Λίγο πριν ξημερώσει

Κάθε μέρα έπαιρνε η Δέσποινα το λεωφορείο από την πλατεία Δαβάκη στην Καλλιθέα για να πάει στο Σύνταγμα. Κάθε μέρα στις έξι περίμενε στην στάση, με το ίδιο βλέμμα, το βλέμμα της υποχρέωσης και της αναγκαιότητας και όχι της επιθυμίας για δουλειά και δημιουργία. Τριάντα χρονών έφτασε και τον τελευταίο καιρό, πυκνά συχνά αναρωτιέται για τα όνειρα που είχε όταν τελείωσε την Παιδαγωγική σχολή. Ήθελε πολύ να διδάξει σε τάξη σχολείου, ήταν κάτι που την γέμιζε και της έδινε ζωή. Ρουφούσε από τα μικρά παιδιά την ενέργειά τους, το γέλιο τους, την χαρά τους, την ανεμελιά τους. Όσες φορές δούλεψε σαν αναπληρώτρια, οι συνάδελφοί της έλεγαν τα καλύτερα για την εργατικότητά της και τον ζήλο που έδειχνε στους μαθητές της. Δυστυχώς όμως δεν είναι εύκολο να την επιλέγουν κάθε Σεπτέμβριο κι έτσι αναγκαζόταν να κάνει διάφορες δουλειές για τα προς το ζην.

Αυτή την περίοδο δούλευε σε μια εταιρία κοινοχρήστων ως γραμματέας, δουλειά βαρετά εύκολη και μηχανικά επαναλαμβανόμενη. Το μόνο που της απάλυνε λίγο τον ψυχισμό της ήταν η Μαρία, η κοπέλα που δούλευε στο λογιστήριο της εταιρίας. Η Μαρία ήταν ο ορισμός της θετικότητας, του γέλιου, της ζωής. Πάντα είχε μια γλυκιά καλημέρα να σου πει, ένα καλό λόγο, μια φράση παρότρυνσης για να δεις τον κόσμο αλλιώς, να σκεφτείς διαφορετικά και να ψάξεις να βρεις το καλό μέσα στο κακό.

– Πώς το καταφέρνεις αυτό; της έλεγε καθημερινά η Δέσποινα.
– Ψάξε μέσα σου, δούλεψε με τον εαυτό σου, βρες την ταυτότητά σου κι όλα γύρω σου θα αλλάξουν. Αν εσύ δεν ξέρεις ποια είσαι, μην περιμένεις να στο πουν οι άλλοι.

Κι είχε δίκιο. Τα πρωινά γκρινιάζει και μιζεριαζει για τα σχέδιά της που έμειναν στο συρτάρι, για τα μαθήματα γιόγκα που θέλει να κάνει αλλά πάντα αναβάλλει, για τα σεμινάρια ψυχολογίας και life coaching που θέλει να ξεκινήσει αλλά τάχα της φαίνονται ακριβά.
‘Τέλος’ είπε, ‘τον άλλο μήνα ξεκινάω’. Και το έκανε. Γράφτηκε στην σχολή και ξεκίνησε γιόγκα δυο φορές την εβδομάδα.

– Να επικεντρώνεσαι στις αναπνοές σου, της έλεγε η δασκάλα της. Μέσω της αναπνοής επηρεάζουμε το νευρικό μας σύστημα, την ενέργειά μας και το στρες.
Η Φραντσέσκα έγινε ο μέντοράς της. Δεν την μύησε απλώς στον κόσμο της ενναλακτικής γυμναστικής, αλλά της άνοιξε ορίζοντες και μονοπάτια που ούτε τα φανταζόταν.

Δυο χρόνια μετά, είχε παραιτηθεί από την εταιρία, κι είχε ήδη παρακολουθήσει τα απαιτούμενα σεμινάρια ώστε να γίνει πιστοποιημένη δασκάλα. Σκεφτόταν δε το επόμενο τρίμηνο να δώσει εξετάσεις για παιδική και θεραπευτική γιόγκα.

Η Δέσποινα, τον τρίτο χρόνο γνωριμίας της με την Φραντσέσκα, είχε γίνει το δεξί της χέρι. Στην σχολή είχαν προστεθεί καινούρια μαθήματα που αφορούσαν και μικρά παιδιά, αξιοποιώντας έτσι και τις γνώσεις που είχε από το πτυχίο της και από τα διάφορα σεμινάρια που είχε παρακολουθήσει.

Στα τριάντα πέντε της χρόνια ήταν τόσο απορροφημένη από την καινούρια της καριέρα, που το κομμάτι σχέση και οικογένεια είχε θαφτεί και ξεχαστεί. Πολλές φορές η Φραντσέσκα αλλά και οι δικοί της προσπάθησαν να της ανοίξουν κουβέντα, αλλά εκείνη επέμενε πως ήταν κάτι που δεν την αφορούσε. Σε κανέναν όμως δεν έλεγε την αλήθεια… και τι να τους πει; Ότι αυτόν που ήθελε και ερωτεύτηκε στα είκοσι της χρόνια, οι γονείς του δεν την ήθελαν; Ένα χρόνο ήταν μαζί με τον Κώστα όταν αποφάσισε να την γνωρίσει στην μητέρα του κι όσο κι αν εκείνος την είχε προετοιμάσει για τον δύστροπο χαρακτήρα της, αυτό που είδε και αντιμετώπισε ήταν ιδιαιτέρως επώδυνο.

Από συνέντευξη κανονική την πέρασε η κυρία Μαρίνα Ασλάνογλου, γνωστή συμβολαιογράφος των Αθηνών. Την ρώτησε για την παιδική της ηλικία, για την γειτονιά που μεγάλωσε, για το σχολείο που φοίτησε, για την δουλειά των γονιών της, τις σπουδές και ό,τι άλλο θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί. Φυσικά το αποτέλεσμα της ετυμηγορίας δεν ήταν υπέρ της. Ήταν πολύ μικρή, πολύ ασήμαντη και πολύ λίγη για τον γιο της. Ο Κώστας σε λίγους μήνες που θα τελείωνε τις σπουδές του στην Αρχιτεκτονική ,θα έφευγε για Μιλάνο, για μεταπτυχιακό και καλό θα ήταν, της είπε, φεύγοντας να μην αφήσει εκκρεμότητες στην Ελλάδα που θα τον κρατούσαν πίσω συναισθηματικά.
– Ο γιος μου είναι γεννημένος να μπει σε άλλους κοινωνικούς κύκλους, και να συναναστραφεί με άλλους ανθρώπους που θα τον ανεβάσουν. Καλό θα ήταν λοιπόν αυτή η ιστοριούλα σας να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα κι όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα.

Έκλαψε πολύ η Δέσποινα, αλλά κράτησε την αξιοπρέπειά της και τον εγωισμό της. Δεν ξανατηλεφώνησε στον Κώστα, δεν τον ξαναείδε και απαγόρευσε και στους φίλους της να αναφέρονται σε αυτόν.

Εκείνος, τον πρώτο καιρό την κυνήγησε, ξεροστάλιαζε κάτω από το σπίτι της για να την δει, να της μιλήσει και να της εξηγήσει, αλλά μάταια. Έξι μήνες μετά έφυγε για Μιλάνο. Δεν έμαθε ποτέ πόσο την πλήγωσε κι αυτή δεν έμαθε ποτέ για τον θάνατο της μητέρας του λίγες μέρες πριν την αναχώρησή του.

Με μισή καρδιά μπήκε στο αεροπλάνο. Αφενός στεναχωριόταν για την απώλεια της μητέρας του και αφετέρου ήξερε πως με την αναχώρηση του στην Ιταλία, άφηνε πίσω του κάθε ελπίδα να ξαναδεί και να μιλήσει στην Δέσποινα. Μεγάλο καυγά έκανε εκείνο το απόγευμα με την μαμά του για το πώς μίλησε και πρόσβαλε την κοπέλα του. Δυστυχώς όμως δεν μπόρεσε να της επιβληθεί και να την πείσει για την αγάπη τους. Κι αυτό είναι κάτι που θα το κουβαλάει μέσα του. Σε εκείνη την κοπέλα είδε κάτι, κάτι που δεν το είχε καμιά από τις προηγούμενες σχέσεις του. Τον πλησίασε για το χαμόγελό του, τον χαρακτήρα του και τον αυθορμητισμό του. Δεν την ένοιαζαν η περιουσία του, το ακριβό του αμάξι ούτε και το όνομά του που «άνοιγε» πόρτες. Πολλά Σαββατόβραδα τον παρέσερνε σε νυχτερινούς περιπάτους στα Τείχη της Πειραϊκής, αντί σε ακριβά εστιατόρια. Έβλεπε σε αυτή κάτι πιο «γήινο», πιο αληθινό και πιο ουσιαστικό. Τον ηρεμούσε και του έδινε την σταθερότητα που είχε ανάγκη. Την πρόδωσε όμως. Δεν την υπερασπίστηκε όπως θα έπρεπε να κάνει. Κι ο ίδιος του υπέκυψε στον εκβιασμό της μητέρας του: «αυτή ή οι σπουδές σου». Κι έφυγε…

Τρία χρόνια μετά, έχοντας πια τελειώσει το πολυπόθητο μεταπτυχιακό του, αποφάσισε να κάνει την επανάστασή του. Δεν επέστρεψε στην Ελλάδα. Αντιθέτως ξεκίνησε να δουλεύει σε μια κατασκευαστική εταιρία με έδρα το Μιλάνο, στην αρχή ως βοηθητικό προσωπικό, κι αργότερα έγινε μεγάλο στέλεχος και μεγάλο όνομα στον τομέα του. Αυτή την περίοδο είχε αναλάβει την ανέγερση μιας ξενοδοχειακής μονάδας στην πόλη Lecco, ένα έργο στο οποίο έχει επενδύσει πολλά. Παρόλη την επαγγελματική του καταξίωση όμως, η προσωπική του ζωή ήταν ανούσια κι ανιαρή. Σκορπιζόταν από εδώ κι από εκεί ψάχνοντας εκείνη… Αναρωτιόταν τα βράδια τι να έκανε η Δέσποινα, αν είχε προχωρήσει την ζωή της, αν είχε κάνει οικογένεια, αν ήταν ευτυχισμένη και το κυριότερο πώς θα ήταν η δική του η ζωή στο πλευρό της. Ακριβώς τις ίδιες σκέψεις έκανε κι αυτή.

Ο ήχος του τηλεφώνου την έβγαλε από τον πρωινό της λήθαργο.
– Δέσποινα, πρέπει να έρθεις γρήγορα στην σχολή. Συνέβη κάτι προσωπικό και πρέπει να φύγω για Ιταλία. Θα σου πω από κοντά.

Σε μισή ώρα ήταν εκεί. Η μητέρα της Φραντσέσκας πέθανε ξαφνικά κι έπρεπε να πάει Ιταλία.
– Ευκαιρία φιλενάδα να δω την πόλη μου, τους δικούς μου και να ξεκουραστώ λίγο. Χρόνια δουλεύω ασταμάτητα. Θα γυρίσω σ’ ένα μήνα. Αφήνω την σχολή πάνω σου.

Τα νέα που έφερε με την επιστροφή της ήταν απρόσμενα. Ο πατέρας της μαζί με φίλους του, αποφάσισαν να επενδύσουν και να μπουν στον τομέα στου τουρισμού, χτίζοντας ένα ξενοδοχείο σε κεντρικό σημείο στην πόλη Lecco όπου μεγάλωσε και η ίδια. Αποφάσισαν λοιπόν μαζί με τον άντρα της να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα της και να ασχοληθούν με αυτό. Έχει ήδη σκεφτεί πώς θα οργανώσει την ζωή της εκεί.
– Την σχολή θα την μεταβιβάσω σε εσένα Δέσποινα κι είμαι σίγουρη πως θα τα καταφέρεις. Ό,τι κι αν χρειαστείς θα είμαι δίπλα σου και τον Αύγουστο που σταματάνε τα μαθήματα για διακοπές, σε περιμένω στην Ιταλία.

Ο πρώτος καιρός ήταν δύσκολος, αλλά σχεδόν αμέσως φάνηκαν οι ηγετικές της ικανότητες και κέρδισε τον σεβασμό των γύρων της.

Το καλοκαίρι ήρθε γρήγορα κι όπως είχε υποσχεθεί στην φίλη της μπήκε στο αεροπλάνο για Μιλάνο. Λίγη ώρα μετά αποβιβάστηκε από το τρένο στο Lecco. Ενθουσιασμένες και σφιχταγκαλιασμένες προχώρησαν προς το ξενοδοχείο.
– Υπάρχουν αρκετές εκκρεμότητες και πράγματα που πρέπει να γίνουν, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο. Αυτή την εβδομάδα στον χώρο της πισίνας ξεκινάνε και μαθήματα aqua yoga που αφορούν και ντόπιους και τουρίστες. Αύριο το βράδυ θα βρεθούμε για δείπνο με τον αρχιτέκτονα και τον μηχανικό, έλα κι εσύ μαζί μας. Θα δοκιμάσεις κι αυθεντική ιταλική κουζίνα.

Κεραυνός την χτύπησε την Δέσποινα σαν άκουσε πως ο αρχιτέκτονας ήταν Έλληνας. Ντράπηκε να ρωτήσει το όνομά του. Ντράπηκε και φοβήθηκε…

Μ ’ένα περίεργο συναίσθημα ξύπνησε εκείνο το πρωί ο Κώστας. Με ένα αίσθημα νοσταλγίας και λύπης μαζί. Τα βήματά του τον οδήγησαν στο συρτάρι με τα άλμπουμ . Τα μάτια του βούρκωσαν σαν είδε την αγαπημένη τους φωτογραφία… οι δυο τους αγκαλιασμένοι σε κάποιο στενό της Πλάκας.
– Σύνελθε αγόρι μου!, είπε στον εαυτό του. Τι σε έπιασε;

Σαν το θηρίο στο κλουβί ήταν όλη την υπόλοιπη μέρα στο γραφείο. Είχε κι αυτό το επαγγελματικό δείπνο που το είχε αναβάλλει ήδη μια φορά, και δεν μπορούσε να το αποφύγει. Ίσως πήγαινε λίγη ώρα νωρίτερα σκέφτηκε, να έπινε ένα ποτήρι κρασί να χαλαρώσει πριν το γεύμα. Έτσι κι έγινε. Έφτασε με τον συνεργάτη του μισή ώρα πιο πριν, παρήγγειλε το αγαπημένο κρασί και συμφώνησε με τον σερβιτόρο για τα πιάτα που θα έτρωγαν.

