Η βάρκα που γύρισε μόνη της

Ένα μικρό παιδί ήταν στο λιμανάκι εκείνο το πρωινό. Καθόταν στην άκρη της προβλήτας και έκανε μικρά κύματα με τα πόδια του στο νερό. Τότε είδε κάτι που δεν είχε ξαναδεί: Μια βάρκα μοναχή της. Σηκώθηκε τρέχοντας και πήγε στα πιο κοντινά σπίτια να ειδοποιήσει τους κατοίκους.

«Μια βάρκα γύρισε μόνη της!», φώναζε σε όλον τον δρόμο.

Οι γυναίκες που βγήκαν να δουν τι συνέβη αναγνώρισαν αμέσως την βάρκα. Ήταν του κυρ Νίκου. Έκαναν τον σταυρό τους και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Γιατί γύρισε μόνη της η βάρκα; Πού ήταν ο ψαράς;

Αμέσως ειδοποίησαν τον χωροφύλακα. Όταν ήρθε τελικά από το διπλανό χωριό, ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος στο λιμανάκι. Είχαν δέσει την βάρκα και από το σχοινί την τράβηξε κοντά του. Κοίταξε να βρει κάποια εξήγηση. Αφού τελείωσε την επιθεώρηση, είπε φωναχτά αυτό που όλοι σκέφτονταν. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ο ψαράς είχε πνιγεί.

«Με μπουνάτσα πνίγηκε, κυρ χωροφύλακα;»

Σιωπή ξαφνικά. Είχε δίκιο ο ναυτικός. Λάδι ήταν η θάλασσα τις τελευταίες μέρες. Και ο κυρ Νίκος έμπειρος στην δουλειά του. Έκοβε το μυαλό του και θα είχε γλυτώσει από κάθε κίνδυνο.

«Δεν υπάρχει στάλα αίμα», κούνησε το κεφάλι ο χωροφύλακας που δεν μπορούσε να βρει άλλη εξήγηση. Δεν είχε κανένα σημάδι για τον χαμό του ψαρά. Μόνο την βάρκα του που γύρισε μόνη της.

«Σιωπή! Έρχεται η γυναίκα του!»

«Κυρά Μαρία… Λυπάμαι μα χάθηκε ο άντρας σου», της είπε με το βλέμμα κατεβασμένο.

«Όχι! Δεν το πιστεύω. Θα γυρίσει…» σκούπισε τα μάτια της.

«Θα περιμένομε τότε κυρά μου. Θα περιμένομε…»

Άδειες ελπίδες της έδωσε και το ήξερε ο χωροφύλακας. Σιγά μην γυρίσει ο πνιγμένος. Και η αλήθεια ήταν πως αυτός ο άντρας δεν θα γύριζε ποτέ πίσω στο χωριό του.

Την κυρά Μαρία την συνόδεψαν κλαίγοντας οι γειτόνισσες πίσω στο σπίτι της. Μπροστά πήγαιναν οι αδερφοί της που ψιθύριζαν μεταξύ τους να μην τους ακούσει κανείς.

Τέσσερις τους είχε και αυτή ήταν η πιο μικρή. Τον Νίκο της δεν τον ξεχώριζαν από την οικογένεια, τον αγαπούσαν πολύ. Κι ας έλεγαν κάποιοι στο χωριό που πήρε ψαρά μια τέτοια γυναίκα ευκατάστατη. Ήταν αλήθεια πως τα λεφτά ποτέ δεν τους έλειψαν κι ας ήταν δύσκολες οι εποχές. Η ζήλια τους είχε φάει που είχε εργατικούς άντρες στην οικογένεια. Η ζήλια τους είχε φάει που βρήκε την αληθινή αγάπη ενώ άλλες γυναίκες εκείνο τον καιρό έπαιρναν όποιον τους έλεγε ο κύρης τους. Έτσι της έλεγαν τα αδέρφια της να σκέφτεται, πόσο τυχεροί ήταν όλοι τους. Αμέσως δέχτηκαν τον Νίκο για γαμπρό όταν είδαν πόσο πράος και ήσυχος άνθρωπος ήταν. Μιλιά δεν έβγαινε από το στόμα του και το άνοιγε μόνο όταν ήταν να πει καλή κουβέντα. Το σπίτι του κοιτούσε μόνο και την δουλειά του. “Φως μου” και “μάτια μου” την είχε την Μαρία. Έναν γιο έκαναν μόνο, μα ψηλό σαν κυπαρίσσι και καλόψυχο σαν τον πατέρα του. Έφυγε μακριά το παιδί γιατί αγάπησε μια ξένη, καλή τους ώρα. Της έλειπε ο γιος της, ειδικά εκείνη τη στιγμή που τα είχε χάσει όλα.

Οι αδελφοί της έκαναν βάρδιες στο σπίτι να μην αφήνουν μόνη την Μαρία. Ανά μια ώρα, κατέβαιναν εναλλάξ στο λιμάνι να δούνε μήπως εμφανιστεί ο Νίκος. Καμία τύχη. Πέρασε έτσι ένας μήνας.

*********

Εκείνο το ξημέρωμα Σαββάτου, πριν φύγει ο Νίκος, φίλησε στο μέτωπο την γυναίκα του ενώ κοιμόταν και την κοίταξε για τελευταία φορά. Μαζί του πήρε μόνο μία φωτογραφία της που την έκρυψε στον μπέτη του κοντά στον σταυρό του. Με αυτά έφυγε και την καρδιά του σπασμένη σε χίλια κομμάτια. Περνώντας μέσα από το χωριό ρουφούσε όλες τις μυρωδιές του. Να τις κρατήσει μέσα του, να μην τις ξεχάσει. Έφτασε στο λιμανάκι, εκεί που είχε πρωτοδεί την γυναίκα του ένα πρωινό του καλοκαιριού πριν τριάντα χρόνια. Εκεί που ένιωσε την καρδιά του να σκιρτάει από έρωτα και αποφάσισε να πάει να ζητήξει το χέρι της. Εκεί που παντρεύτηκαν στο μικρό εκκλησάκι πάνω στο κύμα και ορκίστηκαν πίστη και αγάπη μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος.

Ανέβηκε και έλυσε την βάρκα του και αποχαιρέτισε το χωριό του. Τα στενά δρομάκια του, που ο γιος του έκανε τα πρώτα του βήματα. Τα χώματα που ήταν θαμμένοι οι γονείς του. Το σπίτι του που σε λίγες ώρες θα το τύλιγε το πένθος και το κλάμα της αγαπημένης του. Το κοιτούσε να χάνεται όσο απομακρυνόταν όλο και πιο βαθιά στην θάλασσα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πήδηξε από την βάρκα. Εντολή της έδωσε να γυρίσει πίσω μόνη της.

*******

Ένα τέτοιο ξημέρωμα ήταν όταν τους είδε. Είχε μπουνάτσα και έναν περίεργο ήλιο που δεν έλεγε να βγει. Είχαν καθυστερήσει και πάλευαν να τελειώσουν την μεταφορά πριν τους δει ανθρώπου μάτι. Δεν είχαν παρατηρήσει τον Νίκο που κατέβηκε στο λιμανάκι. Τα είδε όλα. Κιβώτια παράνομα με όπλα και ουσίες ήταν. Και οι τέσσερις αδερφοί της γυναίκας του θυμωμένοι να ρίχνουν ευθύνες ο ένας στον άλλον. Έτσι έκαναν τα λεφτά και τις περιουσίες τους. Ο ένας τους σκούντησε και γύρισαν και κοίταξαν το Νίκο. Τον έπιασαν και τον έβαλαν απότομα στην βάρκα του.

«Φύγε στην δουλειά σου και μέχρι να γυρίσεις να έχεις ξεχάσει ό,τι είδες», του είπαν. «Αλλιώς θα καταλήξεις σαν τον Στέφανο της κυρά Θοδώρας μέσα στο πηγάδι»

Γούρλωσε τα μάτια ο Νίκος. Ο γιος της ήταν ακόμα παιδί. Ούτε τα δεκαοχτώ δεν πρόλαβε να κλείσει. Πώς μπόρεσαν;

«Μιλιά σε κανέναν. Όπως έκανες πάντα. Το σπίτι σου και την δουλειά σου. Θαρρείς θα σε βάζαμε στην οικογένεια για άλλον λόγο;»

Γι’ αυτό είχαν καταδεχτεί τον ψαρά να μπει στο σόι τους. Γιατί ήταν ήσυχος άνθρωπος που δεν ανακατευόταν σε ξένες υποθέσεις. Δεν μιλούσε, δεν λαλούσε. Μόνο την γυναίκα του κοίταζε στα μάτια. Μα τώρα πώς να σωπάσει; Που έφαγε άδικα το χώμα ένα νέο παλικάρι;

«Δεν είναι σωστό…» τους είπε και αγρίεψαν ακόμα περισσότερο.

«Εσύ θα μας πεις, βρε κακομοίρη, τι είναι σωστό και τι λάθος; Που ζεις τόσα χρόνια από τα λεφτά μας; Από τις ψωροδεκάρες σου θαρρείς θα έκανες καλιμέντο; Με τα ψάρια θα έχτιζες το σπίτι σου;»

Μέσα στην βάρκα του τον χτύπησαν στο στομάχι να μην φανούν τα σημάδια στο σώμα του. Και του είπαν ξεκάθαρα πως έχουν άκρες και στην αστυνομία. Και μέσα από την φυλακή θα τον έβρισκαν. Πρώτα όμως θα πήγαιναν στην Μαρία, την αδερφή τους. Πρώτα αυτήν θα έβγαζαν από την μέση. Που πήγε και αγάπησε τον τίμιο τον ψαρά και μια ζωή έπρεπε να φυλάνε τα νώτα τους μην τους ανακαλύψει.

Έτσι, χτυπημένο τον άφησαν και έλυσαν την βάρκα του. Όταν επέστρεψε το μεσημέρι, δήθεν μετά το ψάρεμα, τους βρήκε εκεί στο σπίτι του να τρώνε με την αδερφή τους. Του κόπηκαν τα πόδια και έτρεμε ολόκληρος σαν το ψάρι μες το πιάτο. Στην Μαρία είπε ότι αρρώστησε και πήγε να ξαπλώσει. Σηκώθηκε δύο μέρες μετά από το κρεβάτι. Η κοιλιά του ήταν γεμάτη μελανιές και η καρδιά του διαλυμένη. Ήταν αδίστακτοι. Ούτε το ίδιο τους το αίμα δεν υπολόγιζαν. Ο Νίκος όμως είχε ορκιστεί να την τιμά και να την προστατεύει την γυναίκα του μέχρι την τελευταία του πνοή. Και αυτή η τιμή ήταν τώρα αγκάθι στα σωθικά του.

Πέρασαν μέρες και εβδομάδες που τον έτρωγε αυτό το μυστικό. Οι αδερφοί της γυναίκας του συνέχιζαν και τις δουλειές και τις ζωές τους σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Λες και δεν είχαν θάψει ένα παιδί λίγα μέτρα παραπέρα. Η αλήθεια όμως έπρεπε να βγει στο φως. Να αγιάσει η ψυχή του νέου που μαρτύρησε στα χέρια τους.

******
Δύο μήνες μετά την εξαφάνιση του Νίκου, η αστυνομία ήταν έτοιμη και κατέβηκε από την πόλη. Χτύπησαν πόρτες και ξεσκέπασαν μυστικά. Βρήκαν τα λεφτά και τα παράνομα όπλα. Έβγαλαν το παιδί από το παλιό πηγάδι και το έδωσαν στην μάνα του να το κλάψει. Έπιασαν τα αδέρφια της, τους τέσσερις φονιάδες. Ακριβώς όπως τα είχε αποκαλύψει ο Νίκος όταν πήγε και τους ομολόγησε όλη την αλήθεια.

******
Ένα χρόνο μετά, γράμμα έφτασε στο χωριό για την κυρά Μαρία από τον γιο της. Πόσο της είχε λείψει το παλικάρι της που δεν είχε καταφέρει τόσο καιρό να το δει… Έπιασε το γράμμα με λαχτάρα στα χέρια της και ρούφηξε κάθε λέξη.

«Μάνα, είναι ο καιρός να μάθεις. Μάζεψε τα πράγματά σου. Πάρε το καράβι και μην κοιτάξεις πίσω. Ο πατέρας και εγώ σε περιμένουμε»

Έτσι, έφυγε από το χωριό η κυρά Μαρία και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Έσμιξε με τον άντρα και το παιδί της στα ξένα και δεν χώρισαν ποτέ ξανά. Και η βάρκα που γύρισε μόνη της έμεινε για χρόνια δεμένη στο λιμανάκι μέχρι που βούλιαξε και πήρε μαζί της το μυστικό τους.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading