– Μας το χρωστάμε; Δεν είμαι σίγουρη Κώστα. Δεν σου οφείλω κάτι εγώ. Δεν σε πρόδωσα, δεν σε άφησα να ζεις σε μια πλάνη επί ένα χρόνο, δεν σε άφησα ανυπεράσπιστο, δεν, δεν, δεν… Δεν έχεις ιδέα πώς είναι να σε αδειάζουν. Όλα αυτά δεν ξεγράφονται έτσι απλά με ένα φιλί.
Ήθελε να του πει κι άλλα, όχι για να τον πληγώσει, αλλά για να τον κάνει να νιώσει τον πόνο της. Ένα πόνο που κουβαλούσε χρόνια. Ένα κενό ψυχής που ξαφνικά σε ένα βράδυ ήθελε εκείνος να το γεμίσει.
– Έλα σπίτι μου, της είπε. Πρέπει να δεις κάτι για να καταλάβεις. Πρέπει να νιώσεις και την δική μου την πλευρά. Πρέπει να ακούσεις και την δικιά μου την ιστορία.
Έξω γλυκοχάραζε όταν πάρκαρε το αυτοκίνητο στο υπόγειο γκαράζ του ουρανοξύστη που έμενε. Το είχε πάντα όνειρο να μείνει σε πολύ όροφο κτίριο και το διαμέρισμά του στο Bosco Verticale ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε. Βρισκόταν στον δέκατο τέταρτο όροφο και είχε θέα στο πάρκο Parco Biblioteca degli Alberi. Ηταν από τις πιο σύγχρονες αρχιτεκτονικά κατασκευές γιατί στις εξωτερικές βεράντες φυτεύονταν φυτά και δέντρα.
– Θυμίζει και λίγο Ελλάδα, παρατήρησε η Δέσποινα που είχε μείνει άφωνη.
– Θυμίζει τα όνειρά μας… πάντα λέγαμε πως θα μείνουμε σε μεγάλο διαμέρισμα κι όχι μονοκατοικία, με την προϋπόθεση να έχει μεγάλες βεράντες. Οι τοίχοι θα είναι βαμμένοι σε απαλά χρώματα και η διακόσμηση θα είναι κλασική και μοντέρνα. Τα θυμάμαι όλα κορίτσι μου, δες… της είπε και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του
Βουρκωμένος την οδήγησε στο γραφείο του, στο συρτάρι με τα άλμπουμ. Είναι όλες οι φωτογραφίες μας εδώ. Δεν λείπει καμία. Δεν έλειψες ποτέ από εδώ.
Με τρεμάμενα χέρια τις κοίταξε όλες η Δέσποινα, σαν να τις έβλεπε για πρώτη φορά. Αναγνώριζε τον εαυτό της, τον Κώστα, την αγάπη τους κι ένα συναίσθημα χαρμολύπης την πλημμύριζε. Όλο αυτό που συνέβαινε ήταν κάτι πέρα από την φαντασία της και τις προσδοκίες της.
– Θέλω να επιστρέψω στο ξενοδοχείο. Έχω ανάγκη να ηρεμήσω και να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά…
Δεν την εμπόδισε. Με ένα τρυφερό φιλί την αποχαιρέτησε ψιθυρίζοντας της «θα σε περιμένω».
Η Φραντσέσκα βρισκόταν ήδη στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Έτρεξε κατά πάνω της γεμάτη απορία, αλλά συνάμα κι ενθουσιασμό για την φίλη της. Τόσα χρόνια την ήξερε και πάντα ήταν πολύ φειδωλή στις συζητήσεις περί έρωτα. Ήξερε πως υπήρξε κάποτε ένας άντρας, αλλά ποτέ δεν είχε αναφερθεί με λεπτομέρειες. Ήρθε λοιπόν η στιγμή να μάθει και να καταλάβει.
– Πάω λίγο να ξεκουραστώ και θα στα εξηγήσω όλα σε λίγο, έχεις τον λόγο μου.
Τι να εξηγήσει; Η ζωή της ήρθε τα πάνω κάτω. Για καλοκαιρινές διακοπές ξεκίνησε να έρθει στην Ιταλία και βρέθηκε μπροστά στο μεγαλύτερο δίλλημα της ζωής της. Να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στον έρωτα που την πλήγωσε όσο τίποτα άλλο; Κι αν δώσει, σε ποια χώρα θα μείνουν; Και η δουλειά της, η σχολή της, η οικογένειά της στην Ελλάδα;
Βράδιασε με αυτές τις σκέψεις. Η Φραντσέσκα ήταν δίπλα της και την άκουγε με προσοχή. Συμμεριζόταν τις ανησυχίες της, αλλά η φύση του χαρακτήρα της ήταν πιο αισιόδοξη, πιο παρορμητική και πιο δραστική.
– Να το ζήσεις Δέσποινα και να το ζήσεις στα άκρα. Ο δειλός και ο φοβισμένος άνθρωπος γερνάει με απωθημένα και με ένα «αν» στην καρδιά του. Την ζωή την πιάνεις από τα μαλλιά και την οδηγείς εσύ! Πάρε τον τηλέφωνο να έρθει να μιλήσετε, είμαι σίγουρη κι αυτός το ίδιο μπλοκαρισμένος με εσένα θα είναι.
Και ήταν αλήθεια. Από τα ξημερώματα που έφυγε η Δέσποινα, ήταν τρομερά ανήσυχος. Δεν δέχτηκε να την πάει αυτός πίσω στο Lecco. Είχαν περάσει τόσες ώρες κα δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Ήθελε να την ξαναδεί, να της μιλήσει κι άλλο, να της δώσει να καταλάβει πως δεν ήταν ο ίδιος άντρας που άφησε πίσω τρέχοντας εκείνο το απόγευμα. Δεν ήταν εκείνο το άβουλο αγόρι που φοβόταν την μητέρα του. Έπρεπε να την ξαναδεί… έπρεπε να ξαναβρεθούν. Λίγο πιο ήρεμα αυτή τη φορά, χωρίς την φόρα και την παρόρμηση των καταπιεσμένων συναισθημάτων τους. Θα της άφηνε χρόνο όμως, να ηρεμήσει.
Δύο μέρες μετά επικοινώνησε η Δέσποινα.
– Κορίτσι μου!, της είπε στο πρώτο κουδούνισμα του τηλεφώνου. Έρχομαι από το ξενοδοχείο να σε πάρω.
Όσο αποφασισμένη μπήκε στο αυτοκίνητο η Δέσποινα, τόσο διστακτικός και λιγομίλητος ήταν ο Κώστας.
– Είμαι σίγουρος ότι ακόμη σου αρέσουν οι βόλτες δίπλα στο νερό, γι’ αυτό και σε έφερα εδώ, στην Λίμνη Κόμο.
– Χαίρομαι που δεν ξέχασες τις προτιμήσεις μου και το εκτιμώ, οι συνθήκες όμως είναι διαφορετικές από τότε. Η αγάπη και τα απωθημένα πολλές φορές δεν είναι ο σωστός οδηγός.
– Η αγάπη κι ο έρωτας είναι συναισθήματα και τα συναισθήματα δεν είναι ποτέ λάθος. Λάθος ίσως είναι οι στιγμές ή χρόνος, αλλά γι’ αυτό είμαστε εδώ. Πες μου τι θες να μου πεις. Σε προλαβαίνω και σου και σου ξαναλέω πως δεν είμαι διατεθειμένος να σε χάσω έτσι απλά.
– Η αγάπη δεν είναι ένα παιχνίδι που κάποιος κερδίζει και κάποιος χάνει. Η αγάπη είναι πράξεις, είναι λόγια, είναι καψούρα. Είναι να φοβάσαι και παρόλα αυτά να διαλέγεις να ανοιχτείς. Είναι να δίνεις χωρίς να μετράς. Είναι να κοιτάς τον άλλον και να λες σε βλέπω κι όχι σε χρειάζομαι. Η αγάπη δεν υπόσχεται ασφάλεια, υπόσχεται αλήθεια και καμία φορά πονάει, αλλά ποτέ δεν είναι ψέμα. Χρειάζομαι χρόνο και χώρο για να σε ξαναμάθω και να με ξαναγνωρίσεις. Ούτε εσύ ούτε εγώ είμαστε τα παιδιά των είκοσι χρόνων. Δεν μπορώ να είμαι με κάποιον που ξέρω μόνο την ανάμνησή του και που αυτή η ανάμνηση άφησε μια πικρία στο τέλος.
– Έχεις δίκιο σε όσα λες. Δεν θέλω να σε πιέσω και θα σεβαστώ την επιλογή σου να πάρεις χρόνο. Θέλω να είμαι δίπλα σου για να μοιράζομαι στιγμές μαζί σου κι όχι για να απαιτώ. Πρέπει να καταλάβεις πόσο μόνος ήμουν τόσα χρόνια χωρίς εσένα. Κι αυτό δεν στο λέω για να σε πνίξω ή να σε πιέσω σε κάτι. Είναι λόγια ψυχής.
Και πραγματικά ήταν. Φεύγοντας για Ιταλία, διάλεξε να κρυφτεί από την ζωή. Αφοσιώθηκε στο μεταπτυχιακό, έπεσε με τα μούτρα να χτίσει ένα όνομα στον κλάδο της Αρχιτεκτονικής και σκορπούσε απλά τον εαυτό του δεξιά κι αριστερά σε ανούσιες υπάρξεις χωρίς ουσία. Έβαλε ένα τοίχος προστασίας μπροστά στην καρδιά του. Φοβόταν να αφεθεί ξανά. Φοβόταν να τον γνωρίσουν και φοβόταν να αγαπηθεί. Κανέναν δεν άκουγε. Ο πατέρας του τον είχε επισκεφτεί πολλές φορές και προσπάθησε άλλες τόσες να του θίξει το θέμα της συντροφικότητας. Είχε αναγνωρίσει πόσο πληγώθηκε ο γιος του από την μητέρα του. Χωρίς να το ξέρει ο Κώστας, είχε βρει την Δέσποινα μετά από μέρες κι είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να της μιλήσει. Φτερούγισε η ψυχή του όταν έμαθε τηλεφωνικώς πως μετά από χρόνια είχαν βρεθεί και τον συμβούλεψε να «πάει με τα νερά» της προκειμένου να την πείσει για τις προθέσεις του.
Κι αυτό έκανε. Κάθε μέρα ερχόταν στο ξενοδοχείο να την πάρει να πάνε για φαγητό ή για βόλτες. Ήταν πάντα πολύ τρυφερός και προστατευτικός απέναντί της αλλά κρατούσε τις αποστάσεις του. Δεν την πλησίασε να την φιλήσει κι ας καίγονταν και οι δυο από την επιθυμία. «Μέχρι να είσαι έτοιμη και να πεις το ναι», της είπε. Κι εκείνη το εκτίμησε.
Είχαν περάσει ήδη τρεις εβδομάδες. Σε λίγες μέρες θα επέστρεφε Ελλάδα. Το μυαλό της και η καρδιά της ήταν διχασμένη, αλλά αν ήθελε να είναι σωστή με τον εαυτό της, δεν έπρεπε να καθυστερήσει άλλο. Έπρεπε να του μιλήσει.
Συναντήθηκαν στο εστιατόριο που είχαν βρεθεί. Την περίμενε αρκετά νευρικός και αμήχανος συνάμα. Ήταν προετοιμασμένος να ακούσει τα πάντα και να διαπραγματευτεί.
– Σε θέλω, του ψιθύρισε να του κόπηκαν τα πόδια. Θέλω να το προσπαθήσουμε. Απλά πρέπει να βρούμε τον τρόπο. Δεν θέλω να εγκαταλείψω την Ελλάδα, την οικογένειά μου, την σχολή. Ούτε από εσένα ζητάω να αφήσεις το Μιλάνο. Ας δοκιμάσουμε αν να αντέχουμε την σχέση από απόσταση. Τι λες;
Με ένα τρυφερό και συγχρόνως παθιασμένο φιλί είπαν και οι δύο «ναι». Στα γρήγορα τελείωσαν το δείπνο τους, για να τους βρει η υπόλοιπη βραδιά ξαπλωμένους στο δωμάτιο της Δέσποινας. Μέχρι το ξημέρωμα της έκανε έρωτα κι έκλεινε μια μια τις πληγές τους.
– Θα έρθω μαζί σου στο αεροπλάνο. Θα επιστρέψουμε μαζί. Ήρθε ο καιρός να αντιμετωπίσω κι εγώ τους φόβους μου και τις ανασφάλειές μου και μόνο με σένα πλάι μου μπορώ να το κάνω.
Οι γονείς της την περίμεναν στο αεροδρόμιο και σαν είδαν το λαμπερό της πρόσωπο και το χαμόγελό της, κάθε ενδοιασμός και ανησυχία εξαφανίστηκε. Τους καλοδέχτηκαν και τους δύο κι ήταν σαν να τους έδιναν το πράσινο φως από μεριάς τους. Αλλά και ο πατέρας του ήταν κατενθουσιασμένος που γυρνούσε το παιδί του στο πατρικό του.
Τώρα ήταν η σειρά της να τον ξεναγήσει στην Αθήνα. Έλειπε τόσο καιρό και πολλά είχαν αλλάξει. Όλα εκτός από τα Τείχη της Πειραϊκής, με τα γνωστά κουτούκια που παρέμεινε σταθερά το στέκι τους.
Μια Παρασκευή βράδυ της πρότεινε να φάνε όλοι μαζί οικογενειακώς στο σπίτι του. Αν και της φαινόταν βιαστικό δέχτηκε με χαρά, το ίδιο και οι δικοί της.
– Θέλω λίγο την προσοχή σας, θέλω κάτι να σας ανακοινώσω. Με την βοήθεια κάποιων γνωστών μου εδώ στην Αθήνα, από τον άλλο μήνα θα ξεκινήσω συνεργασία με μια από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρίες που έχουν έδρα κι εδώ αλλά και στο εξωτερικό. Φυσικά η κύρια δουλειά μου προς το παρόν παραμένει στο Μιλάνο, όμως θα μπορώ να δουλεύω εξ αποστάσεως τις περισσότερες μέρες. Τι θα έλεγες Δέσποινα αν μέναμε μαζί;
Σαν μικρό κορίτσι έτρεξε στην αγκαλιά του και βουρκωμένη του απάντησε «ναι». Σαν κύριος που ήταν, πήρε και την άδεια των γονιών της, που κι ίδιοι με την σειρά τους ήταν συγκινημένοι με την ευτυχία της κόρης τους.
Δύο χρόνια είχαν περάσει από την πρώτη μέρα της συγκατοίκησης. Εκείνη την περίοδο ο Κώστας ετοίμαζε ένα πρότζεκτ στην λίμνη Maggiore, μια ιδιαίτερη λίμνη με πολλά νησάκια και γραφικά χωριά γύρω από αυτήν. Πάνω στο γραφείο του επικρατούσε χάος από μακέτες και φωτογραφίες του μέρους. Το μάτι της έπεσε στο νησί Isola Bella με το εντυπωσιακό παλάτι του 17ου αιώνα.
– Ωραία επιλογή αν θέλει κανείς να παντρευτεί, παρατήρησε και του έκλεισε το μάτι.
Η αλήθεια είναι πως τρεις φορές του έχει αρνηθεί την πρόταση γάμου. Όχι γιατί δεν τον ήθελε, αλλά γιατί δεν θεωρούσε ότι ένα χαρτί και μια υπογραφή επικυρώνει ή ακυρώνει τα συναισθήματά της. Πώς της ήρθε να το πει εκείνη την στιγμή, δεν το κατάλαβε και η ίδια. Μ’ ένα χαμόγελο κι ένα ξάφνιασμα στο βλέμμα του στάθηκε μπροστά της και την πήρε αγκαλιά.
– Πολύ φοβάμαι κοριτσάκι μου ότι δεν το εννοείς και πάλι και αδίκως με ξεσηκώνεις.
Μ’ ένα ατελείωτο και λιγωμένο φιλί τον πήρε αγκαλιά από την μέση και τον οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα.
– Λίγο πριν ξημερώσει θα έχεις πει το ναι!, του ψιθύρισε κι έκλεισε την πόρτα
Νατάσα Ξαγοράρη
ΤΕΛΟΣ
