Το σκολειό στις Μιλιές

Πριν πολλά χρόνια, ήταν ένα μικρό χωριό που το έλεγαν Μιλιές, από τις πολλές φασκομηλιές που φύτρωναν σε εκείνον τον ξεχασμένο τόπο. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν καθημερινά με όλες τους τις δυνάμεις για να το κρατήσουν ζωντανό. Μέχρι που ήρθε η χαριστική βολή.

«Θα το κλείσουν το σκολειό!», ανακοίνωσε μια μέρα στην πλατεία ο πρόεδρος του χωριού. Πικραμένος ήταν που τόσα χρόνια όλες του οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό και τα αιτήματά του δεν ακούγονταν. Μα δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα. Η απόφαση είχε παρθεί.

Κουφοί και τυφλοί από επιλογή ήταν πάντα οι αρμόδιοι μπροστά στον πόνο των ανθρώπων. Ούτε την φωνή τους άκουγαν, ούτε την αγωνία τους καταλάβαιναν. Και ας ξεψυχούσαν μπροστά στα πόδια τους οι ελπίδες του απλού κόσμου.

«Δεν θα ανοίξει φέτος το σκολειό;»

«Δεν φτάνει που το κράτος μας έχει ξεχάσει προ πολλού, τώρα μας κλείνει και το σκολειό!»

«Το επόμενο δημοτικό είναι στην πόλη. Θα πρέπει να φύγουμε από το χωριό!»

«Τι θα απογίνουν οι Μιλιές;»

«Δάσκαλε! Πες μας και εσύ που ξέρεις πολλά. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε;»

Θυμό και απόγνωση είδε ο Δημήτρης μετά την ανακοίνωση αυτή στα μάτια των κατοίκων. Η ταφόπλακα για το χωριό ετοιμαζόταν να πέσει πάνω τους.

Ο κυρ Χρήστος, ο δάσκαλος του χωριού, μιλούσε χαμηλόφωνα με τον παπά Γιάννη και έκανε νόημα και στον Δημήτρη να πλησιάσει. Ψιθύρισαν για λίγα λεπτά οι τρεις τους και πήραν την απόφαση να πάνε στην πόλη να ζητήσουν παράταση για ένα χρόνο μέχρι να τελειώσουν και τα τελευταία παιδιά το δημοτικό. Το ανακοίνωσαν διστακτικά στους κατοίκους. Ήξεραν ότι ίσως ούτε για αυτό δεν είχαν ελπίδα. Αλλά έπρεπε να το προσπαθήσουν.

Και έτσι ξεκίνησαν οι τρεις τους, ο πρόεδρος, ο δάσκαλος και ο παπάς, να δώσουν μια τελευταία μάχη για το σκολειό στις Μιλιές. Στην διαδρομή, ετοίμαζαν τα επιχειρήματά τους. Έβαζαν σε μια μια σειρά τις σκέψεις τους. Ζύγιζαν τις επιλογές τους. Προετοίμαζαν τα λόγια τους. Δεν περίμεναν να βρουν άκρη. Κανείς δεν καταλάβαινε πόσο πιο δύσκολη είχαν καταντήσει την ζωή στα χωριά. Έπεισαν τον κόσμο να τα εγκαταλείψει τάζοντάς τους μια καλύτερη ζωή στην πόλη. Αλλά δεν γνώριζαν την χρυσή φυλακή που τους περίμενε. Αφού παρέλυσαν τον κόσμο στις πόλεις και άφησαν αδύναμα τα χωριά, επέστρεψαν να τα αποτελειώσουν. Όλοι χαμένοι έβγαιναν, εκτός από αυτούς. Και τώρα έπρεπε να πάνε να παρακαλέσουν για τα αυτονόητα. Για την μόρφωση των παιδιών τους. Και αναρωτήθηκαν αυτοί οι τρεις, γιατί βάζουν εμπόδια στην εκπαίδευση των παιδιών; Τι όφελος έχουν;

Έφτασαν στο Δημαρχείο, πέρασαν δίπλα από τους ανθρώπους που είχαν την μοίρα του κοσμάκη στα χέρια τους και στάθηκαν έξω από την πόρτα ενός από τα πολλά γραφεία. Χτύπησαν, μπήκαν μέσα και ήταν σαν να βρέθηκαν μπροστά σε τοίχο. Η απάντηση ήταν κατηγορηματική. Δεν υπήρχε περίπτωση να συνεχίσει να λειτουργεί το σχολείο.

«Δεν υπάρχουν αρκετοί μαθητές», τους εξήγησε ο αρμόδιος για πολλοστή φορά.

«Είναι λίγοι οι μαθητές, αλλά του χρόνου θα αποφοιτήσουν από το δημοτικό. Δεν μπορεί να δοθεί τουλάχιστον χρόνος μέχρι τότε;», πρότεινε ο κυρ Χρήστος.

«Έτσι είναι, όπως τα λέει ο δάσκαλος. Ένα χρόνο ακόμα. Να φύγουν τα παιδάκια. Σας παρακαλώ!»

«Αυτό το σκολειό υπάρχει στις Μιλιές πριν υπάρξω εγώ. Το έχτισαν οι πρώτοι κάτοικοι με τα ίδια τους τα χέρια. Με δικά τους χρήματα. Είναι ο κόπος και το καμάρι του χωριού μας. Εκεί έμαθα γράμματα και εγώ. Κανένα άλλο χωριό δεν έχει δημοτικό!»

«Παπά, το γνωρίζω αυτό. Και πάλι…»

«Τα παιδιά μας! Κάντε το για τα παιδιά! Σας παρακαλώ!»

«Αν είναι δυνατόν!», ντράπηκε ο άντρας και σήκωσε από τα πόδια του τον ηλικιωμένο που τον εκλιπαρούσε με δάκρυα στα μάτια. «Ότι θα έπεφτε παπάς στα πόδια μου, δεν το περίμενα. Ακούστε με! Λυπάμαι πολύ. Οι οδηγίες είναι σαφείς!»

«Ναι, μας το ξαναείπατε αυτό», αγανάκτησε ο Δημήτρης. «Ο αριθμός των μαθητών πρέπει να είναι συγκεκριμένος. 220 για την ακρίβεια. Ωραίοι οι νόμοι σας! Αυτός ο αριθμός δεν καλύπτεται ακόμα και αν έρχονταν όλα τα παιδιά από όλα τα γύρω χωριά!»

«Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Και εγώ οδηγίες ακολουθώ! Είναι απλό. Χρειάζεστε τον συγκεκριμένο αριθμό μαθητών για να μείνει ανοιχτό το σχολείο σας»

«Θα μας το δώσετε γραπτώς;», ρώτησε ξαφνικά ο δάσκαλος.

«Φυσικά», παραξενεύτηκε ο άντρας. Υποψιάστηκε ότι κάτι σκαρφίστηκε ο δάσκαλος. Αλλά δεν είχε ιδέα τι ήταν.

Τους παρέδωσε το έγγραφο, το διάβασαν προσεκτικά και το υπέγραψαν με χαρά και οι τρεις. Ο όρος για να μείνει ανοιχτό το σχολείο του χωριού τους, ήταν ο συγκεκριμένος αριθμός μαθητών. Αλλά δεν έλεγε τι μαθητές!

Την επόμενη μέρα, ο Δημήτρης μάζεψε τους κατοίκους ξανά στην πλατεία του χωριού. Τους εξήγησε τι σκέφτηκε ο κυρ Χρήστος και τι έπρεπε να κάνουν. Στην αρχή τους φάνηκε δύσκολο και κάπως παράξενο, αλλά για το καλό των παιδιών θα έκαναν τα πάντα.

Έτσι οι κάτοικοι από τις Μιλιές, συμφώνησαν και διασκορπίστηκαν και πιάσαν τα χωριά και τους ανθρώπους έναν έναν να τους ζητήσουν να συνδράμουν στο μεγάλο αυτό έργο. Για το σκολειό. Για τα παιδιά.

«Μα να γυρίσω στα θρανία τώρα στην ηλικία μου;»

«Και θα κάνουμε μάθημα μαζί με τα παιδιά;»

«Πρέπει να βαστάω και σάκα;»

«Μέτρα με και εμένα! Θα το κάνω!»

«Απίστευτο! Θα τελειώσω το σκολειό!»

«Πίσω στα θρανία! Ποιος να μου το ‘λέγε!»

Ξεκίνησε η σχολική χρονιά, η τελευταία χρονιά του σχολείου στις Μιλιές. 100 μικροί και 120 μεγάλοι μαθητές, έφτασαν από όλα τα γύρω χωριά και στήθηκαν στον προαύλιο χώρο.

Εκεί ο παπά Γιάννης τέλεσε τον αγιασμό, τον τελευταίο που θα έκανε σε εκείνο το σκολειό. Θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια, την καλή του την δασκάλα που του ‘μαθε να αγαπά την μάθηση και τα βιβλία. Με τα παιδικά του μάτια την έβλεπε σαν μια ηρωίδα που πάσχιζε να μάθει γράμματα σε μια χούφτα ζωηρά παιδάκια. Και ίσως χαιρόταν να έβλεπε πως πάλεψαν με όλες τους δυνάμεις για εκείνο το σκολειό που υπηρέτησε και αγάπησε τόσο πολύ.

Δίπλα του στεκόταν περήφανος ο κυρ Χρήστος, ο δάσκαλος που έπρεπε να καταφύγει σε αυτή τη λύση και να εξαπατήσει τους κανόνες, που σαν κανόνια τους βαρούσαν πάντα. Έστω για μια φορά στην ζωή του κατάφερε να πάρει τον νόμο στα χέρια του και να τον στρέψει υπέρ του κόσμου. Κάτι που είναι πολύ σπάνιο να συμβεί. Η υπογραφή όμως δεν σβήνει και έτσι κατάφεραν να πάρουν την παράταση που διεκδίκησαν. Κοντά του ήταν και οι πέντε δάσκαλοι, που όταν έμαθαν τι θα προσπαθούσαν να καταφέρουν στο χωριό, προσφέρθηκαν εθελοντικά να ενισχύσουν το μάθημα. Πίστευε στην βοήθεια του κόσμου ο δάσκαλος και ήταν σίγουρος ότι δεν θα ήταν μόνος.

Πλησίασε και ο Δημήτρης, ο πρόεδρος και είδε την χαρά στα μάτια μικρών και μεγάλων. Ήξερε ότι ο κόπος του είχε ανταμειφθεί. Μπορεί να μην είχαν καταφέρει να κερδίσουν κάτι περισσότερο από μια μόνο χρονιά. Όμως είχαν καταφέρει να δώσουν την ευκαιρία στα παιδιά του χωριού να αποφοιτήσουν από το δημοτικό. Στα μικρά και στα… μεγάλα παιδιά!

Έτσι λοιπόν οι τρεις εξουσίες του χωριού και οι απλοί αγράμματοι άνθρωποι, τα έβαλαν με την εξουσία των μεγάλων γραφείων και των ακριβών κοστουμιών και τους κέρδισαν. Το σκολειό στις Μιλιές θα έστεκε στην θέση του, ακόμα και άδειο, μα περήφανο γιατί δεν νικήθηκε ποτέ!

Το χωριό αυτό δεν μπορείς να το βρεις στον χάρτη. Ίσως γιατί δεν υπήρξε ποτέ. Μα τα χωριά μας πάντα θα είναι ζωντανά όσο φυτρώνουν φασκομηλιές και όσο οι άνθρωποι θαρραλέα παλεύουν για όσα αγαπούν.

CC

One response to “Το σκολειό στις Μιλιές”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading