Η Ρένα έσκυψε και χάιδεψε στο κεφάλι τον σκύλο που την κοιτούσε λυπημένος. Το είχε καταλάβει ο καημένος ότι δεν άντεχε άλλο η κοπέλα και θα έφευγε από το μαγαζί. Την ήξερε από μωρό. Μόνο εκείνη του φερόταν τόσο καλά. Θα ερχόταν γρήγορα η ώρα του αποχωρισμού…
Μηνών ήταν ο Μαξ όταν τον πέταξαν πίσω από εκείνο το μαγαζί πάνω στην εθνική. Είχε σταματήσει να πάρει καφέ ο άντρας και να ξεφορτωθεί και το τελευταίο κουτάβι. Η γυναίκα του παρακολουθούσε από το παράθυρο του αυτοκινήτου να μην τους δει κανείς. Τα αδέρφια του μάλλον είχαν την ίδια τύχη, να αφεθούν στην μοίρα τους. Εκείνος όμως στάθηκε τυχερός γιατί έπεσε στα χέρια της Ρένας.
Εκείνη ήταν η πρώτη που τον είδε. Σέρβιρε καφέ στα έξω τραπέζια όταν άκουσε τα κλάματά του. Ζήτησε να κάνει διάλειμμα, πήρε τα τσιγάρα της και βγήκε από πίσω στα χωράφια. Δεν έκανε πολλά βήματα και κόντεψε να πέσει πάνω του. Έσκυψε και τον σήκωσε στην αγκαλιά της.
«Ποιος είσαι εσύ;», τον ρώτησε απογοητευμένη. «Τι θα σε κάνουμε τώρα;»
Έφερε μια κούτα και άπλωσε μέσα την ζακέτα της. Έβαλε μέσα το κουτάβι και ένα μπολ με μαλακό φαγητό. Έκατσε να το κοιτά όσο έτρωγε πεινασμένο. Μια συνάδελφός της βγήκε να το δει και της είπε πως θα πάρει μερικούς φίλους να δει αν το θέλει κανείς.
«Θα γίνει μεγάλος», της είπε και ένας πελάτης που αρχικά ενδιαφέρθηκε, μα βλέποντάς τον άλλαξε γνώμη.
Μόλις έφυγε, η Ρένα τον κανάκεψε.
«Μην τον ακούς. Δεν πειράζει αν γίνεις μεγάλος. Είσαι τόσο ωραίος!»
Και αλήθεια ήταν πως ήταν όμορφο σκυλί. Με καφέ και μαύρη γούνα και δύο μάτια όλο γλύκα που μπορούσες να δεις την ευγνωμοσύνη που ένιωθαν. Πλέον ούτε οι άνθρωποι δεν σε κοιτάνε έτσι.
Η Ρένα έπιασε το κινητό και κάλεσε ξανά την μαμά της. Μήπως και της αλλάξει γνώμη. Μα εκείνη δεν ήθελε να ακούσει για σκυλί.
«Δεν θέλω σκύλο στο σπίτι! Αν τον φέρεις θα φύγει εκτοξευτικά!»
«Τι εκτοξευτικά, ρε μαμά! Σε παρακαλώ!», την εκλιπαρούσε η Ρένα.
Ο υπεύθυνος της έκανε νόημα να επιστρέψει στην δουλειά της. Με το ρολόι την μετρούσε μην αργήσει ένα λεπτό παραπάνω. Δεν φτάνει που της έπινε το αίμα κάθε μέρα και της έδινε ψωροδεκάρες. Αν δεν έκανε και παρατηρήσεις για το παραμικρό, δεν ένιωθε ότι έκανε την δουλειά του. Δεν είχε δει και με καλό μάτι το ψωριάρικο που του μάζεψαν. Έτσι το αποκαλούσε. Μα δεν είχε βρει ακόμα την ευκαιρία να το ξεφορτωθεί.
Ο Μαξ μεγάλωνε γρήγορα και σε λίγους μήνες είχε γίνει τεράστιος. Ήταν όμως πολύ ήσυχος, ούτε που ακουγόταν. Δεν γαύγιζε στα αμάξια ούτε κουνούσε ρούπι από το πόστο του. Όλη μέρα ξαπλωμένος πίσω στο χωράφι ήταν για να μην ενοχλεί. Λες και καταλάβαινε ότι δεν τον ήθελαν και έφτανε η ώρα να φύγει από εκεί μέσα…
Μία μέρα, έπιασε βάρδια η Ρένα και όπως κάθε φορά πήγε πρώτα πίσω να χαιρετίσει τον Μαξ. Πουθενά ο σκύλος. Δεν έκανε τον κόπο να τον φωνάξει. Ήταν σίγουρη τι είχε γίνει.
«Εσύ ρε! Ναι, εσύ! Δεν ντρέπεσαι;»
«Καλά σε εμένα μιλάς έτσι; Ξεχνάς ποιος είμαι;»
«Ένα ύπουλο ανθρωπάκι είσαι, ρε!»
«Άκου γλώσσα το μικρό! Δεν πας καλά, κοριτσάκι μου!»
«Τι έγινε, ρε παιδιά; Μέχρι έξω ακούγεστε!»
«Μου εξαφάνισε τον Μαξ!»
«Εδώ είναι δουλειά, κοριτσάκι μου!»
«Ρένα, άστο!»
«Όχι, ρε παιδιά, δεν το αφήνω. Είναι ο Μαξ! Δεν τον εγκαταλείπω και εγώ!»
Η Ρένα πέταξε την ποδιά της στα μούτρα του υπεύθυνου. Όπως πέταξε και δύο χρόνια από την ζωή της.
«Πιτσιρίκια», γέλασε αυτός και έκανε νόημα στους υπόλοιπους να επιστρέφουν στην δουλειά τους.
Τρεις ώρες πέρασαν που η Ρένα καθόταν στο χωράφι και περίμενε. Παρόλο που όλοι της είπαν ότι είναι αδύνατο να επιστρέψει, ειδικά αν πήγε και τον άφησε πολύ μακριά.
«Γιατί τον εμπιστεύτηκες;», αναρωτιόταν και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ενώ το ηλιοβασίλεμα έπεφτε μπροστά της. Έπιασε το κινητό και έστειλε μήνυμα στην μαμά της. Της τα είπε όλα.
Μπήκε στην αποθήκη και ψαχούλεψε να βρει έναν φακό. Δεν είχε πολλή μπαταρία ακόμα στο κινητό της. Βρήκε ένα κερί και το πήρε. Το άναψε και φώτισε τον δρόμο.
Γύρισε ξανά μέσα στο χωράφι. Στάθηκε κάτω από το δέντρο που καθόταν πάντα ο Μαξ και με το κεράκι στο χέρι προσευχήθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Ξαφνικά τα χόρτα σάλεψαν και μια λαχανιασμένη ανάσα ακούστηκε να πλησιάζει. Φώτισε με το κερί και τον είδε να έρχεται κουρασμένος προς το μέρος της.
«Μαξ!», έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε. «Το ήξερα ότι θα γυρίσεις!»
«Επέστρεψε το ψωριάρικο;»
«Εδώ είσαι ακόμα εσύ;»
«Σε τρόμαξα; Ήθελα να τον δω»
«Μην τολμήσεις και μας πλησιάσεις!»
Δεν χρειάστηκε να πει κάτι παραπάνω η Ρένα. Όρμισε ο Μαξ και μπήκε μπροστά της. Γρύλισε και έδειξε τα δόντια του. Την φωνή του δεν είχαν ακούσει τόσο καιρό. Δεν είχε αγριέψει σε κανέναν ποτέ. Ακόμα κουτάβι θύμιζε η καρδιά του μα τώρα η όψη του ήταν σαν του λύκου. Γιατί έπρεπε να προστατεύσει αυτήν που αγαπούσε.
«Τον έκανες και το έβαλε στα πόδια!», φίλησε τον Μαξ στο κεφάλι.
Ο σκύλος κούρνιασε στα πόδια της εξαντλημένος και εκείνη έκατσε κάτω μαζί του. Έβγαλε το κινητό και κάλεσε την μαμά της πριν κλείσει εντελώς από μπαταρία.
«Μαμά, έλα να μας πάρεις!», πρόλαβε να πει.
Σε λίγα λεπτά μόνο, η μαμά της ήταν εκεί. Άνοιξε τις πόρτες και μπήκαν και οι δύο γρήγορα μέσα στο αμάξι και έφυγαν για πάντα από εκείνο το μέρος.
Ο Μαξ έζησε μαζί τους 12 χρόνια. Ακόμα και όταν η Ρένα μετακόμισε από το σπίτι, η μαμά της δεν την άφησε να τον πάρει. Και ας έλεγε ότι δεν θέλει σκυλιά στο σπίτι. Τον αγάπησε «εκτοξευτικά» τελικά. Στις τελευταίες, δύσκολες στιγμές του, δεν τον άφησε στιγμή μόνο του. Ο πόνος του έγινε και δικός της. Και αυτό το σκυλί είχε και θα έχει για πάντα μια μοναδική θέση στην καρδιά της. Σαν το φως από το κεράκι που κρατούσε η κόρη της εκείνο το βράδυ που της είπε «μαμά έλα να μας πάρεις». Αυτό το φως έφερε στην ζωή της ο Μαξ.
Να είσαι το κερί που φωτίζει τον δρόμο. Γιατί αυτό το φως μπορεί σώσει μια ζωή. Και να αλλάξει την δική σου.