Του Ρέιμοντ Στίβενς
(Τεύχος Δεκεμβρίου, 1899, σελ. 7-8)
Ο κυνηγός είχε κατέβει από το άλογό του. Καθόταν πάνω σ’ ένα δέντρο και ατένιζε το δάσος. Περίμενε καρτερικά. Ένα λαγό, ένα αρκουδάκι που ξέφυγε λίγο από τη μητέρα του, μια αλεπού. Οποιοδήποτε χαζό ζώο έκανε το λάθος να έρθει στην περιοχή του.
Το τόξο του το είχε στα χέρια. Ήταν τελείως ακίνητος, εκτός από τα μάτια του. Αυτά κινούνταν συνεχώς, καλύπτοντας όλη την έκταση. Είχε αντιγράψει αυτή την τακτική από τις κουκουβάγιες. Τις εκτιμούσε γιατί ήταν κυνηγοί, έξυπνοι και δυνατοί. Σαν αυτόν.
Το βράδυ ήταν αφέγγαρο, αλλά ζεστό. Ιδανικό για κάποιον που ήθελε να πιάσει ένα ζώο στον ύπνο. Κανένα δεν κοιτούσε στα δέντρα. Εκτός αν άκουγαν θόρυβο. Αλλά ο κυνηγός δεν ήταν ηλίθιος, ήξερε πώς να πράξει. Δεν έκανε λάθη. Ήταν εδώ για να περάσει καλά. Κυνηγούσε για διασκέδαση. Δεν θα έκανε καμιά γκάφα.
Άκουσε κάτι δίπλα του. Κοίταξε και είδε μια κουκουβάγια. Μεγάλη, καφετιά και λευκή. Με τεράστια μάτια. Πανέμορφη, ένας τέλειος κυνηγός.
Η κουκουβάγια του αντιγύρισε τη ματιά. Κανένα ίχνος φόβου.
Ο κυνηγός χαμογέλασε. Αναγνώρισε ένα πλάσμα του «είδους του».
Ένα θρόισμα.
Και να ένας λαγός. Γκρίζος και εντελώς ανίδεος για τους δύο θηρευτές που τον παρακολουθούσαν.
Ο άντρας έφερε σιγά-σιγά το όπλο του σε θέση σκόπευσης. Ήταν αθόρυβος. Ο λαγός δεν μετακινήθηκε. Ο άντρας είδε κι άλλες κουκουβάγιες να προσγειώνονται στο δέντρο του. Δεν έδωσε σημασία, είχε ένα στόχο να πετύχει.
Πριν κάνει ένα βήμα ο λαγός, το βέλος τρύπησε το σώμα του.
Ο άντρας πήδησε από το δέντρο και πήγε πάνω από το κουφάρι. Έσκυψε.
Τότε άκουσε ένα συνονθύλευμα από φτερά. Είδε τις κουκουβάγιες να του επιτίθενται. Ούτε να σηκώσει το σπαθί δεν πρόλαβε. Έπεσε αιμόφυρτος στο έδαφος.
Έτσι, εκείνο το βράδυ οι κουκουβάγιες έφαγαν διπλά. Έφαγαν ένα λαγό κι έναν κυνηγό.
Τάκης Κομνηνός