Στις οχτώ ακριβώς άνοιξε η πόρτα του εστιατορίου, πρώτα άκουσε την φωνή της και μετά την είδε. Συγκοπή κόντεψε να πάθει. Σηκώθηκε όρθιος και με γρήγορο βήμα κατευθύνθηκε προς το μέρος της.
– Δέσποινα, εσύ; κατάφερε να πει.
Ένα κύμα σκοτοδίνης της ήρθε μόλις άκουσε το όνομά της. Οι φόβοι της και οι ελπίδες της επιβεβαιώθηκαν. Ο αρχιτέκτονας που συνεργαζόταν η φίλη της, ήταν εκείνος…

– Κώστα…, είπε και αυτή με τρεμάμενη φωνή.
– Τι κάνεις εσύ εδώ;
– Σήμερα έφτασα από Ελλάδα για να δω την φίλη μου και συνεργάτιδά μου. Εσύ δουλεύεις εδώ;
– Περίμενε εδώ. Μην φύγεις. Έρχομαι σε ένα λεπτό. Λυπάμαι πολύ Φραντσέσκα και Λούκα. Την συζήτηση και το γεύμα θα τα συνεχίσετε με τον συνεργάτη μου, είναι ενημερωμένος για όλα. εμείς πρέπει να φύγουμε και με κινήσεις αποφασιστικές και συνάμα τρυφερές την πήρε και βγήκαν έξω.

Με τα πόδια κατευθύνθηκαν στην παραλιακή προβλήτα και κάθισαν σε ένα παγκάκι. Μίλησαν για όλα, σαν να μην είχαν περάσει δέκα οχτώ χρόνια. Του είπε για την απαράδεκτη συμπεριφορά του εκείνο το απόγευμα και πως περίμενε ένα βλέμμα κι ένα λόγο υπερασπιστικό σε όλα αυτά που άκουγε να λέει η μητέρα του. Του ανέφερε πως από τότε δεν έκανε καμία σχέση, όχι μόνο από τον φόβο της απόρριψης, αλλά ήταν σίγουρη πως αυτά που ένιωσε μαζί του δεν θα τα ξαναένιωθε με άλλον άντρα. Και τέλος του μίλησε για την γνωριμία της με την Φραντσέσκα και πώς στην ουσία άλλαξε επαγγελματικό προσανατολισμό.

Με προσοχή την άκουγε, κρατώντας της σφιχτά τα χέρια. Βαθιά στα μάτια την κοιτούσε καθώς της έλεγε για τον θάνατο της μητέρας του, την απόφασή του να μείνει μόνιμα εκτός Ελλάδας και την άδεια χωρίς ουσία προσωπική ζωή του.
– Να πέσω να πεθάνω ήμουν εκείνο το βράδυ που έφυγες κλαίγοντας από το σπίτι. Έτρεξα πίσω σου, σε φώναζα, αλλά δεν σε πρόλαβα. Ερχόμουν στο σπίτι σου και οι γονείς σου με έδιωχναν. Ρωτούσα για σένα όλους τους φίλους και γνωστούς, αλλά είχαν στήσει τείχος προστατευτικό γύρω σου. Πόνεσα πολύ για τον τρόπο που σου φέρθηκα. Σ ’αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμα. Καμία δεν με άγγιξε στην καρδιά όπως εσύ, καμία δεν με ένιωσε όπως εσύ και καμία δεν είναι εσύ.
– Τώρα είναι αργά, απάντησε βουρκωμένη η Δέσποινα. Εσύ μένεις εδώ κι εγώ Ελλάδα. Ο καθένας μας έχει την πορεία του, την δουλειά του, την ζωή του.
Το φιλί του έπνιξε κάθε λέξη στα χείλη της.
– Θα την βρούμε την άκρη, σε έχασα μια φορά δεν θα το επιτρέψω να συμβεί και δεύτερη. Λίγο πριν ξημερώσει θα έχεις πει το «ναι» και θα ‘είμαστε μαζί. Μας το χρωστάμε…

Νατάσα Ξαγοράρη

One response to “Λίγο πριν ξημερώσει”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading