Χούφτιασε τη ζεστή ψιλόκοκκη χρυσαφιά άμμο και την άφησε να κυλήσει αργά μέσα από την κλεισμένη σαν κλεψύδρα χούφτα της, χαμογελώντας ευτυχισμένη καθώς την κοιτούσε να σμυριδίζει και να σχηματίζει ένα βουναλάκι. Πόσο της είχε λείψει ο τόπος της, τόσους μήνες. Το ασταμάτητο τερέτισμα των τζιτζικιών, το φλοίσβισμα των κυμάτων, τα αρώματα της αλιφασκιάς και του θυμαριού και η ζέστη του μεσημεριού που χάιδευε τα γυμνά μέλη της, ξαπλωμένη μπρούμυτα όπως ήταν πάνω στην καυτή άμμο, βάραιναν τα βλέφαρά της. Τράβηξε και φόρεσε το μεγάλο ψάθινο καπέλο της Εργίνας, που έγραφε το όνομά της κι έκλεισε τα μάτια της.
Η Εργίνα της έριξε ένα πλάγιο βλέμμα και χαμογέλασε. Ανασηκώθηκε, μπήκε στη θάλασσα, φόρεσε τη μάσκα και τον αναπνευστήρα της και πήγε να εξερευνήσει τα βράχια στο πλάι της απομονωμένης παραλίας.
Η Ειρήνη, μέσα στον ύπνο της, ένιωσε την ανάσα της να κόβεται κάτω από το βάρος ενός βρεγμένου σώματος που κείτοταν πάνω στον κορμό της. Σπαρτάρησε για ανάσα και άνοιξε τα μάτια της, μόνο που το φως που περνούσε από τις μικροσκοπικές τρύπες του ψάθινου καπέλου δεν της έφτανε. Τινάχτηκε ασυναίσθητα προσπαθώντας να ξεφορτωθεί το βάρος. Αντ’ αυτού, της φάνηκε πως άκουσε έναν καγχασμό. Έκανε να τραβήξει το καπέλο, μα τα χέρια της ήταν παγιδευμένα κάτω από την πίεση του ξένου σώματος. Ούρλιαξε βουβά και χούφτιασε την άμμο, ενώ τιναζόταν προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει.
«Τι έπαθες μωρό μου;», άκουσε μια αντρική φωνή να της ψιθυρίζει κι ένιωσε την καρδιά της να εκτινάσσεται μέσα στο στήθος της. Τα ιδρωμένα χέρια που χάιδευαν το κορμί της, χώθηκαν μέσα στην άμμο και τυλίχθηκαν στο στήθος της
«Άσε με! Άσε με!», κατάφερε να ψελλίσει ξέπνοη από τον πανικό και πέταξε την άμμο που είχε στη χούφτα της προς τα εκεί που άκουγε την ξένη ανάσα. Μια πνιχτή κραυγή βγήκε από το στόμα του και τραβήχτηκε για λίγο πίσω. Τόσο όσο χρειαζόταν η Ειρήνη για να τινάξει το καπέλο από το κεφάλι της, να πάρει βαθιά ανάσα και να του φωνάξει, «Άσε με!». Αυτή της η αντίδραση φάνηκε να τον ξαφνιάζει και το κορμί έγειρε στο πλάι.
«Τι έπαθες, μωρέ; Μες στα μάτια μου πέταξες την άμμο! Πας, καλά;». Η Ειρήνη έστριψε και τέντωσε τον λαιμό της, προσπαθώντας να διακρίνει το πρόσωπό του, το οποίο μισοέκρυβε με το χέρι του καθώς έτριβε τα δακρυσμένα μάτια του.
«Φύγε από πάνω μου, τώρα!», ούρλιαξε τώρα η Ειρήνη, που τον χτυπούσε άγαρμπα με τα χέρια της. Όταν ξαφνικά ένιωσε το βάρος του να μετακινείται απότομα δίπλα της κι ένα άλλο κορμί να τον χτυπά.
«Τι κάνεις, ρε μaλάka; Φύγε από πάνω της! Είσαι τελείως ηλίθιος, αγόρι μου;», του φώναζε τώρα η Εργίνα και τον κοπανούσε με τις γροθιές της στα μπράτσα και στο στήθος. Εκείνος την κοίταζε με τα δακρυσμένα μάτια του έκπληκτος.
«Εργίνα…», ψιθύρισε και έκανε να κοιτάξει κατά το κορμί που μέχρι πριν λίγο κείτονταν από κάτω του, όταν μια γροθιά στο πρόσωπο τον τράνταξε.
«Μaλάka, θα σε σκοτώσω!», ούρλιαζε τώρα η Ειρήνη, που έξαλλη είχε πέσει πάνω του και τον γροθοκοπούσε. Με το ζόρι κατάφερε να την απομακρύνει η Εργίνα από πάνω του.
Ο Μάνος προσπαθούσε να προφυλαχτεί, ενώ προσπαθούσε να εξηγήσει ότι μπερδεύτηκε λόγω του καπέλου. Κάποια στιγμή η Ειρήνη, ξέπνοη άρχισε να ντύνεται όπως όπως και κατευθύνθηκε προς τη μικρή ιστιοπλοϊκή βάρκα, την οποία έσυρε ως τη θάλασσα με απίστευτη ευκολία, ξαφνιάζοντας ακόμη μια φορά τον Μάνο. Η Εργίνα έπνιξε μια βρισιά, μάζεψε άρον άρον τα πράγματά τους και την ακολούθησε, ενώ έκανε σήμα στον Μάνο ότι θα τον πάρει τηλέφωνο. Ο Μάνος έμεινε αποσβολωμένος να κοιτά τις δύο κοπέλες στο βαρκάκι που απομακρύνονταν. Με τα πολλά σηκώθηκε ανόρεχτος, τράβηξε το κανό του ως τη θάλασσα και ακολούθησε την ίδια πορεία. Πλησιάζοντας στο μικρό λιμάνι της Χώρας, είδε το βαρκάκι με κατεβασμένα τα πανιά, την Εργίνα με το περίφημο καπέλο να κρατά σταθερό το τιμόνι και την άλλη κοπέλα να κολυμπά γύρω του βουτώντας ξανά και ξανά με νευρικές κινήσεις. Πήγε προς το μέρος τους, μα η Εργίνα του έκανε έντονα νοήματα να φύγει και ότι θα του κόψει τον λαιμό αν τολμούσε να πλησιάσει. Ξεφύσηξε ενοχλημένος και άλλαξε ρότα.
«Άσ’ τα, σε μεγάλους μπελάδες μ’ έβαλες, ανόητε! Μα κι εσύ, ρε ηλί8ιε, βλέπεις μια κοπέλα ξαπλωμένη στην παραλία και πας και πέφτεις πάνω της;», του ψιθύρισε σε έντονο δεικτικό τόνο η Εργίνα.
«Ρε, συ Εργίνα, πού να περιμένω ότι θα φόραγε κάποιος άλλος το ρημαδοκαπέλο σου;», σφύριξε μέσα από τα δόντια του εκνευρισμένος ο Μάνος.
Η Εργίνα ξεφύσηξε μοιρολατρικά.
«Πρώτη φορά είδα την Ειρήνη σ’ αυτή την κατάσταση, τρόμαξα!», είπε έπειτα από λίγο πιο μαλακά η Εργίνα.
«Εδώ τρόμαξα εγώ, έτσι όπως έκανε σαν μαινάδα!», μουρμούρισε ο Μάνος. Η Εργίνα τον κάρφωσε μ’ ένα πλάγιο βλέμμα.
«Δεν λέω για την ώρα που σε κλωτσομπούνιζε, κι εδώ που τα λέμε, λίγες σου ‘ριξε! Μετά… Έπρεπε να την έβλεπες μετά… », μουρμούρισε και αμέσως το μετάνιωσε. Έσφιξε τα χείλη της και μια αμήχανη παύση ακολούθησε. «Με τα χίλια ζόρια κατάφερα να την πείσω να μη σε καταγγείλει στην αστυνομία…»
«Ε, μα όχι και στην αστυνομία!» εξανέστη ο Μάνος, σηκώνοντας τον τόνο της φωνής του, και έντρομος κοίταξε γύρω του ερευνητικά. Ευτυχώς κανείς από τους υπόλοιπους προσκαλεσμένους στη γιορτή του δημάρχου δε φάνηκε ν’ άκουσε κάτι.
«Της εξήγησα ότι όλα ήταν μια παρεξήγηση και προφανώς νόμιζες ότι ήμουν εγώ…»
«Προφανώς!», επιβεβαίωσε ο Μάνος, ανοίγοντας τα χέρια και τα μάτια του διάπλατα.
«Απλά… δεν την έχω ξαναδεί έτσι! Έτρεμε σαν το ψάρι… και μετά…», μουρμούρησε η Εργίνα σκεπτική κι έκοψε την κουβέντα της βλέποντας, πίσω από τον Μάνο να ξεπροβάλει η Ειρήνη.
«Τι κάνει αυτός εδώ;», τη ρώτησε απότομα η Ειρήνη χωρίς να πλησιάζει, και ο Μάνος που ανατρίχιασε στο άκουσμα της φωνής της, γύρισε απότομα, μόνο που κόντεψε να χάσει την ισορροπία του βλέποντάς τη. Η Ειρήνη φορούσε ένα εντυπωσιακό λιτό μαύρο φόρεμα από οργάντζα, ενώ είχε τραβηγμένα τα μαλλιά της σ’ έναν αυστηρό κότσο που τόνιζε τα όμορφα χαρακτηριστικά της. Δεν έμοιαζε καθόλου με το ατημέλητο αγοροκόριτσο με τα υπερμεγέθη ρούχα, τα μεγάλα κοκάλινα γυαλιά και τα λαδωμένα μαλλιά που μέχρι πριν λίγο γνώριζε.
«Ο πατέρας σου τον κάλεσε. Όπως όλους…», τραύλισε αμήχανη η Εργίνα, που έτρεξε να την πιάσει από το μπράτσο, σε μια προσπάθεια να την αποτρέψει από το να κάνει σκηνή.
Η Ειρήνη άφησε ένα υποτιμητικό ρουθούνισμα κι έσφιξε τα χείλη της σε μια ίσια γραμμή, ενώ τον κοίταξε με αηδία.
«Ο πατέρας μου, προφανώς, δεν ξέρει πόσο ξεφτίλας είναι!», έφτυσε τις λέξεις φανερά εκνευρισμένη, ξέμπλεξε το μπράτσο της από την Εργίνα και, γυρνώντας του την πλάτη, της είπε με αυστηρό και κοφτό τόνο: «Κράτησέ τον μακριά από εμένα, γιατί δεν ξέρω κι εγώ τι θα του κάνω, άμα με ξαναπλησιάσει!»
Και ο Μάνος κρατήθηκε όσο πιο μακριά της γινόταν κατά τη διάρκεια της γιορτής, ακόμη και όταν ο πατέρας της θέλησε να τους γνωρίσει. Μόνο που δεν κατάφερε να κρατήσει και τα μάτια του μακριά της…
«Έλα μαζί μου», του είπε συνωμοτικά η Εργίνα, πιάνοντάς τον από το μπράτσο, και τον έσυρε προς τη μεγάλη βεράντα όπου τις είχε δει πριν λίγο να πηγαίνουν. Ο ουρανός είχε πάρει ένα όμορφο βαθύ μπλε χρώμα και τα σπίτια στη μικρή νησιωτική πόλη άνοιγαν σιγά σιγά τα ζεστά φώτα τους. Η Εργίνα τον έσπρωξε προς μια εσοχή της μεγάλης βεράντας, η οποία υψωνόταν σχεδόν πάνω από τη θάλασσα.
«Έλα, χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου… Ό,τι και αν δεις, μη φέρεις αντιρρήσεις, μπας και καταφέρεις λίγο να εξιλεωθείς και καταλαγιάσει ο θυμός της!», του ψιθύρισε δείχνοντάς του κατά την μπαλουστράδα. Εκείνος δε φάνηκε να καταλαβαίνει, όταν μέσα στο μισοσκόταδο κάτι κινήθηκε από την έξω μεριά από τα γύψινα κολωνάκια του μπαλκονιού. Ένα κεφάλι ξεπρόβαλε πάνω από την κουπαστή.
«Πιάσε την! Θα πέσει η τρελή!», του φώναξε χαμηλόφωνα η Εργίνα, ενώ κοιτούσε μήπως έρχεται κανείς, για την Ειρήνη που κρεμόταν απ’ έξω. Ο Μάνος δε χρειάστηκε να το ξανακούσει, όρμησε και την έπιασε από τους καρπούς.
«Από όσους μπορούσες να φέρεις, αυτόν βρήκες;», επέπληξε την Εργίνα η Ειρήνη μέσα από τα δόντια της. «Άσε με!», τον πρόσταξε και άφησε το βάρος της να πέσει καθώς κρεμάστηκε όλη εκτός μπαλκονιού.
«Μα τι στο καλό;», αναφώνησε ο Μάνος γέρνοντας πάνω από την κουπαστή. Η Εργίνα του έκανε νόημα να σωπάσει ζητώντας του να την κατεβάσει όσο πιο χαμηλά μπορεί. «Κι εσύ άσε τα πείσματα, θα σκοτωθείς!», της είπε. Εκείνη τίναξε το κορμί της και ο Μάνος άκουσε τον γδούπο.
«Είσαι καλά;», τη ρώτησε χαμηλόφωνα με έγνοια η Εργίνα.
«Μια χαρά, γειά! Και όπως είπαμε…», είπε καθώς έτρεχε προς ένα θάμνο στη βάση του φράκτη. Ο Μάνος την είδε έκπληκτος στα φώτα που έριχνε η φωτισμένη σάλα να φορά αθλητικά παπούτσια που φάνηκε να τα είχε κρύψει εκεί και να πηδά με μεγάλη ευλυγισία, σηκώνοντας ψηλά το φόρεμά της, πάνω από τον φράχτη και να εξαφανίζεται.
«Τι ήταν αυτό;», ρώτησε σαστισμένος ακόμη την Εργίνα. Εκείνη χασκογέλασε.
«Αυτό ήταν, η κλασική Ειρήνη. Μη μου πεις πως τόσους μήνες στο νησί δεν έχεις ακούσει τις ιστορίες για την κόρη του δημάρχου;»
Εκείνος την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Ω, μα είναι γνωστό ότι η κόρη του δημάρχου είναι αερικό!»
«Αερικό;»
«Αμέ, αερικό και εξαφανίζεται, πουφ!», έκανε μ’ έμφαση και τίναξε τα δάχτυλά της σαν να σκάνε. «Μόνο που φαίνεται ότι ο πατέρας της κατάλαβε φέτος πως το σκάει κάθε φορά από τα υποχρεωτικά πάρτι και τις εκδηλώσεις που κάνει και φρόντισε να κόψει το αρμυρίκι!», του είπε δείχνοντάς του ένα κουτσουρεμένο κορμό από κάτω τους. «Όχι, ότι αυτό κατάφερε να τη σταματήσει!» είπε γελώντας ευχαριστημένη και πιάνοντάς τον από το μπράτσο, τον οδήγησε μέσα στη μεγάλη σάλα.
«Γιατρέ μου, δεν κατάφερα ακόμη να σας συστήσω με την κόρη μου!», είπε με δυνατή χαρούμενη φωνή ο δήμαρχος μόλις τους είδε κι έπειτα στράφηκε προς την Εργίνα, την οποία κάρφωσε με το σκληρό ερευνητικό βλέμμα κάτω από τα παχιά φρύδια του. «Αλήθεια, πού είναι η Ειρήνη; Έχω ώρα να τη δω και ξέρω ότι δεν έφυγε από την αίθουσα!», είπε ρίχνοντας πλάγια βλέμματα προς τους δύο σερβιτόρους που στεκόταν κοντά στις πόρτες. «Πού κρύβεται κάθε φορά αυτό το κορίτσι;», είπε προσπαθώντας να μαλακώσει τη φωνή του και να ακουστεί ότι χωρατεύει, αλλά μην παίρνοντας το αυστηρό του βλέμμα από πάνω της. Η Εργίνα ανασήκωσε τους ώμους της και χασκογέλασε, ενώ είπε μια δικαιολογία και εξαφανίστηκε.
Ο Μάνος ένιωθε το κεφάλι του βαρύ καθώς περπατούσε στο λιμανάκι του νησιού, τα χαράματα. Αυτές οι “υποχρεωτικές” συναναστροφές, του την έδιναν στα νεύρα. Έπρεπε να είχε ακολουθήσει και αυτός το παράδειγμα της Ειρήνης και να το σκάσει. Πού να είχε πάει άραγε;
Τα βήματά του τον έφεραν ως το μικρό λιμάνι που άραζαν τα ψαράδικα. Ένα καΐκι έμπαινε με χαμηλωμένη τη μηχανή του, που γουργούριζε ευχαριστημένη, και όλα τα φώτα του ανοιχτά. Ο Μάνος απέμεινε να το κοιτά βυθισμένος στις σκέψεις του. Πώς είχε μπλέξει έτσι; Όσο κι αν προσπαθούσε να φαίνεται ανέμελος, η αλήθεια είναι ότι ήταν τρομερά ανήσυχος. Πόσο ανόητα και ανώριμα φέρθηκε εκείνη την ημέρα! Πώς θόλωσε έτσι μόλις είδε εκείνο το μελαχρινό πανέμορφο κορμί ξαπλωμένο πάνω στη ζεστή άμμο; Η σκέψη τον έκανε να λιγωθεί και την καρδιά του να χτυπήσει άτακτα. Έφερε το χέρι στην καρδιά. “Τι μου συμβαίνει;”, αναρωτήθηκε. “Αντί να σκέφτομαι τις τρομακτικές συνέπειες που μπορεί να έχει αυτή μου η ανοησία, σκέφτομαι την Ειρήνη ξαπλωμένη στην παραλία, τις χαριτωμένες θυμωμένες γκριμάτσες της καθώς με χτυπούσε, τα όμορφα μάτια της στο χρώμα της αβύσσου που δεν είχε προσέξει ως τα σήμερα, τα ζουμερά της χείλη… Συνέλθε!”, πρόσταξε τον εαυτό του. Αυτή η μικρή μπορεί να τον καταστρέψει! Και θα έχει κάθε δίκιο! Το βλέμμα της, το γεμάτο αποστροφή και αηδία που εξακόντισε εναντίον του, τον είχε κάνει να νιώσει σαν βδέλυγμα και να φανταστεί τους τίτλους “Αγροτικός γιατρός μπλεγμένος σε σεξουαλική επίθεση!”. Θα έχανε τη δουλειά του, δε θα διοριζόταν ποτέ, ο πατέρας του θα τον αποκλήρωνε και δε θα του έδινε ποτέ το γραφείο του, με την έτοιμη πελατεία του, ακόμη και φυλακή μπορεί να έμπαινε! Ανατρίχιασε στη σκέψη και κοίταξε γύρω του ανήσυχος.
Από το καΐκι πέταξαν σε μια μαυροντυμένη φιγούρα το σχοινί κι εκείνη το έδεσε στο μώλο με γοργές και σίγουρες κινήσεις. Κοίταξε καλύτερα. Η Ειρήνη, με το φόρεμά της πιασμένο ψηλά στους γοφούς, μιλούσε με τον νεαρό ψαρά στο καΐκι. Εκείνος πήρε να ξεφορτώνει τα μεγάλα λευκά φελιζολένια κουτιά με τα ψάρια. Ο νεαρός γυρνώντας κατά το καϊκι, την έπιασε από τη μέση και κάτι της έδειχνε. Η Ειρήνη τραβήχτηκε απότομα πέρα και ενώ απομακρυνόταν γοργά, ασυναίσθητα έσβηνε με το χέρι της το άγγιγμά του.
Η εικόνα που η Ειρήνη βουτούσε στο νερό ξανά και ξανά εκείνη τη μέρα αναδύθηκε στη μνήμη του και ξαφνικά κατάλαβε. Προσπαθούσε να ξεπλύνει το άγγιγμά του… Ο Μάνος ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι κι έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές, ενώ τα νύχια του μπήχτηκαν στις παλάμες του, καθώς απέμεινε να την κοιτά καθώς προχωρούσε στην προβλήτα. Τον σιχαίνονταν…
Η Ειρήνη βγήκε στον μόλο και πήρε να περπατά αργά τη μικρή ανηφοριά προς το σπίτι της, ενώ τον προσπέρασε χωρίς να τον δει. Ήχοι μηχανής ακούστηκαν. Τρία μηχανάκια με έξι νεαρούς επιβαίνοντες κατέβαιναν κάνοντας κορδέλες τον δρόμο προς το λιμάνι. Τα γέλια τους και οι δυνατές φωνές τους τάραξαν την ησυχία. Βλέποντας την Ειρήνη, που μόλις τους άκουσε να πλησιάζουν κατέβασε το φόρεμά της, σταμάτησαν και κάτι της έλεγαν, μα εκείνη τους προσπέρασε χωρίς να τους δώσει σημασία. Ο Μάνος ασυναίσθητα κινήθηκε προς τα εκεί. “Την ανόητη”, σκέφτηκε εκνευρισμένος, “Τι δουλειά έχει να τριγυρνάει εδώ τέτοια ώρα μόνη της! Τι παράξενο κορίτσι!”. Κι όμως θα έπρεπε να το περιμένει ότι κάπου εδώ θα τριγυρνούσε, ίσως ενδόμυχα να το σκέφτηκε και γι’ αυτό να κατηφόρησε ως εκεί. Η Εργίνα του είχε πει κάποτε ότι η μεγάλη αδυναμία της Ειρήνης ήταν το μικρό ιστιοπλοϊκό σκάφος που της είχε κάνει δώρο η μητέρα της λίγο πριν πεθάνει. Ο πατέρας της, στην προσπάθειά του να την αποτρέψει από το να σπουδάσει Ναυπηγική, που του είχε φανεί τόσο περίεργο και του ίδιου, και να την κάνει να σπουδάσει οικονομικά, την είχε απειλήσει ότι θα πουλήσει τη βάρκα της. Είχε βάλει ως και πωλητήριο. Και από τότε κάθε φορά που θυμώνει μαζί της, πολύ συχνά δηλαδή, πάει και κολλάει ένα πωλητήριο στη βάρκα. Μόνο που κανείς στο νησί δεν τολμά να πάρει τη βάρκα που με τόση αγάπη και έγνοια επισκευάζει και φροντίζει η Ειρήνη…
Οι νεαροί συνέχισαν για λίγο την πορεία τους, όμως ξαφνικά έστριψαν και πήραν να ακολουθούν την Ειρήνη, ώσπου της έκλεισαν τον δρόμο και τη σταμάτησαν. Εκείνη δε μίλησε, μόνο στάθηκε ακίνητη και τους κοίταξε αυστηρά. Ένας πιτσιρικάς κατέβηκε και την τράβηξε από το μπράτσο πάνω του. Η Ειρήνη έσκυψε στο αυτί του και κάτι του ψιθύρισε, εκείνος γούρλωσε τα μάτια σαστισμένος, όταν προτού το καταλάβει βρέθηκε πεσμένος στον δρόμο προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Ο Μάνος στεκόταν από πάνω του απειλητικός και μοίραζε θυμωμένα βλέμματα στα αγόρια γύρω του.
«Μπρος σπίτια σας!», ακούστηκε σαν καμτσικιά η φωνή της Ειρήνης και χωρίς δεύτερη κουβέντα, ο νεαρός επιβιβάστηκε στη μηχανή και ξεχύθηκαν κατά το λιμάνι. Ο Μάνος τους κοίταξε μπερδεμένος, όταν το βλέμμα του συναντήθηκε με το ειρωνικό βλέμμα της Ειρήνης.
«Τι κάνεις;», τον ρώτησε με αυστηρό ύφος.
«Εσύ τι κάνεις τέτοια ώρα εδώ μου λες; Αυτοί, αυτοί…», είπε χωρίς να καταφέρνει να βρει τα λόγια του κι έδειξε κατά εκεί που χάθηκαν τα μηχανάκια. Ένας καγχασμός της ξέφυγε.
«Δε χρειάζομαι τη βοήθειά σου… Τα καταφέρνω μια χαρά μόνη μου με τους συντοπίτες μου. Οι ξένοι είναι το πρόβλημα, που επιτίθενται ύπουλα…», τον αποστόμωσε και πήρε να περπατά γρήγορα μακριά του. Χωρίς να το σκεφτεί, την ακολούθησε διατηρώντας απόσταση ανάμεσά τους, ώσπου την είδε να μπαίνει ασφαλής στο σκοτεινό πια σπίτι της, αν και τα έβαλε με τον εαυτό του γι’ αυτή του την αδυναμία.
Το καλοκαίρι πλησίαζε στο τέλος του και ο Μάνος δεν είχε καταφέρει να βρει κανέναν τρόπο να πλησιάσει αυτήν την αλλόκοτη γυναίκα, η οποία σύντομα θα έφευγε ξανά. Σε άλλη περίπτωση θα επέλεγε τον εύκολο δρόμο, του να κρατήσει αποστάσεις ώσπου να γίνει μια κακή ανάμνηση που ο χρόνος θα ξεθώριαζε. Όμως τώρα ήθελε απεγνωσμένα να της αποδείξει ότι δεν ήταν ο άνθρωπος που εκείνη νόμιζε, ένας διεστραμμένος, εγωιστής, σεξομαvhs. Τελικά δεν ήταν και πολύ καλή ιδέα να κόψει επαφές και με την Εργίνα. Μέμφθηκε τον εαυτό του για χιλιοστή φορά εκείνη την ημέρα, κοιτώντας από το παράθυρο του αγροτικού ιατρείου τις δύο κοπέλες να επιβιβάζονται στο μικρό βαρκάκι και να ξανοίγονται στο πέλαγος, και τότε του ήρθε μια τρελή ιδέα…
«Ξέρεις, προτού πάρεις το σκάφος, θα πρέπει να με ενημερώνεις πια!», είπε δυνατά ο Μάνος καθώς τραβούσε το κανό πίσω του, το οποίο άφησε να πέσει στην καυτή άμμο κάνοντας έναν υπόκωφο ήχο.
Η Εργίνα και η Ειρήνη τον κοίταξαν μπερδεμένες. Εκείνος χαμογέλασε σαρδόνια και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τη μελιά φράντζα του.
«Θα μπορούσα να σας καταγγείλω στην αστυνομία και να βρίσκατε τον μπελά σας…», τους είπε χαμογελώντας μ’ έναν τόνο μυστηρίου.
Οι δύο κοπέλες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους μ’ απορία και η Εργίνα ανασήκωσε τους ώμους της, φανερά μπερδεμένη και αυτή.
«Τι λες;», τον ρώτησε κοφτά η Ειρήνη και εκείνος χαμογελώντας αθώα, θρονιάστηκε δίπλα της βγάζοντας ένα μικρό καγχασμό.
«Λέω ότι, αν θες να παίρνεις το σκάφος μου, θα πρέπει να μου το λες…»
«Πάει, αυτός έχει χαζέψει τελείως!», αναφώνησε η Εργίνα, ξάπλωσε πάλι στην πετσέτα της και έβαλε το ψάθινο καπέλο της πάνω στο κεφάλι της. Η Ειρήνη όμως έβγαλε τα γυαλιά ηλίου της και γύρισε και τον κάρφωσε με το βλέμμα της.
«Αγόρασες το σκάφος μου;», του τόνισε το ‘μου’, κι εκείνος μ’ ένα χαμόγελο που έδειχνε όλα τα δόντια του, της έγνεψε ‘ναι’. Τα μάτια της άναψαν σαν κάρβουνα, η ανάσα της κόντυνε και τα χέρια της σφίχτηκαν σε γροθιές, ενώ η Εργίνα είχε τιναχτεί όρθια πάλι και τους κοιτούσε έντρομη.
«Μπορείς φυσικά να το δανείζεσαι όποτε θες, αρκεί να μου το λες…», της είπε ανέμελα και ξάπλωσε δίπλα της ανάσκελα, βάζοντας τα γυμνασμένα μπράτσα του κάτω από το κεφάλι του. Η Ειρήνη δε μίλησε, απέμεινε για λίγο να κοιτά χωρίς να βλέπει τη θάλασσα που σμυρίδιζε γύρω από το μικρό σκάφος, ξάφνου σηκώθηκε και έτρεξε κατά εκεί. Ανέβηκε στο σκάφος και πιάστηκε από το κατάρτι ρίχνοντας όλο το βάρος της έξω από το σκάφος, το μικρό σκαφάκι άρχισε να γέρνει ώσπου το πλάγιασε στο νερό. Η Ειρήνη ένιωσε δύο χέρια να την πιάνουν από τη μέση και να την τραβάνε. Εκείνη, έξαλλη, άρχισε να κλωτσά και να προσπαθεί να ελευθερωθεί.
«Σταμάτα! Για σένα το πήρα! Δικό σου είναι! Στο όνομά σου το πέρασα σήμερα το πρωί, ώστε να μην μπορεί να σε εκβιάζει ο πατέρας σου! Πλάκα σου έκανα! Σταμάτα!», της έλεγε ο Μάνος καθησυχαστικά, προσπαθώντας να την ηρεμήσει. Ξάφνου η Ειρήνη σταμάτησε και γύρισε και τον κοίταξε με μάτια που πέταγαν φλόγες.
«Γιατί;», τον ρώτησε
«Σου είπα γιατί…», της είπε μαλακά
«Ναι, μου είπες… Για να φύγω από την κηδεμονία του πατέρα μου… και να περάσω στη δική σου… Η εξάρτηση δεν παύει να είναι εξάρτηση επειδή ντύνεται με καλή πρόθεση!», του επισήμανε και απομακρύνθηκε. Μάζεψε τα ρούχα της και πήρε να σκαρφαλώνει στα βράχια που υπήρχαν στην άκρη της παραλίας, ώστε να περάσει στην διπλανή από όπου υπήρχε μονοπάτι.
«Πού πας; Θα σκοτωθείς! Σταμάτα!», της φώναξε εκνευρισμένος. Καθόλου δεν είχαν πάει τα πράγματα όπως τα υπολόγιζε. Αυτή η κοπέλα δεν σταμάταγε να τον εκπλήσσει. «Δικό σου είναι! Δε θέλω τίποτα!», της ξαναφώναξε σε μια ύστατη προσπάθεια και την είδε να κοκαλώνει. Χαμογέλασε ασυναίσθητα καθώς η υπεροψία ότι την είχε νικήσει τον κατέκλυσε. Πήρε να περπατά αργά προς το μέρος της, όταν είδε το πόδι της να τρέμει περίεργα και να τινάζεται ξαφνικά στο πλάι. Κάτι σύρθηκε από κάτω της και ο Μάνος πρόλαβε ν’ αναγνωρίσει μια οχιά. Κοίταξε αποσβολωμένος την Ειρήνη που δε μίλησε, δε φώναξε, δεν έκλαψε, μόνο στεκόταν ακίνητη κοιτώντας πέρα μακριά. Έτρεξε δίπλα της κι έπεσε στα γόνατα προσπαθώντας να βρει το δάγκωμα. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή ψηλαφώντας το πόδι της. Ένα μακρόστενο πορφυρό σημάδι διαγραφόταν στη γάμπα της.
«Πού είναι; Πού;», τη ρώταγε ξέπνοος. «Θεέ μου, τι θα κάνουμε! Δεν έχω αντιοφικό εδώ! Δε θα προλάβουμε!», είπε ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στον έρημο άγριο τόπο. Η Ειρήνη τον κοίταξε μαρμαρωμένη, χωρίς να μιλά.
«Ειρήνη! Πού είναι;», της είπε με παρακαλετό ύφος. «Πού είναι καρδιά μου; Πες μου, σε παρακαλώ!»
«Δε με τσίμπησε…», κατάφερε να ψελλίσει σαστισμένη από το ειλικρινές ενδιαφέρον του και ξαφνικά το κορμί της άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτο. Ο Μάνος την έβαλε να καθίσει και πήρε να ψηλαφεί τα πόδια της για να βεβαιωθεί πως του έλεγε αλήθεια. Άκουσε τα δόντια της να χτυπάνε σαν να έτρεμε από το κρύο. Η Εργίνα, που είχε πλησιάσει, τυλίχτηκε γύρω της προσπαθώντας να τη ζεστάνει.
«Ηρέμησε, ηρέμησε…», της είπε χτυπώντας την καθησυχαστικά στην πλάτη. «Τι έγινε;» τη ρώτησε μαλακά.
«Της πάτησα το κεφάλι, με βίτσιασε με την ουρά της, αλλά δε με τσίμπησε…», της απάντησε με δυσκολία η Ειρήνη προσπαθώντας να χαμογελάσει. Η Εργίνα την έσφιξε πάνω της και της είπε σε εύθυμο τόνο «Ακόμη και για τα φίδια είσαι αερικό!»
Ο Μάνος απέμεινε να τις κοιτά με το στόμα ανοιχτό. Τα αερικά δεν τα κρατάς, ούτε τα καθοδηγείς, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να συνταξιδέψεις μαζί τους… και ας σε τρομάζει αυτό…
Αναστασία Χ.
