Κάποτε σου είπα πως θέλω να κάνω μαζί σου ένα παιδί. Θυμάσαι;
Ήμασταν κι οι δύο λιώμα. Ο ένας απέναντι από τον άλλον. Κοιταζόμασταν στα μάτια και ο χρόνος είχε σταματήσει. Δεν θυμάμαι καν πού ήμασταν. Δεν με ένοιαζε. Σου χαμογέλασα και έτσι αβίαστα, σαν να σου λέω τα νέα μου, σε ρώτησα: «Θες να κάνουμε ένα παιδί;».
Χαμογέλασες και με μια φυσικότητα απάντησες: «Ναι, αλλά όχι ακόμα. Να μεγαλώσουμε λίγο».
Γέλασα δυνατά κι έμεινα να σε χαζεύω. Πρέπει και τότε να σκέφτηκα το ίδιο που σκέφτομαι και τώρα: να μεγαλώσουμε σωματικά, γιατί ψυχικά θα είμαστε παιδιά.
Ξέρεις κάτι όμως;
Εγώ το εννοούσα.
Θέλω πολύ να κάνω ένα παιδί μαζί σου. Δεν θέλω αγάπες κι έρωτες. Δεν θέλω να σε αναγκάσω να ζήσεις μια ζωή με κάποια που ποτέ δεν θα αλλάξει ο τρόπος που τη βλέπεις. Εμείς είμαστε φίλοι. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Αγαπιόμαστε πάρα πολύ, κι αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Όμως τα ’χουμε κάνει σκατά. Κι αυτό επίσης δεν το αμφισβητεί κανείς.
Βουλιάζουμε μέσα στο βάλτο που μόνοι μας έχουμε φτιάξει και μπει. Τέλος πάντων, αυτό είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία. Άλλο κείμενο. Άλλη συζήτηση.
Δεν θέλω σχέσεις, γάμους, όρκους ανιδιοτελούς αγάπης και άλλα τέτοια. Θέλω ένα παιδί μαζί σου.
Απλό; Όχι.
Μεγάλο; Ναι.
Θέλω να περιμένω με λαχτάρα τον καιρό να περάσει και να φαντάζομαι πώς θα είναι. Να προσμένω με αγωνία τη στιγμή που θα το δω και θα το πάρω στην αγκαλιά μου. Δεν με νοιάζει αν θα είναι αγόρι ή κορίτσι. Ένα μόνο με νοιάζει: να σου μοιάζει.
Θέλω να το ηρεμώ λέγοντάς του τις ιστορίες μας. Τις καλές. Τις κακές. Τις περίεργες. Να το νανουρίζω με τ’ αγαπημένα μας τραγούδια και να του μιλάω για το πόσο υπέροχος άνθρωπος είσαι και σε πόσο υπέροχος μπαμπάς θα εξελιχθείς.
Θέλω να πάρει το χρώμα και το σχήμα των μαλλιών σου. Να του τα αφήνω ανακατεμένα σαν τη θάλασσα, ώστε να τα χαϊδεύω με τις ώρες ψιθυρίζοντας στο αυτάκι του πως ό,τι κι αν συμβεί, εγώ θα είμαι δίπλα του. Όπως θα έκανα και σε εσένα.
Θέλω να πάρει τα μάτια σου. Όχι το χρώμα. Αν είναι να πάρει κάτι από μένα, ας είναι το γαλαζοπράσινό μου. Να πάρει το σχήμα των δικών σου ματιών και το βλέμμα σου. Να με κοιτάει και να σε βλέπω. Να τα κοιτάω κι η καρδιά μου να λιώνει.
Θέλω να πάρει τα δάχτυλά σου. Τα χείλη σου. Και τώρα που το σκέφτομαι… ας πάρει τα “πάντα” σου. Αυτά τα μεγάλα κι εκφραστικά «πάντα σου» που έχω αποτυπώσει στη μνήμη μου.
Θέλω να μεγαλώνει και να σου μοιάζει. Να περνούν τα χρόνια και να βλέπω ένα τόσο δα πλασματάκι να μεταμορφώνεται από μια μικρογραφία σου σε σένα τον ίδιο. Χαλάλι. Αν είναι να είμαι ερωτευμένη για πάντα, χαλάλι.
Ξέρω πως θα είσαι μαζί του. Όσο δύσκολο, μεγάλο και αδιανόητο κι αν φαίνεται στα μάτια σου, το ξέρω πως θα είσαι εκεί. Θα του δείξεις μια ζωή διαφορετική από τις νόρμες της εποχής. Θα του μάθεις να αγαπάει δυνατά, να παλεύει για ό,τι αξίζει και να ζει τη ζωή που επιθυμεί εκείνο.
Θέλω να είσαι εκεί και να σας βλέπω να μεγαλώνετε μαζί.
Θέλω να πάρει όλα τα στραβά και τα καλά μας, γιατί τότε θα είναι ολοκληρωμένο. Όπως εμείς κάθε φορά που είμαστε μαζί. Μπορεί για μένα να είσαι ό,τι είσαι τέλος πάντων. Για εκείνο όμως θα είσαι ο μπαμπάς του.
Κι ανάθεμα, θέλω πολύ μια μικρή ψυχούλα, ίδια με σένα, να με κοιτάξει στα μάτια και να με φωνάξει «μαμά».
Θέλω ένα παιδί μαζί σου, γιατί ξέρω πως τότε η ευτυχία μου θα βρίσκεται σε δύο λέξεις.
Στο «μαζί» και στο «μαμά».
Και αυτές οι δύο δεν πρόκειται ν’ αλλάξουν ποτέ.
Κατερίνα Μοχράνη
