Όσο ένας κύκλος της σελήνης

Ήταν μια σχέση είκοσι οκτώ ημερών, όσο κρατά ένας κύκλος της σελήνης, κι όμως μέσα σε αυτό το τόσο μικρό χρονικό διάστημα, χώρεσαν πράγματα που άλλοι δεν ζουν σε χρόνια ολόκληρα.

Ξεκίνησε ήσυχα, σχεδόν ανεπαίσθητα, χωρίς υποσχέσεις και χωρίς φόβο, σαν κάτι που δεν χρειαζόταν εξήγηση για να υπάρξει. Από την πρώτη στιγμή όλα έμοιαζαν να κουμπώνουν φυσικά, αβίαστα, σαν να είχαν συναντηθεί ξανά σε κάποιο άλλο χρόνο και απλώς συνέχιζαν από εκεί που είχαν μείνει.

Οι πρώτες τους μέρες μαζί έμοιαζαν με νέα σελήνη. Όλα ήταν ακόμα σκοτεινά αλλά γεμάτα υπόσχεση. Δεν έβλεπαν καθαρά το σχήμα αυτού που ερχόταν, όμως το ένιωθαν. Η Ίριδα ένιωθε πως κάτι άνοιγε μέσα της αργά και φυσικά, χωρίς φόβο, χωρίς άμυνα, σαν να είχε επιτέλους χώρο να είναι ο εαυτός της. Σαν να είχε ανακαλύψει επιτέλους το λιμάνι της για να αράξει. Ο Μάξιμος, από την άλλη, έμοιαζε ήρεμος, σχεδόν γειωμένος, σαν να βρήκε σε εκείνη μια παύση από τον κόσμο, μια ανάσα που δεν τον πίεζε να αποδείξει τίποτα.

Καθώς οι μέρες περνούσαν και το φως της σελήνης άρχισε να μεγαλώνει, έτσι μεγάλωνε και αυτό που τους ένωνε. Οι στιγμές τους γέμιζαν χωρίς να βαραίνουν, οι συζητήσεις κυλούσαν χωρίς να κουράζουν και οι σιωπές τους δεν ήταν αμηχανία αλλά χώρος. Υπήρχε μια απλότητα σε όλα, μια φυσικότητα που έκανε τον χρόνο να μοιάζει άσχετος. Οι μέρες περνούσαν σαν νερό, όχι γιατί χάνονταν, αλλά γιατί ήταν γεμάτες μέχρι το χείλος, με μικρές λεπτομέρειες που αποκτούσαν σημασία μόνο επειδή τις μοιράζονταν. Γελούσαν όσο μπορούσαν να μιλήσουν σοβαρά, με μια εναλλαγή που σπάνια κατακτάς, σαν να είχαν ανακαλύψει έναν κώδικα που ανήκε μόνο σε αυτούς, έναν ρυθμό δικό τους που έπαιζε μουσική μονάχα για αυτούς.

Η Ίριδα ζούσε κάθε στιγμή με ένταση και βάθος, σαν να ήξερε, χωρίς να το σκέφτεται, πως κάτι τόσο όμορφο δεν έπρεπε να το αφήσει να περάσει επιφανειακά. Κρατούσε μέσα της κάθε γέλιο, κάθε άγγιγμα, κάθε βλέμμα που έμενε λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν. Ο Μάξιμος της έδινε την αίσθηση της παρουσίας, της σταθερότητας, κι αυτό έκανε τον δεσμό τους να μοιάζει ασφαλής, σχεδόν αυτονόητος, σαν κάτι που δεν κινδύνευε να χαθεί.

Όταν η σελήνη έφτασε στην πανσέληνο, όλα έμοιαζαν φωτεινά και καθαρά. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Ήταν η φάση που όλα φαίνονται πιο έντονα, πιο αληθινά, αλλά και πιο εκτεθειμένα. Εκεί άρχισαν να φαίνονται και οι πρώτες μικρές ρωγμές, όχι ως προβλήματα, αλλά ως διαφορές στον τρόπο που ένιωθαν τον χρόνο, το βάθος, το «μετά». Η Ίριδα άρχισε να συνδέεται πιο γρήγορα, πιο βαθιά, πιο ολοκληρωτικά, αφήνοντας τον εαυτό της να πιστέψει πως αυτό που ζούσαν είχε προοπτική, πως δεν ήταν απλώς μια όμορφη στιγμή αλλά η αρχή ενός δρόμου.

Ο Μάξιμος, αντίθετα, άρχισε να νιώθει το βάρος αυτής της φωτεινότητας. Όχι γιατί δεν είχε αισθήματα, αλλά γιατί τα ένιωθε όλα διαφορετικά. Για εκείνον, αυτό που ζούσαν ήταν αληθινό, όμορφο και σημαντικό, όμως δεν ήταν έτοιμος να το αφήσει να γίνει περισσότερο από αυτό που ήταν. Κάπου μέσα του υπήρχε ένας φόβος, όχι συγκεκριμένος, αλλά γνώριμος, ο φόβος του να αφεθεί εντελώς, να δεθεί σε κάτι που θα του ζητούσε συνέχεια και βάθος σε μια στιγμή που εκείνος δεν μπορούσε να τα δώσει.

Καθώς η σελήνη άρχισε σιγά σιγά να χάνει το φως της, έτσι άρχισε να αλλάζει και η δυναμική τους. Οι στιγμές παρέμεναν όμορφες, αλλά κάτι είχε μετακινηθεί ανεπαίσθητα. Η Ίριδα το ένιωθε, όχι ως απόσταση αλλά ως μια λεπτή αλλαγή στην ενέργεια, σαν να κρατούσε εκείνος κάτι πίσω. Δεν υπήρξαν καβγάδες ούτε μεγάλες συγκρούσεις, μόνο εκείνες οι μικρές παύσεις στις συζητήσεις, τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, οι σκέψεις που έμειναν μετέωρες.

Και κάποια στιγμή, ήρθε η στιγμή που ειπώθηκε η αλήθεια, όχι με σκληρότητα αλλά με αμηχανία. Ο Μάξιμος παραδέχτηκε, ίσως όχι με όλες τις λέξεις, πως δεν μπορούσε να προχωρήσει όπως θα ήθελε εκείνη, πως χρειαζόταν χώρο, χρόνο, απόσταση για να καταλάβει τι μπορεί πραγματικά να προσφέρει. Δεν ήταν απόρριψη, αλλά δεν ήταν και υπόσχεση. Ήταν εκείνη η γκρίζα ζώνη που πονάει περισσότερο από ένα ξεκάθαρο τέλος.

Η Ίριδα κατάλαβε. Όχι αμέσως, αλλά βαθιά μέσα της. Κατάλαβε πως δεν έσπασε κάτι επειδή έκαναν λάθος, αλλά επειδή βρέθηκαν σε διαφορετικές φάσεις του ίδιου κύκλου. Εκείνη βρισκόταν στο φως, έτοιμη να μείνει, ενώ εκείνος είχε ήδη αρχίσει να επιστρέφει στο σκοτάδι, εκεί όπου ένιωθε πιο ασφαλής.

Και έτσι, όπως η σελήνη ολοκληρώνει τον κύκλο της και χάνεται ξανά από τον ουρανό, έτσι χάθηκε κι εκείνο το «μαζί». Όχι απότομα, αλλά με εκείνον τον ήσυχο, αμετάκλητο τρόπο που τελειώνουν τα πράγματα όταν δεν μπορούν να συνεχιστούν. Σαν κρύσταλλο που πέφτει από ύψος και σπάει σε αναρίθμητα κομμάτια, όχι επειδή ήταν ελαττωματικό, αλλά επειδή η πτώση ήταν αναπόφευκτη.

Μόλις είκοσι οκτώ ημέρες κράτησαν όλα. Όλη η μαγεία, όλη η χαρά, όλος ο έρωτας που πρόλαβε να γεννηθεί. Όσο ένας κύκλος της σελήνης. Και όταν το φως της έσβησε, έμειναν πίσω μόνο οι αναμνήσεις, φωτεινές σαν αχνό φως που δεν σβήνει ποτέ, να θυμίζουν πως κάποτε όλα ήταν γεμάτα φως: αβίαστα, φυσικά και μαγικά.

Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη

One response to “Όσο ένας κύκλος της σελήνης”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading