Το άκουσες το μαντάτο;

«Το παιδί! Το παιδί! Θα γίνει καλά;»

«Τι πρέπει να κάνουμε;»

Βροχή οι ερωτήσεις και κεραυνός το νέο που έπεσε πάνω στο κεφάλι τους. Το παιδί τους ήταν άρρωστο. Ο Κώστας και η Πέρσα έσφιγγαν ο ένας το χέρι του άλλου όσο άκουγαν τον γιατρό να τους εξηγεί. Μα αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούσαν να χωρέσουν στο κεφάλι τους.

«Δεν μπορούμε να ξέρουμε», ήταν η πιο συχνή απάντηση του γιατρού σε αυτά που τον ρωτούσαν.

«Μα, είναι το παιδί μας», έκλαιγε απελπισμένα στην αγκαλιά του άντρα της.

Βγήκαν στον διάδρομο να πάρουν μια ανάσα. Μια ανάσα που δεν μπορούσαν να καταπιούν. Άνοιξαν το μπαλκόνι και βγήκαν έξω. Γύρω τους άνθρωποι, σκυφτοί, μαζεμένοι. Άνθρωποι να αγωνιούν, να προσεύχονται. Άλλοι συζητούσαν και άλλοι έπιναν καφέ και κάπνιζαν. Κάποιοι ήρθαν να καλωσορίσουν ένα νέο μέλος και άλλοι να αποχαιρετήσουν κάποιον που αγάπησαν πολύ. Χαρά και πόνος μαζί να κρατιούνται χέρι χέρι.

«Βάστα με», του έσφιξε ακόμα πιο πολύ το χέρι να μην καταρρεύσει.

Ο Κώστας την έπιασε από τον ώμο και την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του.

«Δεν κινδυνεύει όμως η ζωή του, σωστά;»

Εκείνη κούνησε θετικά το κεφάλι. Είχε δίκιο σε αυτό.

Πήγαν και στάθηκαν κοντά σε μια γυναίκα. Ήταν σκυμμένη και βουρκωμένη. Δεν κρατούσε στα χέρια της τίποτα, ούτε φάκελο, ούτε εξετάσεις, ούτε τσάντα. Μόνο ένα παιδικό ρουχαλάκι. Το έφερνε στο πρόσωπό της και το μύριζε. Μετά το έσφιγγε σαν να προσπαθούσε να κρατήσει το μωρό της να μην της φύγει.

«Δεν κινδυνεύει», μουρμούρισε η Πέρσα κοιτάζοντας την συντετριμμένη γυναίκα που είχε σταματήσει πια να κλαίει. Σαν να αρνιόταν να δεχτεί ότι έχασε το παιδί της. Λες και αν δεν έκλαιγε θα ήταν όλα ένα ψέμα. Τα μάτια της στέγνωσαν και άδειασαν μονομιάς. Αυτή η γυναίκα δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.

Το τηλέφωνό της χτύπησε και η γυναίκα το σήκωσε και το κόλλησε στο αυτί της. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι λες και θα μπορούσε να την δει ο συνομιλητής της. Μετά αναγκάστηκε να μιλήσει. Να παραδεχθεί.

«Το χάσαμε… το παιδί… το χάσαμε…»

Διάσπαρτες λέξεις που οδηγούσαν στην απελπισία. Ένα τεράστιο κενό γέμισε την καρδιά της που άδειασε ξαφνικά.

Η γυναίκα έκλεισε το τηλέφωνο και ένιωσε ένα χέρι να την χαϊδεύει. Η Πέρσα είχε πάει κοντά της και την βοήθησε να σηκωθεί. Δεν της μίλησε, δεν υπήρχαν λόγια να απαλύνουν τον πόνο αυτό. Μόνο την κοίταξε. Σαν να ήθελε να πει συγγνώμη. Συγγνώμη που το πέρασε αυτό, που χάθηκε το μωράκι της. Και συγγνώμη που απελπίστηκε ενώ μια άλλη μαμά, κυριολεκτικά δίπλα της, έχασε το σπλάχνο της πριν προλάβει να το γνωρίσει.

Γύρισαν στο δωμάτιο. Κοίταξαν το γιο τους. Κοιμόταν ακόμα. Κουνιόταν. Ανάσανε. Υπήρχε.

«Δόξα τω Θεώ. Θα τα καταφέρουμε», την αγκάλιασε ο Κώστας. Είχε ντραπεί που απελπίστηκε.

Εκείνη τη στιγμή δεν είχε τίποτα άλλο σημασία. Ό,τι και να ερχόταν θα το περνούσαν όλοι μαζί. Η ζωή που έμοιαζε πριν με καταδίκη, τώρα έμοιαζε απλώς με… ζωή!

«Το έμαθες το μαντάτο;», ρωτούσαν στο χωριό ο ένας τον άλλον.

«Για το μωρό του Κωστή, λες;»

«Ναι! Το έμαθες; Ότι θα είναι… διαφορετικό;»

«Ναι. Και;»

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading