Άστο(ν) να φύγει

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα κορίτσι τόσο γλυκό σαν εκείνο το μέλι που κυλάει αργά στην επιφάνεια ενός μελομακάρονου. Αλήθεια, πόσο σιρόπι, πόση ζάχαρη και πόσο μέλι χρειάζεται να καλύψει ένα μικρό γλυκό έδεσμα σαν εκείνο του μελομακάρονου;

Η Κάτια λοιπόν, ήταν ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα ή μάλλον όχι. Ήταν περισσότερο ρομαντική και ευαίσθητη από όσο έπρεπε. Τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της ήταν πιο προσγειωμένα στην πραγματικότητα. Η Κάτια σαν κορίτσι ήθελε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Τι πιο ωραίο από τον έρωτα και την αγάπη που νιώθουν δύο άνθρωποι! Όμως μέχρι τώρα η καρδιά της δεν είχε σκιρτήσει ποτέ για κανένα αγόρι. Στο μεγάλωμά της δεν γνώρισε κανέναν που να της έβγαζε τα βαθιά συναισθήματα της αγάπης. Μόνο μία φορά, η μοναδική και η τελευταία, γνώρισε έναν άντρα όπως εκείνη τον ονειρευόταν από τα νιάτα της. Ερχόταν πολύ κοντά στα δικά της δεδομένα, με το πιο σημαντικό για αυτήν, ότι άγγιζε τις καλλιτεχνικές της κρυμμένες χορδές, γιατί απλά αυτός ο άντρας ήταν ένας σπουδαίος μουσικός της εποχής του. Ένα ταλέντο που είχε ξεπροβάλλει στο κλασικό μουσικό στερέωμα, μεσουράνησε και κυριάρχησε με μεγαλοπρέπεια. Το δεύτερο σημαντικό ήταν ότι ένιωθε άνετα μαζί του σαν να τον ήξερε χρόνια και μπορούσε να επικοινωνήσει καταρχήν ψυχικά και εγκεφαλικά.

Στα δέκα χρόνια της γνωριμίας τους, λίγες ήταν οι κοινές στιγμές τους και πιο λίγες οι πιο προσωπικές. Μακάριοι οι άνθρωποι που αγαπούν και βρίσκουν ανταπόκριση στον έρωτά τους. Μακάριοι οι άνθρωποι που βρίσκουν την αδελφή ψυχή και την κρατούν σφικτά μην την χάσουν. Τα χρόνια κύλησαν σαν νερό, ούτε που κατάλαβε η Κάτια το πότε έφτασε τα πενήντα. Στα χρόνια που πέρασαν από πάνω της, έκανε κάποιες σχέσεις με άλλους άντρες, αλλά μάταιο. Κανείς δεν ήταν σαν εκείνον, το μυαλό της και η καρδιά της είχε μείνει στην βραδιά της γνωριμίας τους, εκεί στην πλατεία του νησιού όταν τον είδε να παίζει την μουσική του.

Οι φίλες της την παρότρυναν να βγει, να γνωρίσει και άλλους ανθρώπους, να φλερτάρει. Στην αρχή ήταν ανένδοτη, μετά όμως αποφάσισε να ακολουθήσει τις προτροπές τους και πήγε μέχρι και σε μπαρ. Εκεί ήταν που γνώρισε την πανωλεθρία, ήταν έξω από τα νερά της. Τι δουλειά είχε αυτή με τα μπαρ και τα ποτά; Μετά γράφτηκε σε σύλλογο, η αλήθεια ήταν ότι οι εκδρομές της έκαναν καλό. Μέσος όρος ηλικίας τα εξήντα πέντε και αυτή ήταν μόνο σαράντα. Αλλά η ίδια σαν χαρακτήρας, που ήταν ήπιος, τα πήγαινε καλά με όλους. Για καλή της τύχη έκανε νέες γνωριμίες, η επαφή με την φύση αρχικά και μετά με άλλους ανθρώπους, την βοήθησαν να ξεχαστεί για καιρό, όχι όμως να γεμίσει το κενό που είχε αφήσει εκείνος.

Στην δουλειά της δεν υπήρξε ποτέ πρόβλημα, ήταν νηπιαγωγός στο επάγγελμα και τα παιδιά που έτρεχαν γύρω της έμοιαζαν με τις μέλισσες που πετούν γύρω από τα λουλούδια ανέμελα για να συλλέξουν το νέκταρ τους. Αχ τα παιδιά της, όπως τα αποκαλούσε, πόσο μεγάλο φάρμακο ήταν και πόση μεγαλύτερη και βαθύτερη έμπνευση της έδιναν! Γιατί μέσα από το παιχνίδι και τις κατασκευές που έκαναν μαζί, η Κάτια ανακάλυψε ένα άλλο της ταλέντο, που μέχρι εκείνη την εποχή της ήταν άγνωστο. Όταν ήθελε να κάνει τα μικρά ζουζούνια να ηρεμήσουν, όταν ο καιρός δεν επέτρεπε καμία δραστηριότητα στην αυλή, εκείνη έβρισκε άλλους τρόπους να τα κάνει να σωπάσουν και να καθίσουν ήσυχα. Άρχισε να τους διηγείται δικές της ιστορίες που τις γένναγε το μυαλό της εκείνη την στιγμή. Η μία λέξη διαδεχόταν την άλλη, η μία ιστορία πιο όμορφη και ταξιδιάρικη από την άλλη. Τα παιδιά την κοίταγαν στο στόμα μην και χάσουν την παραμικρή λεπτομέρεια. Η ηρωίδα της, η Κατερίνα, ήταν ένα μικρό κορίτσι που κάθε φορά έμπλεκε σε περιπέτειες, πότε να κρύβει τα γλυκά στο συρτάρι της να μην τα βρει η μάνα της και της τα πάρει, γιατί απαγορεύεται να τρώει πολύ ζάχαρη, πότε να χάνεται με τις ώρες στις ξένες αυλές παίζοντας με τα άλλα παιδιά και πολλά άλλα. Όμως η πιο αγαπημένη της ιστορία που τα παιδιά λάτρεψαν με την πρώτη, ήταν οι περιπέτειες της μικρής με το μπαλόνι που αγόρασε στην βόλτα της στο πάρκο.

Καθώς προχωρούσε, συνάντησε ένα κυριακάτικο πρωινό έναν κύριο πολύ συμπαθητικό. Αυτός πουλούσε μπαλόνια, το ένα πιο ωραίο από το άλλο. Κόκκινα, πράσινα, μωβ, κίτρινα, με σχέδια ή χωρίς, έμοιαζαν σαν να φωνάζουν από μακριά: “Ελάτε! Πάρτε μας από ‘δω!”. Η Κατερίνα, όταν πλησίασε τον κύριο, έριξε μια γρήγορη ματιά στα μπαλόνια και αμέσως ξεχώρισε εκείνο το γαλάζιο. Ήταν το πιο όμορφο, σκέτο, χωρίς σχέδια. Χωρίς δεύτερη σκέψη ρώτησε την τιμή του, ευτυχώς είχε τα πέντε ευρώ της αξίας του και με το που το κράτησε στα χέρια της, μία αίσθηση χαράς την πλημμύρισε. Πω πω τι βόλτες θα έκανε με αυτό! Θα πέρναγε από την γειτονιά να την δουν και τα άλλα παιδιά για να ζηλέψουν!

Η μικρή, όταν έφτασε σπίτι, το έβαλε στο δωμάτιό της με επιμέλεια, μην κάνει καμία απότομη κίνηση και της σκάσει. ‘Κάτσε εδώ μπαλονάκι μου, πάω να φάω και έρχομαι γρήγορα!’, του είπε με την γλυκιά φωνή της σαν να μίλαγε στην κολλητή της.

Με το που επέστρεψε στο δωμάτιο, σαν να της φάνηκε ότι το μπαλόνι της μίλησε. ‘Μπα, η ιδέα μου θα είναι. Δεν μιλάνε τα μπαλόνια!’. Η μικρή κάθισε στο πάτωμα και έβγαλε την κούκλα της να παίξει λίγο και μετά από λίγο πάλι άκουσε κάποια ψιθυριστά λόγια: “εεε, ψιτ, εγώ είμαι, ο καινούριος σου φίλος”.
Η μικρή τα έχασε, αν είναι δυνατόν. Μιλάνε τα μπαλόνια!
“Μα πώς, τι συμβαίνει;”, αναρωτήθηκε η μικρή δυνατά αυτή την φορά.

“Εγώ είμαι, το μπαλόνι. Καταρχήν σε ευχαριστώ που με πήρες από τα χέρια αυτού του ανθρώπου, ήταν ένας τύραννος, μας πήγαινε από το ένα μέρος στο άλλο, όταν έκανε ζέστη κινδυνεύαμε να σκάσουμε, όταν φύσαγε δυνατά να μας πάρει ο αέρας. Ευτυχώς που ήρθες εσύ, είσαι ο σωτήρας μου!”

Η μικρή τα έχασε, “μήπως τα παραλές;”, το ρώτησε σαν να βρισκόταν στο δωμάτιο με την φίλη της και παίζανε μαζί με τις κούκλες. “Εγώ τι μπορώ να σου προσφέρω εκτός λίγου παιχνιδιού; Είμαι μικρή ακόμη και δεν ξέρω πολλά από την ζωή. Μόνο την φίλη μου έχω και τις κούκλες μου”.

“Ναι, αλλά είσαι ένα κορίτσι τόσο διαφορετικό από τα άλλα. Δεν είναι η ομορφιά σου μόνο και το γλυκό σου χαμόγελο, είναι η ζεστή καρδιά σου που χωράει όλον τον κόσμο. Ακόμη δεν το έχεις καταλάβει, εγώ όμως όταν με πλησίασες το κατάλαβα. Ήθελα τόσο πολύ να με ξεχωρίσεις και να πληρώσεις για μένα και για αυτό θα σου κάνω ένα μεγάλο δώρο!”, της είπε το μπαλόνι και η δική του αόρατη καρδιά χτύπησε επίσης δυνατά.
Η μικρή σάστισε, τι να εννοούσε άραγε; Αμέσως ζήτησε εξηγήσεις.

“Τι εννοείς καλό μου μπαλονάκι; Τι ξεχωριστό έχει η δική μου καρδιά; Όλοι μας δεν έχουμε καρδιά που χτυπάει δυνατά;”
“Ναι, έχεις δίκιο, όλες οι υγιείς καρδιές χτυπούν, αλλά μόνο οι μοναδικές, ξεχωριστές καρδιές ξέρουν να αγαπούν δυνατά όπως η δική σου! Η δική σου αγαπά χωρίς να κάνει διακρίσεις, χωράει μέσα της όλο τον κόσμο, όλα τα παιδιά και τα ζώα. Θα δεις με τα ζώα θα τα πας πολύ καλά, όταν μεγαλώσεις θα έχεις πολλές γάτες, μέχρι και κουνέλια θα βάλεις στο σπίτι σου!”
“Αδύνατον, η μαμά μου δεν με αφήνει ούτε χρυσόψαρο να πάρω!”
“Α, ξέχασα και χρυσόψαρο θα έχεις! Μέχρι και χαμστεράκι, που θα την ονομάσεις Λούλα. Το καλύτερο όμως στο φυλάω για έκπληξη. Στο τέλος της ζωής σου θα αποκτήσεις σκύλο. Με αυτόν θα μάθεις τι σημαίνει αφοσίωση!”

Η μικρή το κοίταζε και τα μάτια της είχαν μείνει στο κενό. Αυτό με τον σκύλο την ξεπέρναγε.
“Για να μην χάνουμε χρόνο, θα σου πω ποιο είναι το δώρο μου. Κάθε φορά που θα με βγάζεις βόλτα, ναι, βόλτα, όταν θα είμαστε οι δυο μας θα πετάμε ψηλά στον ουρανό. Ένα ταξίδι στα ουράνια είναι ό,τι καλύτερο. Θα δεις πολλά με τα ματάκια σου, θα γνωρίσεις καινούριο κόσμο από εκεί ψηλά και όχι μόνο. Γιατί η αίσθηση του πετάγματος μπορεί να σου φανεί τρομακτική, αλλά είναι μία μοναδική εμπειρία που δεν θα την έχουν τα άλλα παιδιά. Θα ξεπεράσεις τους φόβους σου, θα μάθεις να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου. Και μετά η προσγείωση θα μοιάζει παιχνιδάκι. Κάθε φορά που θα πετάμε μαζί, ενώ θα είσαι πιασμένη από το σκοινάκι που θα κρέμεται από μένα, θα μάθεις να μην φοβάσαι τους άλλους ανθρώπους, να είσαι κοντά τους φυσικά, αλλά να μην γίνεσαι ένα με αυτούς. Ο καθένας έχει τα προβλήματά του και εσύ θα έχεις μάθει να τα παρατηρείς, να βοηθάς αλλά όχι να ταυτίζεσαι με αυτά. Κι όταν μάθεις να πετάς χωρίς κανένα φόβο, θα δεις, όλα θα αλλάξουν προς το καλύτερο!”

Πού να καταλάβει η μικρή τα σοφά λόγια του μπαλονιού… Έπρεπε να περάσει στην δράση για να αρχίσει να νιώθει τα λόγια του.

Την πρώτη φορά που αφέθηκε στο σκοινάκι, η εμπειρία ήταν μοναδική. Με το που άρχισε να φυσάει το ελαφρύ αεράκι, αμέσως αισθάνθηκε τα ποδαράκια της να σηκώνονται από το έδαφος και σε πολύ λίγο βρέθηκε ανάμεσα στα σύννεφα. Από κάτω η πόλη που ζούσε με τα σπίτια της και τους δρόμους της φαινόταν τόσο μικρά. Μπορούσε να δει με τα μάτια της την παραμικρή λεπτομέρεια. Όταν ξεθάρρεψε, άρχισε να βλέπει και άλλα. Πόσο διάφανα ήταν τα σύννεφα, πόσες λαμπερές ήταν οι ακτίνες του ήλιου, πόσο ανέμελα πέταγαν τα πουλάκια. Μα πόσο όμορφη είναι η ζωή τελικά! Όταν προσγειώθηκαν, η καρδιά της πήγαινε να σταματήσει, δεν ήξερε αν ήθελε να πάει σπίτι της ή να μείνει εκεί.

Όταν έφτασαν σπίτι, το μπαλόνι την ρώτησε για τις εντυπώσεις της. Η μικρή έμοιαζε με χείμαρρο, πού να σταματήσει να μιλάει! Αυτό το πρώτο της πέταγμα, ήταν η μεγαλύτερη εμπειρία της ζωής της. Της έβγαζε όλα της τα συναισθήματα της χαράς και προπάντων της ελευθερίας. Ναι, η Κατερίνα ήθελε να πετάει ελεύθερη, να μην νιώθει κανένα δεσμό με τα γήινα, ήταν για άλλους κόσμους πλασμένη.

Σε ένα από τα πετάγματά τους, της φάνηκε ότι άκουσε και μουσική. Μία αιθέρια, ουράνια μουσική που έβγαινε από τα σύννεφα όταν αυτά τα χάιδευε ο ήλιος. Μόνο έπρεπε να μην ανεβαίνουν πολύ ψηλά, γιατί το μπαλόνι κινδύνευε να σκάσει.

Μετά από καιρό, η μικρή μας φίλη ήταν ένα χαρούμενο παιδί που είχε βρει τον δρόμο που θα ακολουθούσε στην ζωή της. Θα γινόταν ζωγράφος. Ό,τι έβλεπε εκεί ψηλά και ό,τι ένιωθε, το αποτύπωνε τέλεια στο χαρτί με ζωηρά και έντονα χρώματα. Ένας ήλιος, ένα σύννεφο, ένα πουλί ξεπηδούσαν ολοζώντανα και νόμιζες ότι θα σου μιλούσαν.

Είχε περάσει ένας χρόνος, όταν το μπαλόνι της είπε με σοβαρό ύφος, θέλοντας να κρύψει την συγκίνησή του:
“Γλυκό μου παιδί, θέλω να σου πω κάτι. Ήρθε η ώρα να φύγω. Να πετάξω κι εγώ ψηλά, να πάω να βρω τους φίλους μου. Ξέρεις, υπάρχει ένα μέρος που μαζεύονται και άλλα μπαλόνια σαν και μένα. Μεγάλωσα και έχω ανάγκη να ξεκουραστώ. Σήμερα θα είναι η τελευταία μας βόλτα”

Η μικρή γούρλωσε τα μάτια της. Δεν ήθελε να χάσει τον φίλο της. Όμως τι να κάνει; Δεν μπορεί να κρατάς κάποιον με το ζόρι.

Όταν έφτασαν στο γνωστό μέρος, η μικρή κράτησε το σκοινάκι πιο σφικτά και σήκωσε ελαφρά τα πόδια της για να αρχίσει το μικρό της, τελευταίο ταξίδι. Ήταν το πιο ωραίο της ταξίδι. Αυτή την φορά δεν κοίταγε πουθενά. Είχε κλείσει τα μάτια της και ένιωθε να απολαμβάνει το πέταγμά της, με τα δάκτυλά της χάιδευε το μπαλόνι γιατί ήθελε να κρατήσει μέσα της την ανάμνησή του, την επιφάνειά του, την μυρωδιά του. Το μπαλόνι πέταξε πιο ψηλά αυτήν την φορά, ρισκάροντας να σκάσει από την ζέστη του ήλιου.

Όταν ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, εκείνο πλησίασε σιγά σιγά το έδαφος, η μικρή άπλωσε τα πόδια της και άφησε το σκοινί να γλιστρήσει από τα χεράκια της. Δάκρυα έτρεξαν από τα καστανά της μάτια. “Αντίο καλέ μου φίλε, σε ευχαριστώ για όλα!”.

Το μπαλόνι άρχισε σιγά σιγά να ανεβαίνει προς τα πάνω, μία κατέβαινε για λίγο, μία ανέβαινε. Η μικρή έτρεχε με τα χέρια απλωμένα προς τα πάνω, κάνοντας μία τελευταία προσπάθεια να το πιάσει. Τελικά το άφησε να φύγει. Τα υγρά της μάτια δεν την εμπόδισαν να το βλέπει μέχρι να απομακρυνθεί και να χάνεται στον γαλάζιο ουρανό. Κοίταξε το χώμα κάτω, πήρε μία βαθιά ανάσα και κίνησε για το σπίτι της.

Κλείστηκε στο δωμάτιό της για μέρες. Ούτε να παίξει με την κούκλα της, ούτε να μιλήσει στην μάνα της, ούτε να κλέψει κανένα κομμάτι σοκολάτα από το ψυγείο. Η ψυχή της πόναγε και μάτωνε. Την τέταρτη μέρα πήρε στα χέρια της τις ζωγραφιές της, ένα γελάκι φάνηκε στο προσωπάκι της. Χιλιάδες αναμνήσεις ξεπήδησαν στο λεπτό που την παρηγόρησαν. Εκείνη την στιγμή πήρε τα χρώματά της και άρχισε να φτιάχνει μία παλέτα με χαρούμενες αποχρώσεις και έφτιαξε το πρώτο της άλμπουμ. Το ονόμασε «Το Μπαλόνι κι εγώ». Αργότερα έλαβε μέρος στον πρώτο της μαθητικό διαγωνισμό ζωγραφικής, κερδίζοντας το πρώτο της βραβείο!

Αυτήν ήταν η ιστορία που έγινε η αγαπημένη των μαθητών της Κάτιας. Οι μικροί της θαυμαστές διψούσαν να ακούν τις περιπέτειες και τις ανακαλύψεις της μικρής ηρωίδας. Η Κάτια ένιωσε μία πληρότητα και μία ανεξήγητη χαρά.

Ένα πρωινό που πήγαινε στο σχολείο, την ακολούθησε ένα σκυλί. Το καημένο ήταν τόσο αδύναμο, σχεδόν φαινόταν τα κόκκαλά του. Το λυπήθηκε και του έβαλε φαγητό και νερό. Εκείνο την ακολουθούσε κάθε πρωί μέχρι που πήρε την απόφαση να το πάρει σπίτι της.

Η Κάτια, είχε το χάρισμα να ακουμπάει τις πονεμένες χορδές των ανθρώπινων ψυχών και το κατάλαβε σε αυτήν τη ηλικία. Μέσα από το γράψιμο παιδικών παραμυθιών, αισθάνθηκε πλήρης. Τι πιο όμορφο από μία παιδική ψυχή, που είναι τρυφερή και όμορφη; Πόσο μπορούν οι λέξεις να μιλήσουν στα παιδιά που έχουν ανάγκη από έναν άνθρωπο που θα τους δώσει όραμα; Μέσα από τις λέξεις, μέσα από τα χρώματα και τις εικόνες, ένα παιδί ανοίγει να μάτια της ψυχής του και μπορεί να βρει διέξοδο στα μικρά του προβλήματα.

Η Κάτια επιτέλους ένιωσε ότι μπορούσε να αφήσει το παρελθόν της, που μέχρι πρόσφατα την βασάνιζε, να διώξει λογισμούς και σκέψεις που την τυραννούσαν. Η ανάμνηση εκείνου του άντρα είχε αρχίσει να ξεθωριάζει, το μόνο θετικό ήταν ότι τα συναισθήματά της ήταν βαθιά και δεν είχαν σβήσει. Η αγάπη είναι δυνατή ακόμη και σήμερα. Δεν υπάρχει αγαπώ και ξεαγαπώ! Όμως δεν ένιωθε πόνο ή λύπη. Ένιωθε πληρότητα σαν την μικρή της ηρωίδα.

Εκείνο το βράδυ του Φεβρουαρίου, λίγο πριν τα γενέθλιά της, έκλεισε τα μάτια της και φαντάστηκε την Κατερίνα της να τρέχει και να προσπαθεί να πιάσει το μπαλόνι της. “Άστο(ν) να φύγει”, σαν να άκουσε μία φωνή μέσα της. Ο σκύλος καθισμένος στα πόδια της κούρνιασε πιο βαθιά, έκλεισε τα μάτια του σαν να της έλεγε: “είσαι η πιο γλυκιά μαμά του κόσμου!”. Η Κάτια άπλωσε το χέρι της χαϊδεύοντας την καφετιά του γούνα. “Πόσο τυχερή είμαι που σ’ έχω, σκυλάκο μου! Πόσο τυχερή είμαι που ζω την απλή ζωή που πάντα ονειρευόμουν!”.

Κανείς δεν θα την κράταγε δεμένη με τις γήινες λύπες και λογισμούς. Και το πιο βασικό, δεν αισθανόταν μόνη. Μακάριοι οι άνθρωποι που ξέρουν να αγαπούν και να το δείχνουν. Δεν μπορούν να αγαπήσουν όλοι και εκείνη ευτυχώς δεν ήταν μία από αυτούς!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading