτη.
«Περίμενε», την σταμάτησε πιάνοντας το χέρι της, αλλά εκείνη το τράβηξε απότομα χωρίς να έχει όρεξη να ακούσει άλλο.
Χαιρέτισε με ένα νεύμα τον φρουρό και την κυρία Φράνσις και ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο, ενώ η μικρή Δούκισσα ανέβαινε τα σκαλιά πίσω της.
Πήρε αμέσως τηλέφωνο την Στέλλα να της πει τα νέα. Ήταν καθισμένη πάνω στο κρεβάτι και ενώ μιλούσαν ξεφύλλιζε κάποια παλιά άλμπουμ. Η γάτα της πήδηξε απότομα στο κρεβάτι και έριξε το ποτήρι με το κρασί πάνω στα σεντόνια.
«Περίμενε ένα λεπτό, γιατί η Δούκισσα έριξε το Μοσχάτο πάνω στις φωτογραφίες. Χάλια τα έκανες», παραπονέθηκε στη γάτα της.
«Πού είναι τώρα εκείνος;», ρώτησε η Στέλλα.
«Δεν ξέρω. Σπίτι του με καμία καινούργια ή με δύο ταυτόχρονα», αναστέναξε.
«Τώρα ακούγεσαι σαν να ζηλεύεις!»
«Όχι! Μα είναι δυνατόν;», γέλασε σκουπίζοντας με ένα πανί τα σκεπάσματα και τράβηξε τις φωτογραφίες που βράχηκαν έξω από το άλμπουμ.
«Τι είπε δηλαδή;»
«Ότι τα κορίτσια… ήταν οι ξαδέρφες του! Στέλλα, ήταν οι κόρες της Χριστίνας»
«Τι;»
«Ναι, τι ανόητη που είμαι. Βλέπω μια φωτογραφία που είμαστε στα γενέθλια του Πέτρου στον ιππικό όμιλο. Δίπλα του στέκονται οι γονείς του. Πίσω από τη μαμά του η Χριστίνα κρατάει αγκαλιά της τα κορίτσια. Αυτές ήταν! Δεν τις αναγνώρισα», είπε και νευρίασε με τον εαυτό της.
«Πολλά άλλαξαν τελικά αυτά τα 17 χρόνια και δεν ήσουν έτοιμη»
«Και τώρα; Είμαι πολύ μπερδεμένη, δεν ξέρω τι να κάνω»
«Θέλεις να πάμε αύριο το βράδυ στο εστιατόριο μήπως είναι εκεί να τον δεις;»
«Και τι θα του πω;»
«Ότι φέρθηκες άδικα και ανόητα και να ζητήσεις συγγνώμη»
«Δεν μπορώ»
«Αν δεν είσαι ειλικρινής μαζί του μην περιμένεις να είναι και αυτός. Παραδέξου ότι έκανες λάθος και προχωρήστε παρακάτω»
«Εκείνος όμως τι θα κάνει; Θα παραδεχτεί ότι με πλήγωσε;»
«Κοίταξε πρώτα τι έκανες εσύ και μην σκέφτεσαι τι θα κάνει αυτός. Τώρα είστε και οι δύο στην ίδια θέση και κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή»
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 2ο”
[…] Προηγούμενο […]