Η γητεύτρα των σκύλων

Το ταξίδι του μέλιτος είχε φτάσει με καθυστέρηση ενός χρόνου, αφού η Φαίη στον γάμο ήταν έγκυος στο τέλος του όγδοου μήνα και προτίμησε την ασφάλεια του σπιτιού τους.

Με την έντεκα μηνών κόρη τους, το ζευγάρι, ανέβαινε την ανηφοριά με φόντο την εκκλησία της Μεγαλόχαρης, στην Τήνο. Το ταξίδι αυτό είχε διπλό σκοπό. Μήνας του μέλιτος και πραγματοποίηση του τάματος στην Παναγία. Η εγκυμοσύνη δεν ήταν εύκολη υπόθεση για το ζευγάρι, με αποτέλεσμα η Φαίη να στρέψει τις ελπίδες της στην μητέρα όλων μας, με προσευχές και τάζοντας ότι αν έμενε έγκυος, θα χάριζε το όνομα της Παναγιάς στο παιδί, είτε ήταν κορίτσι, είτε αγόρι και θα έκαναν το ταξίδι να προσκυνήσουν γονατιστοί την Χάρη Της όλοι μαζί. Οι προσευχές της εισακούστηκαν και της χάρισε το Θαύμα. Η συγκίνηση μέσα στο ναό, με το μωρό στην αγκαλιά να προσκυνούν το εικόνισμα, ήταν μια εικόνα που οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν.

Στο κατέβασμα, με την αγαλλίαση της εκπλήρωσης του τάματος, συνειδητοποίησαν ότι τους ακολουθούσε μια σκυλίτσα. Η μικρή Μαρία, με το κεφαλάκι της γυρισμένο προς την μεριά του, μέσα από το καροτσάκι που την είχαν να κάθεται, άπλωνε το χέρι της να το αγγίξει, φώναζε χαρούμενη “βουβ, βουβ, βουβ” και προσπαθούσε να ελευθερωθεί από τις ζώνες ασφαλείας που την κρατούσαν δεμένη. “Μαμά, βουβ!”, “Μπαμπά βουβ!”, η χροιά στη φωνή και ο τεντωμένος μικρούλης δείκτης στο χεράκι της, έδειχναν ότι ήθελε να κατέβει να περπατήσει δίπλα στην μικρή ακόλουθό τους. Είχε περίπου έναν μήνα που στάθηκε γερά στα ποδαράκια της και όργωνε πια τους δρόμους. Ο μπαμπάς της έκανε το χατίρι. Έτρεχε γύρω του, το χάιδευε, το τάιζε μέρος από το κουλούρι που είχε στο χέρι της και γελούσε με τα παιχνιδίσματα που ανταπέδιδε το ζώο. Δεν φαινόταν πρόθυμη ούτε η μικρή, ούτε η σκυλίτσα να αποχωριστούν όταν έφτασαν στο δωμάτιο που νοίκιαζαν στο νησί.

“Μέχρι εδώ ήταν η παρεούλα, αγαπούλα μου. Πες ‘γεια’ στο ζωάκι και πάμε μέσα”, είπε τρυφερά η Φαίη στην κόρη της και την πήρε αγκαλιά. Η μικρή, άρχισε να κλαίει με λυγμούς και να φωνάζει “όχι, όχι” , “βουβ, βουβ”. Δεν ενέδωσαν οι γονείς της στα δάκρυά της. Έκαναν τα ντουζάκια τους, έφαγαν και ξάπλωσαν λίγο. Όταν δύο ώρες μετά, άνοιξαν την πόρτα για να βγουν μια απογευματινή βόλτα, το σκυλί, τους περίμενε στη θέση που το άφησαν. Η μικρούλα χτυπούσε με τα χεράκια της παλαμάκια, τσίριζε από χαρά και κουνούσε το σώμα της ενθουσιασμένη μέσα στο καροτσάκι. Το ζευγάρι κοιτάχτηκε. Είτε του επέτρεπαν είτε όχι να τους ακολουθήσει, εκείνο είχε πάρει την απόφασή του, κουνούσε την ουρά του στο ρυθμό της μικρής, καινούργιας του φίλης και έκανε σβούρες γύρω από το καρότσι.

Δεν τους άφησαν άλλη επιλογή κόρη και σκυλί. Το πήραν μαζί τους στην Αλεξανδρούπολη, στο σπίτι τους και το έκαναν μέλος της οικογένειάς τους. Μεγάλωνε δίπλα στην μικρούλα, ακολουθώντας την παντού. Με παιχνίδι, αγκαλιές, χάδια, χορούς, φιλιά, γλειψίματα, χοροπηδητά, κουνήματα ουράς, έδειχναν το ένα προς το άλλο θηλυκό, την αγάπη του. Το δέσιμό τους απόλυτο!

Μια ζεστή μέρα στην αρχή του Ιούνη, δύο χρόνια μετά, η σκυλίτσα της τριμελούς οικογένειας, η Μίκα, όπως την ονόμασαν, γέννησε τέσσερα κουτάβια. Η Μαρία έπαιρνε κουβέρτες να τα σκεπάσει, τα έπαιρνε αγκαλιά και η Μίκα την κοιτούσε με υγρά ματάκια από την ευγνωμοσύνη, ενώ όποιος άλλος πλησίαζε τα μωρά της, τους γρύλιζε, έδειχνε τα δόντια της.

Η Φαίη, ένα μήνα μετά, ανακοίνωσε στην κόρη της ότι δεν μπορούσαν να κρατήσουν τα κουτάβια, ότι χρειάζονταν ανθρώπους να τα αγαπήσουν, να τους αφιερώσουν χρόνο και στοργή. Στόμα με στόμα, επικοινώνησαν ότι χαρίζουν τα κουτάβια. Σε διάστημα είκοσι ημερών, με δάκρυα στα μάτια κάθε φορά, το τρίχρονο κορίτσι, έβλεπε τα μικρά της φιλαράκια, ένα ένα, να φεύγουν από το χώρο τους, από την αγκαλιά τη δική της και της Μίκας. Τα δύο θηλυκά, δεν τα είδε ξανά. Τα σπιτικά που τα υιοθέτησαν ήταν σε κοντινά χωριά, μακριά από τους ίδιους. Τα δύο αρσενικά δεν απομακρύνθηκαν πολύ. Το ένα το υιοθέτησε ένα νεαρό ζευγάρι φοιτητών και τους συναντούσαν πότε πότε σε βόλτες στην πόλη και το τελευταίο, ένας μοναχικός άντρας, κάπου στα εξήντα πέντε, που το ήθελε για παρέα.

Η Μαρία, στην συνάντησή τους με τον γκριζομάλλη άντρα, κρύφτηκε πίσω από το σώμα της μαμάς της. Εκείνος έκανε προσπάθεια να την πλησιάσει ρωτώντας την πώς την λένε, αλλά το παιδί συνέχιζε κρυμμένο και αμίλητο.
– Ντρέπεσαι; Γιατί δεν μου λες πώς σε λένε;
– Έλα αγάπη μου, πες στον κύριο Σπύρο πώς σε λένε.
Καμία αντίδραση. Τον παρακολουθούσε κρυφά προστατευμένη από την μαμά της.

– Εντάξει, το δικό σου δεν μου το λες. Το σκυλάκι; Του έδωσες όνομα;
– Όχι κύριε Σπύρο, πετάχτηκε η Φαίη στην θέση της κόρης της. Θέλαμε να δώσετε εσείς όποιο όνομα θέλετε, ε Μαρία; Και μάλιστα το τελευταίο κουτάβι μας, έχει ένα σημάδι που το κάνει ξεχωριστό. Δείτε!
Δεν φάνηκε να τον εντυπωσίασε αυτό που του έδειξε η νεαρή μαμά και ούτε το σχολίασε.

– Α! Ώστε Μαρία σε λένε! Λοιπόν Μαρία, λέω να τον φωνάζω Τζουν, αφού είναι γεννημένος Ιούνιο! Σου αρέσει;
– Αγάπη μου, Τζουν στα αγγλικά σημαίνει Ιούνιος, ο μήνας που γέννησε η Μίκα μας. Ωραίο ε;
Μούγγα η μικρή. Η Μαρία της σιωπής.

Η Φαίη, που τόση ώρα κρατούσε τρυφερά το κουτάβι στα χέρια της, τα άπλωσε για να αλλάξει χέρια το ζωάκι. Μόνο τότε ξεπρόβαλλε το κεφαλάκι της η μικρή και δακρυσμένη ψιθύρισε “γεια σου Τζουν, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ”.

Ο Σπύρος είχε βγει μόλις πριν λίγους μήνες στην σύνταξη, από την ΔΕΗ που εργαζόταν στα ταμεία πληρωμών των λογαριασμών. Δεν παντρεύτηκε ποτέ και έμενε στο ρετιρέ τετραόροφης πολυκατοικίας. Δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με ζώα. Για την ακρίβεια, τα φοβόταν, αφού όταν ήταν μικρός, άκουγε συνέχεια τον πατέρα του να φωνάζει και να σχολιάζει την κατάσταση με τα αδέσποτα της γειτονιάς. Ούτε τα λόγια του, ούτε το ύφος του ξέχασε ποτέ.

Οι εποχές είχαν αλλάξει. Εκείνος ήταν πια ένας άνθρωπος μιας ηλικίας που η ζωή τα έφερε έτσι να είναι μόνος. Η παρέα ενός σκύλου θα του ήταν πολύτιμη.

Ο Τζουν ήταν ένα πολύ ήσυχο και ήρεμο κουτάβι, μα υπήρχε ένα πρόβλημα. Ενώ τον έβγαζε πρωί, μεσημέρι, βράδυ για τις φυσικές του ανάγκες, εκείνο δεν έκανε τίποτα. Βρε σε χώμα, βρε σε χόρτα, βρε σε χαλίκια, να έχει επιλογές, να μυρίζει… τίποτα! Μόλις επέστρεφαν σπίτι, παρόλο που είχε και μια ειδική πάνα εκπαίδευσης, το αρσούζικο το ζωντανό, σα να μην υπήρχε η πάνα, σα να μην την έβλεπε, κατουρούσε κι έκανε τα κακά του στο πάτωμα. Τον κοιτούσε απογοητευμένος, τον σήκωνε, τον πήγαινε στην πάνα απογοητευμένος, την έδειχνε έντονα, να γίνει αντιληπτή από το ζώο και με αυστηρό ύφος του έλεγε “εδώ, εδώ θα κατουράς!”. Μέχρι την επόμενη φορά, που επαναλαμβανόταν το ίδιο σκηνικό και τον κοιτούσε πια αγανακτισμένος, με τα χέρια στη μέση και του απηύθυνε τον λόγο. “Τι άλλο θέλεις; Τόσες βόλτες σε βγάζω! Πότε θα μάθεις επιτέλους; Έχεις μετατρέψει το σπίτι σε δημόσιο ουρητήριο!”.

Ο Σπύρος δεν έμαθε ποτέ στη ζωή του να φροντίζει άλλους πέρα από τον εαυτό του, να αφουγκράζεται τις ανάγκες των άλλων. Συνειδητά δεν απέκτησε οικογένεια. Δεν ήθελε να μοιράζεται τον χρόνο του, τον εαυτό του με κανέναν. Συναισθηματικά τσιγγούνης, ανίκανος να προσφέρει χάδια, τρυφερότητα, αγάπη, τον ζόριζε και το ότι ο σκύλος ήταν ανεπίδεκτος και λέρωνε παντού, με αποτέλεσμα το ζώο να στερείται όσα αναζητούσε, ενώ συνέχεια στριφογυρνούσε γύρω του. Ζητιάνευε την προσοχή του, λίγη ζεστασιά, λίγη γλύκα. Τον κοιτούσε με κείνα τα αθώα ματάκια του, έχωνε την μουσούδα του κάτω από την παλάμη του για να τον χαϊδέψει, να αποκτήσουν το δέσιμο που ήθελε, μάταια! Το αφεντικό του ήταν απροσπέλαστο.

Λίγες μέρες μετά, σε μια βόλτα, ο σκυλάκος σήκωσε το πόδι του και κατούρησε σε έναν θάμνο. Ο Σπύρος ένιωσε δικαιωμένος, τον κοίταξε και του είπε αυστηρά “κανόνισε να ξανακατουρήσεις το σπίτι μου!”. Ο Τζουν κουνούσε την ουρά του, σα να περίμενε να δει την περηφάνια του αφεντικού του που τα κατάφερε. Ούτε ένα μπράβο, ένα χάδι, μια λιχουδιά, μια επιβράβευση, τίποτα!

Την επόμενη μέρα, γυρνώντας από εξωτερικές δουλειές, ο Σπύρος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ακόμα μικρή κίτρινη λιμνούλα στο πάτωμα, αλλά και το χειρότερο, με μια μισοφαγωμένη παντόφλα του, που όταν την είδε ένιωσε ότι θα πάθαινε εγκεφαλικό! Του τα είχε και μαζεμένα, από την ένταση, σήκωσε το χέρι του απότομα προς το μέρος του κουταβιού, μα τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε! Πήρε βαθιές ανάσες και μια απόφαση ταυτόχρονα. Τελικά η παρουσία του σκύλου, δεν του ήταν και τόσο πολύτιμη. Για την ακρίβεια ήταν ενοχλητική, αφού δεν έκανε τίποτα σωστά και έφερε τα πάνω κάτω στην μοναχική ρουτίνα του. Όχι, δεν θα άλλαζε την ζωή του, ήταν σίγουρα καλύτερα μόνος!

Την επόμενη μέρα, πολύ νωρίς, πριν ακόμα χαράξει, τον έβαλε στο αυτοκίνητο, το σκυλί κουλουριασμένο στο πατάκι του συνοδηγού, δεν έβγαζε άχνα και μερικά χιλιόμετρα μακριά, σε ένα χωράφι, αφού βεβαιώθηκε ότι είναι απομακρυσμένοι από τα σπίτια, άνοιξε την πόρτα και… ο Τζουν βρέθηκε μόνος στο πουθενά. Έβλεπε το αμάξι να φεύγει και αρχικά, έτρεχε πίσω του. Ούτε ένα βλέμμα έριξε στον καθρέφτη να δει πίσω του. Το αφεντικό του χάθηκε από το οπτικό του πεδίο κι εκείνο περιπλανήθηκε φοβισμένο, φτάνοντας στα σπίτια, ψάχνοντας να φάει, ψάχνοντας τι έφταιξε.

Πέρασαν τρεις μέρες που ο Τζουν περιπλανιόταν στον καύσωνα, χωρίς νερό και τροφή, ανάμεσα σε αυλές και πυλωτές, χωρίς παρέα να νιώθει ασφάλεια. Με τον παραμικρό θόρυβο, τα γαυγίσματα των άλλων σκυλιών, τον κόσμο να περπατάει δίπλα του, κούρνιαζε φοβισμένος.

Η Φαίη με την Μαρία επισκέφτηκαν την γιαγιά της μικρής, στο διπλανό χωριό. Η γιαγιά είχε ετοιμάσει την φουσκωτή πισίνα στην αυλή, όλα τα αγαπημένα φαγητά της εγγονής της και φυσικά τα παιχνίδια της Μίκας, αφού δεν πήγαινε πουθενά το κορίτσι χωρίς την κολλητή της φίλη, την σκυλίτσα της.

Η Μαρία πλατσούριζε στην πισίνα όταν είδε μια ουρίτσα ανάμεσα από τα κάγκελα. Κοίταξε καλύτερα και ενθουσιασμένη άρχισε να φωνάζει.
– Μαμά, μαμά, ο Τζουν! Ο Τζουν!
– Τι λες παιδί μου; Ποιος Τζουν; η Φαίη γύριζε το κεφάλι της δεξιά αριστερά για να καταλάβει περί τίνος πρόκειται.
– Το κουτάβι της Μίκας, που πήρε εκείνος ο κακός παππούς.
– Αγάπη μου, τι λες;

Η Μαρία δεν ήθελε να χάσει άλλο χρόνο. Έτρεξε στην καγκελόπορτα. Από πίσω της και η Φαίη.
– Αγάπη μου, μοιάζει με το σκυλάκι της Μίκας μας, αλλά δεν είναι αυτό! Ο κύριος Σπύρος μένει κοντά στο σπίτι μας. Είναι μακριά από δω.
– Αυτός είναι σου λέω! Άνοιξε την πόρτα, σε παρακαλώ!

Η Φαίη ήξερε ότι η κόρη της δεν θα δεχόταν το ‘όχι’ για απάντηση. Τα σκυλιά ήταν η μεγάλη της αδυναμία. Άνοιξε την πόρτα και περίμενε ότι το ζώο θα ορμήξει μέσα. Αντιθέτως εκείνο έκανε δύο βήματα πίσω και πήρε την θέση άμυνας φοβισμένου πλάσματος. Η μικρή από την χαρά της, έκανε απότομα την κίνηση να το χαϊδέψει, πλησιάζοντάς το και πριν προλάβει η Φαίη να την σταματήσει, το σκυλί, που δεν είχε μάθει σε χάδια, φοβήθηκε περισσότερο και κούνησε το ποδαράκι του άγαρμπα για να την αποφύγει, προκαλώντας μια μικρή γρατζουνιά. Ακολούθησαν ουρλιαχτά από μια πανικόβλητη μαμά και δευτερόλεπτα μετά και από την γιαγιά, κλάμα και πόνος από την μικρούλα που όμως δεν πτοήθηκε! Έκανε μια κίνηση να τον πιάσει, μα εκείνος εξαφανίστηκε.

