“Ο Γιώργης, ο κουφός! Τον βρήκαν στο χωράφι…”, σαν παχιά ομίχλη κάλυψε η είδηση το μικρό ορεινό χωριό. “Η θυγατέρα του τον βρήκε, λιποθύμησε το κορίτσι με το που τον είδε πεσμένο στο χώμα!”. “Μοναχός του το έκαμε! Βρήκαν και την καραμπίνα του!”… οι πληροφορίες άρχισαν να πέφτουν πιο γρήγορα κι από στάλες φθινοπωρινής μπόρας. “Ο Θεός να σχωρέσει τα ποθαμένα του!”. “Κανένας Θεός δεν συγχωρνά τέτοια κρίματα!”, κουνούσαν το κεφάλι τους, τάχα περίλυποι οι συγχωριανοί του. Οι συγχωριανοί του… αυτοί που κάποτε τον καμάρωναν για τη λεβεντιά και τον έτρεμαν για τη δύναμή του.
Σε τούτο το μικρό χωριό είχε γεννηθεί ο Γιώργης ο Λεοντάκης, κάπου το 1923. Ακριβή ημερομηνία δεν ήξερε, μιας και τότε τα παιδιά τα δήλωναν όποτε προλάβαιναν και πολλές φορές οι γονείς θυμούνταν λάθος. Χειμώνας ήταν σίγουρα, λυσσομανούσε ο αέρας όσο τον έβγαζε απ’ τα σπλάχνα της η μάνα του, ετούτο το θυμόταν, του είπε. Λίγο μετά την καταστροφή της Σμύρνης… μα ήταν Δεκέμβρης του 1922, ήταν Γενάρης του 1923…; Δεν ήξερε να του πει. Πρώτη Ιανουαρίου 1923, έλεγε η ταυτότητά του, μα τι σημασία είχε; Σάμπως έκαναν τίποτα γενέθλια και πάρτι εκείνα τα χρόνια; Φτωχικά, στερημένα μεγάλωσε, όπως όλοι εκείνη την εποχή και πριν καλά καλά αντρέψει ήρθε ο Μεσοπόλεμος, ακολούθησε ο Β’ Παγκόσμιος κι έπειτα ο εμφύλιος. Εκεί, στον εμφύλιο έχασε και ένα μεγάλο μέρος της ακοής του, από ένα βλήμα που έσκασε δίπλα του. Μα δεν το έβαλε κάτω, κι όταν όλα αυτά τελείωσαν, επέστρεψε στον τόπο του, στο αγαπημένο του χωριό, να προσπαθήσει μαζί μ’ όσους απέμειναν ζωντανοί, να το αναστήσει και να χτίσει απ’ την αρχή τη ζωή του.
Δεν ήταν εύκολο. Πόσο εύκολο να είναι να φυτρώσεις ζωή σε καμένη γη; Μα δεν το έβαλε κάτω, δούλεψε αγόγγυστα κι ούτε που παραπονέθηκε ποτέ για την κώφωση που του είχε μείνει προίκα απ’ τις σκληρές μάχες. Γονιούς δεν είχε, μια μικρότερη αδερφή μοναχά, που κατάφερε και την πάντρεψε και την προίκισε. Κι όταν ήρθε πια κι η δικιά του σειρά, το Δεσποινιώ, που από πάντα αγαπούσε, στάθηκε ντυμένο στα λευκά στο πλάι του. Έκαναν δυο παιδιά μαζί, μια τσούπρα κι έναν γιο και παρά τις δυσκολίες και τη φτώχια, δεν άφησαν ποτέ κανέναν να τους λυπηθεί. Κι όλοι είχαν να λένε στο χωριό για τον Γιώργη τον κουφό, που θεριό ανήμερο ήταν στη δουλειά και στο σπίτι του. Λιγομίλητος, απόμακρος από καφενέδες και κουτσομπολιά, που τόσο λάτρευαν σ’ αυτό τον μικρό τόπο, μα μ’ έναν λόγο συμβόλαιο και δυο χέρια δυνατά, που μπορούσαν θαρρείς να στηρίξουν τον κόσμο όλο πάνω τους.
Όλοι είχαν να λένε για την οικογένεια υπόδειγμα που είχαν φτιάξει ο Γιώργης με το Δεσποινιώ και πριν καλά καλά κλείσει τα δεκαοκτώ η θυγατέρα τους, η Μαρία, την είχαν καλοπαντρέψει. Πολλοί οι υποψήφιοι, μιας κι ήταν ένα κορίτσι όμορφο, φωτεινό, ευγενικό, σεβαστικό κι άφταστη νοικοκυρά. Προσεχτικά συμφώνησαν με την κόρη τους για τον γαμπρό, δεν ήθελαν να κακοπέσει το κορίτσι τους κι έκανε έναν γάμο ζηλευτό μ’ έναν κτηματία απ’ το διπλανό χωριό που στα μάτια την κοιτούσε. Και μπορεί ο Γιώργης και το Δεσποινιώ να μην την έβλεπαν πια καθημερινά, μα ήταν ήσυχοι πως το κορίτσι τους ήταν σε καλά χέρια και καλοπερνούσε.
Έπειτα ήρθε η σειρά του Νάκου, του μοναχογιού τους, που διάλεξε για γυναίκα του το Λενιώ, του κυρ Σταμάτη του τρελού, όπως τον έλεγαν όλοι. “Δεν εγεννήθηκε τρελός, στον πόλεμο του σάλεψε και τον εκλείσαν σ’ ένα νοσοκομείο, μα δεν έχει γιατρειά…”, λέγαν στο χωριό. Ένα κορίτσι άφηκε πίσω πριν τον εγκλεισμό, το Λενιώ, που σαν αγριολούλουδο μεγάλωνε σχεδόν μοναχό του. “Όμορφο κορίτσι, μα ελαφρόμυαλο, όπου φυσάει ο άνεμος…”, έλεγαν. Μα τίποτα δεν σταμάτησε τον Νάκο απ’ το να την αγαπήσει και να τη ζητήσει για γυναίκα του, πριν καν πάρει την έγκριση του Γιώργη. Κι η μάνα της, δέχτηκε με χαρά. Ούτε που την περίμενε κι αυτή τέτοια τύχη, στο ράφι νόμιζε θα της εμείνει με τα καμώματά της. Προ τετελεσμένου έφερε τους γονείς του, πηγαίνοντάς την στο σπίτι ήδη σε ενδιαφέρουσα. Και ο Γιώργης, υπέρμαχος της ηθικής, δέχτηκε να γίνει άμεσα ο γάμος, πριν τους πιάσει στο στόμα τους το χωριό.
Κι ήρθε το πρώτο εγγόνι εφταμηνίτικο, όπως πολλά εκείνη την εποχή. Και πριν καλά χρονίσει το μωρό, άρχισε η κοιλιά της Λένας να μεγαλώνει ξανά. Και γέμισε το σπίτι του Γιώργη παιδιά απ’ το μοναχογιό του, γιατί έμενε μαζί τους το ζευγάρι, στο σπίτι το πατρικό, όπως γινόταν τότε. Και πλήθαιναν τα στόματα που έπρεπε να θρέψουν και πόσα να προλάβουν τέσσερα χέρια; Δυο του Γιώργη και δυο του Νάκου, μιας και το Δεσποινιώ σταμάτησε να πηγαίνει στα χωράφια, έπρεπε να βοηθήσει τη νύφη της με τα μωρά και τις πάντα κακές εγκυμοσύνες που την ταλαιπωρούσαν.
Κουραζόταν, μα παράπονο δεν έβγαινε απ’ τα χείλη του Γιώργη. Άντρας ήταν, αν δεν στήριζε αυτός την οικογένειά του, τότε ποιος; Κι όσες φορές το Δεσποινιώ του, του παραπονιόταν κρυφά για την ακαμάτρα τη νύφη τους, που ούτε σηκώνεται να φροντίσει τα παιδιά, παρά μόνο γκρινιάζει συνεχώς, της έλεγε: “Σώπαινε Δεσποινιώ, μας γέμισε το σπίτι ζωή η νύφη μας και ηθικά στέκεται δίπλα στο γιο μας, αυτό να σε νοιάζει. Κι όσο βαστούν τα χέρια μας, θα τους βοηθήσουμε”. Και σώπαινε το Δεσποινιώ, όπως της έλεγε ο κύρης της και φρόντιζε ασταμάτητα το σπίτι και τα εγγόνια της, όσο η νύφη της παρίστανε την άρρωστη και την κουρασμένη και ούτε σηκωνόταν απ’ το κρεββάτι.
Μα πέρασε ο καιρός κι ήρθε και κατάπεσε το Δεσποινιώ, την χτύπησε αρρώστια κακιά και πριν προλάβουν να το καταλάβουν, τους άφησε και πέταξε ψηλά η κουρασμένη της ψυχή. Κι ήταν χτύπημα σφοδρό για το σπιτικό τους. Κι η απουσία της, έδειξε πιο καθαρά πόσα σήμαινε η παρουσία της. Έτσι δεν γίνεται συνήθως; Η παρουσία κάποιων ανθρώπων στη ζωή μας είναι σαν το αλάτι, τη νοστιμίζει, μα την έχουμε δεδομένη. Μόνο όταν τους χάσουμε, αντιλαμβανόμαστε πλήρως πόσα άξιζαν. Έτσι και με το Δεσποινιώ. Το φευγιό της άφησε πίσω έναν άντρα για τον οποίο ήταν ο βράχος του και τραντάχτηκε συθέμελα η ύπαρξή του. Άφησε πίσω ένα σπίτι που στηριζόταν αποκλειστικά σ’ εκείνη και έξι εγγόνια που εκείνη λόγιζαν για μάνα. Άφησε πίσω μια νύφη που, άμαθη στη δουλειά και στο μεγάλωμα παιδιών και κράτημα σπιτιού, κλινόταν πια ν’ αναλάβει τα πάντα. Κι έναν γιο, προσκολλημένο στη γυναίκα του, που έμοιαζε ανίκανος να καταλάβει πόσο σκληρή κι απαιτητική είχε γίνει.
“Ούτε φαΐ για τα παιδιά έκανες, νύφη;”, της έλεγε απογοητευμένος ο Γιώργης κάποια βράδια που γυρνούσε με το γιο του κατάκοπος απ’ τα χωράφια. “Πού να προλάβει τόσα στόματα, πατέρα;”, έσπευδε να την υπερασπιστεί ο Νάκος. “Η μάνα σου, το Δεσποινιώ μου, πώς τα επρολάβαινε όλα της;”, απαντούσε πικραμένος ο Γιώργης κι άρπαζε λίγα αυγά απ’ το κοτέτσι, να φτιάξει κάτι πρόχειρο να φάνε κι εκείνοι και τα μικρά. Και στραβομουτσούνιαζε το Λενιώ, “Άρρωστη ήμανε!”, του απαντούσε αυθάδικα. “Και τούτο το μωρούλι τι ήθελες να κάμει, νύφη; Να φτιάσει μόνο του να φάει;”, τη ρωτούσε εκνευρισμένος και της έδειχνε το Στέργιο, το δίχρονο στερνοπούλι τους.
Ούτε φαΐ να κάνει για τα παιδιά και για τους άντρες, ούτε ρούχα να πλύνει στη σκάφη, ούτε την αυλή να σκουπίσει… Τα έβλεπε ο Γιώργης, τα έβλεπε και φούντωνε και δεν ήταν λίγες οι φορές που καβγάδιζαν πεθερός και νύφη, μιας κι ο Νάκος λέξη δεν της έλεγε, κουβέντα, παρά μόνο τη δικαιολογούσε. “Τούτα τα παιδιά, ποιος θα τα φροντίσει αν όχι η μάνα τους; Έφυγε το Δεσποινιώ μου κι ερήμωσε ο τόπος! Όλα μοναχή της τα έκανε η δόλια η γυναίκα μου…”, έλεγε με απόγνωση. “Πόσα να κάμω η έρμη; Έξι παιδιά, έναν άντρα κι ένα γέρο κουφό! Πόσα να προλάβω;”, του φώναζε εκείνη. Και γινόταν Τούρκος ο Γιώργης, που τολμούσε τούτο το θηλυκό να του σηκώνει και φωνή από πάνω και να τον λέει “γέρο κουφό”! Εκείνον, που στα εξήντα πέντε του, ακόμη έπιανε την πέτρα και την έστυβε! Εκείνον, που κανείς δεν τον έφτανε σε δουλειά και αντοχή!
Η κατάσταση στο σπίτι τους χειροτέρευε συνεχώς κι οι καβγάδες πλήθαιναν. Μετά από ένα ατύχημα που είχε ο Γιώργης με το άροτρο, που παραλίγο να οδηγήσει σε υποχρεωτικό ακρωτηριασμό του δεξιού του ποδιού, τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. Έπρεπε να μείνει ένα διάστημα στο σπίτι να αναρρώσει. Αυτό σήμαινε περισσότερες ώρες με τη νύφη του, σ’ ένα σπίτι που θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Ο Νάκος δούλευε μόνος του για να τα βγάλει πέρα κι όταν επέστρεφε είχε ν’ αντιμετωπίσει και την ανελέητη γκρίνια της Λένας, που έλεγε πως δεν άντεχε πια να ζει στο ίδιο σπίτι με τον σακάτη κουφό, όπως τον έλεγε. “Να φύγει! Δεν τον αντέχω άλλο! Όλο γκρίνια και παρατηρήσεις!”, φώναζε η Λένα κι ο Νάκος έτρεχε να κλείσει τα παραθυρόφυλλα, μη τους ακούσει η γειτονιά. Θαρρείς και δεν τους είχε πιάσει από καιρό στο στόμα της η γειτονιά…
Πέρασε λίγο ο καιρός κι ο Γιώργης κατάφερε να επιστρέψει στα χωράφια, έστω και μ’ ένα πόδι σακάτικο. Και συνέχισε να δουλεύει σκληρά, μα ο Νάκος το έβλεπε πόσο δυσκολευόταν και συχνά τον έστελνε σπίτι νωρίτερα να ξεκουραστεί. “Τελειώσαμε σχεδόν πατέρα, σύρε στο σπίτι κι έρχομαι κι εγώ στο κατόπι σου”, του έλεγε. Κι ο Γιώργης καταλάβαινε πως του το έλεγε επίτηδες, μα ήταν φορές που ένιωθε πως άλλο δεν άντεχε κι άκουγε τη συμβουλή του. Μα πόσο το δυσκόλευε το Λενιώ η έστω και ολιγόωρη συνύπαρξη μαζί του χωρίς την παρουσία του αντρός της! Γιατί αυτός ο γέρος, όλα στην εντέλεια τα ήθελε πια κι ‘κείνη δεν ήταν έτσι μαθημένη. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να τον βγάλει απ’ τη μέση…
– Λενιώ μου, σ’ αγαπάω, το ξέρεις, μα αυτά που μου λες είναι απ’ τα άγραφα! Ο πατέρας μου… ο Γιώργης ο Λεοντάκης με τ’ όνομα, να… όχι όχι, δε μπορεί! Κάτι έχεις καταλάβει λάθος!
– Τι λάθος βρε Νάκο; Σάματις είμαι καμιά χαζιά; Τ’ απλώνει το χέρι του ο κυρ Γιώργης! Πεθερός στη νύφη! Ντροπής πράγματα!
– Λενιώ, σύνελθε! Ο πατέρας μου δεν θα σε έβλεπε ποτέ έτσι! Σα κόρη του σ’ έχει!
– Έτσι νόμιζα κι εγώ Νάκο μου… φαίνεται όμως ότι μετά το χαμό της μάνας σου, του σάλεψε του κακόμοιρου… συνέχιζε τάχα λυπημένη
Και μπορεί να μην πίστευε αυτά τα λόγια ο Νάκος, αλλά άρχισε να έχει λίγο περισσότερο το νου του, μην τυχόν και το Λενιώ είχε δίκιο τελικά. Μα τίποτα απ’ τη συμπεριφορά του Γιώργη δεν τον έκανε να ανησυχήσει και για πρώτη φορά ίσως, έβαλε πόστα στη γυναίκα του: “Λίγα λόγια για τον πατέρα μου Λενιώ! Είναι μεγάλος, κουρασμένος και ταλαιπωρημένος!”. Μα το Λενιώ δεν επρόκειτο να το αφήσει έτσι, άπαξ και της είχε μπει κάτι στο μυαλό, θα το έκανε ο κόσμος να χαλούσε. Ο Γιώργης έπρεπε να φύγει απ’ το σπίτι.
Απόγευμα Κυριακής ήταν κι είχε έρθει επίσκεψη με τον άντρα της και τα παιδιά της η Μαρία, η κόρη του Γιώργη, να τους δει. Παράμερα την πήρε το Λενιώ και με το πιο σοβαρό της ύφος, είπε στην κουνιάδα της: “Εψές το βράδυ… τρέμω ακόμη. Ευτυχώς πρόλαβα! Είχε αγκαλιά τη Λαμπρινή και το χέρι του…”. Η Μαρία κοιτούσε αποσβολωμένη. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Ο πατέρας της; Να άπλωσε χέρι πάνω στην εγγονή του; Ο αμέμπτου ηθικής πατέρας της να… Όχι, όχι, δεν μπορούσε να το δεχτεί! “Ρώτηξα και τη Λαμπρινή κρυφά, απ’ έξω απ’ έξω, αν άλλη φορά την χάιδευε έτσι ο παππούς και…” και κάθισε και περιέγραψε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, πράξεις που ανθρώπου νους δεν μπορεί να βάλει. “Ευτυχώς δεν έγινε τίποτις χειρότερο, μα έχω κι εγώ το νου μου συνέχεια. Δεν είναι κακός ο πατέρας, όχι, μάλλον απ’ τα βάσανα και τις δυσκολίες που πέρασε όμως, ξεκούτιανε το μυαλό του, Μαριώ μου! Εγώ ξέρεις πόσο τον αγαπώ… εδώ μέσα μεγάλωσα… δίπλα του…”, συμπλήρωσε δήθεν προβληματισμένη. Και η Μαρία, που έλειπε χρόνια από εκεί μέσα, ανατρίχιασε στην υποψία έστω πως ο πατέρας της θα μπορούσε να είχε κάνει τέτοιες φριχτές πράξεις. Και σαν μάνα που ήταν κι η ίδια, τρελάθηκε σ’ αυτή τη σκέψη. Τόσο, που δεν κρατήθηκε, ούτε το πολυσκέφτηκε, πήγε καρφί στην αυλή που ήταν ο πατέρας της με τον άντρα της και τον αδερφό της κι άρχισε να φωνάζει. Να φωνάζει σαν τρελή και να τον κατηγορεί, να του λέει λόγια που κανένας δεν θ’ άντεχε να ακούσει. Ειδικά αν ήταν αθώος…
Σύντομα μπήκε στη μέση και το Λενιώ και μετά ο Νάκος και λίγο μετά κι ο γαμπρός του, που σίγουροι όλοι πως οι κατηγορίες ήταν αληθινές, του επιτίθονταν ανελέητα με λόγια σκληρά, απάνθρωπα. Κι ο Γιώργης, μπορεί να μην άκουγε τα πάντα καθαρά, αλλά καταλάβαινε πως οι δικοί του άνθρωποι τον κατηγορούσαν για πράγματα φριχτά που ουδέποτε έκανε. Ο άλλοτε δυνατός κι ατρόμητος άντρας, σοκαρισμένος, είχε ασπρίσει σαν το πανί. Η οικογένειά του σύσσωμη φώναζε εναντίον του κι οι γείτονες είχαν ανοίξει τα παράθυρά τους να δουν τι συμβαίνει. “Ανάθεμά σας όλους! Εγώ ονομάζομαι Γιώργης Λεοντάκης!”, είπε μόνο και βγήκε απ’ την αυλή, μπήκε στο παλιό μπλε αγροτικό του κι εξαφανίστηκε.
Δυο μέρες μετά, κι ενώ τον έψαχναν όλοι, η κόρη του τον βρήκε να κείτεται νεκρός σ’ ένα απ’ τα χωράφια του. Και η καραμπίνα του, αυτή που ο ίδιος είχε στρέψει στον εαυτό του, βρισκόταν λίγο πιο πέρα. Μόνος του είχε δώσει τέλος στη ζωή του ο Γιώργης ο κουφός, που δεν άντεχε στη σκέψη πως τα ίδια του τα παιδιά πίστεψαν έστω για μια στιγμή, πως εκείνος, ο τίμιος, ο ηθικός, θα έκανε τέτοια αίσχη στο ίδιο του το εγγόνι. Ο Γιώργης ο κουφός, που απ’ τη γέννησή του ακόμη το μόνο που έκανε ήταν να δουλεύει, να παλεύει και να κρατά το μέτωπό του καθαρό.
Στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του, βρέθηκε ένα σημείωμα: “Ονομάζομαι Γιώργης Λεοντάκης. Πέρασα φτώχια, δυσκολίες, πολέμους, μα ποτές δεν βαρυγκώμησα. Το κρίμα όμως που μου εφορτώσατε, δεν το βαστάει η ψυχή μου. Ποτές μου δεν έκανα όσα με κατηγορήσατε. Να έχετε την κατάρα μου όλοι σας! Χρυσό να πιάνετε, κάρβουνο να γίνεται. Την πίκρα που μου δώκατε να την πληρώσετε διπλή! Εσείς με σκοτώσατε και μ’ αυτό τον καημό να πάτε! Εγώ φεύγω, πάω στον μόνο άνθρωπο που μ’ αγάπησε. Πάω στη γυναίκα μου!”.
Αυτοxεiρiα, αποφάνθηκαν οι ειδικοί κι έκλεισαν γρήγορα την υπόθεση.
Ο Νάκος έφυγε λίγα χρόνια αργότερα από καρδιά, ενώ η Λένα σύντομα αποτρελάθηκε και τα παιδιά της την έκλεισαν στο ψυχιατρείο.
Η Μαρία με τον άντρα της, καταστράφηκαν οικονομικά κι όσες προσπάθειες κι αν έκαναν, δεν κατάφεραν να ανακάμψουν.
Κι ο Γιώργης… κουρασμένος, ταλαιπωρημένος, αδικημένος… μάλλον βρήκε εκεί ψηλά το Δεσποινιώ του, που ίσως τον αγκάλιασε όπως μόνο εκείνη ήξερε και κατάφερε να γαληνέψει τη διαλυμένη ψυχή του.
Κική Γιοβανοπούλου