Την πήγαν στο νοσοκομείο και αφού ήταν εμβολιασμένη, περιποιήθηκαν μόνο το σημείο στο χέρι της που δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια επιδερμική γρατζουνιά. Αν ήθελε ο σκύλος θα μπορούσε να κάνει μεγάλη ζημιά, αλλά δεν ήθελε! Απλά τρόμαξε και αντέδρασε ενστικτωδώς, χωρίς πρόθεση να βλάψει το παιδί.

Όταν γύρισαν λίγη ώρα μετά στη γιαγιά που τους περίμενε, έξω από την καγκελόπορτα, κρυμμένο πίσω από έναν θάμνο, ήταν το κουτάβι. Η Φαίη μπήκε μπροστά στο κορίτσι.
– Ούτε να το σκέφτεσαι! Γρήγορα μέσα! ενώ έκανε τον γνωστό ήχο ” ξουτ” με έντονο ύφος για να απομακρύνει το ζώο.
– Μαμά! Είναι ο Τζουν, δεν θα μου κάνει κακό. Απλά φοβήθηκε πριν. Δες τον! Φοβάται!
– Βρε λύσσα με τον Τζουν!
– Κοίτα! χαμήλωσε τον κορμό της, τον κοίταξε με όλη την αγάπη που έχουν μέσα τους τα παιδιά και τον φώναξε με στοργικό τόνο στη φωνή! Τζουν, έλα! Έλα αγόρι μου!
Και τότε το σκυλί, διστακτικά, δειλά δειλά έκανε λίγα βήματα προς το μέρος τους.
– Έλα, έλα, δε θα σου κάνω κακό!
Η μικρή γητεύτρα των σκύλων, άπλωσε το χέρι με την μικρή γάζα και ο σκύλος το έγλειφε, σα να ζητούσε συγγνώμη.

– Θεέ και Κύριε!, απορημένη σταυροκοπιόταν η μαμά της.
– Σήκωσε το κεφάλι σου αγόρι μου να δει η μαμά το σημάδι σου! τον έπιασε απαλά και τρυφερά, κάνοντας φανερή την άσπρη βούλα στο λαιμό του, στο γενικά, ολικό καφέ τρίχωμα του.
– Τζουν!, φώναξε η Φαίη, που είχε πια πειστεί. Το σκυλί, αναγνωρίζοντας το όνομά του και τα άτομα που τον αγάπησαν και τον περιποιήθηκαν το πρώτο διάστημα της γέννησής του, έκανε σβούρες γύρω τους. Η μυρωδιά της αγάπης δεν χάνεται ποτέ!

Τον πήραν μαζί τους και δεν τον αποχωρίστηκαν ποτέ ξανά!

Λίγο καιρό μετά, σε ένα παρκάκι κάπου προς την γειτονιά τους, συνάντησαν τον Σπύρο. Βλέποντάς τον ο Τζουν, κρύφτηκε πίσω από την Μαρία. Το παιδί γονάτισε δίπλα του, τον χάιδευε και κοιτάζοντας στα μάτια τον άντρα, φωναχτά είπε: “μη φοβάσαι Τζουν, έχεις εμένα τώρα, δεν θα σε παρατήσει ποτέ ξανά κανείς, δεν σου αξίζει!”. Η Φαίη δεν περίμενε από το κοριτσάκι της να βρει το θάρρος ή το θράσος, να μιλήσει έτσι σε έναν άντρα μιας τέτοιας ηλικίας και δεν ήξερε και πώς θα αντιδράσει. Εκείνος τους προσπέρασε με αλαζονεία, σα να μην κατάλαβε, σα να μην είχε κάνει κάτι λάθος.
– Δεν σου είπα εγώ ότι ήταν κακός;
– Αγάπη μου, όλοι οι άνθρωποι δεν είμαστε για όλα, ούτε και είμαστε ίδιοι.
– Μαμά, σε αγαπώ πολύ!
– Κι εγώ καρδιά μου!, απάντησε η Φαίη, ενώ σκεφτόταν ότι τελικά τα παιδιά έχουν αλάθητο ένστικτο.

Αγκαλιάστηκαν μαμά και κόρη και ανάμεσά τους τρύπωσε ο τετράποδος ζηλιαράκος που δεν χόρταινε αγκαλιές. Τα ζώα και τα παιδιά, αντιδρούν όπως τα μάθουμε οι μεγάλοι. Αν μάθουν τη βia, θα γίνουν βiaia. Αν μάθουν την αγάπη, θα την σκορπούν πάντα, έτσι απλά, για να μοσχοβολάει ο κόσμος!

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading