Οι φωνές των κοριτσιών, όταν είδαν την Αέλια, ακούστηκαν σε όλο το αεροδρόμιο λες και ήταν μαθήτριες που ετοιμάζονταν να φύγουν για πενταήμερη εκδρομή με το σχολείο.
Το αγόρι της Κικής κέρδισε στο τουρνουά της Γαλλίας και ενώ έδινε συνέντευξη στους δημοσιογράφους μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα, της έκανε πρόταση γάμου.
Εκείνες τις μέρες περπάτησαν ανάμεσα σε φοίνικες, μπουτίκ και ξενοδοχεία, θαύμασαν την εξωτική κουλτούρα στο μουσείο του Κάστρου, επισκέφτηκαν την παλιά αγορά για καφέ και δεν παρέλειψαν το Μονακό, όπου τα κορίτσια σήκωσαν το εμπορικό κατάστημα.
Πίσω στην Ελλάδα, ο Πέτρος είχε κολλήσει το πρόσωπό του στο παράθυρο της κουζίνας, από όπου έβλεπε καλύτερα την άκρη του δρόμου. Η μαύρη λιμουζίνα μπήκε στο στενό και εκείνος έτρεξε στην μπαλκονόπορτα και τέντωσε τον λαιμό του για να την δει. Ο οδηγός βγήκε από το αυτοκίνητο και κατέβασε τις βαλίτσες. Άνοιξε την πόρτα και η Αέλια βγήκε, ενώ η κυρία Φράνσις την χαιρέτισε και πήρε την τσάντα της.
«Με κοροϊδεύει αυτή η γυναίκα, εκτός κι αν έχει τον Γάλλο κρυμμένο στην βαλίτσα!»
Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα και εκείνος κοιτάχτηκε βιαστικά στον καθρέφτη του μπάνιου και υποσχέθηκε στον εαυτό του να πάει για κούρεμα.
«Πέτρο, χαθήκαμε», μπήκε φουριόζα μέσα η εντυπωσιακή γυναίκα.
«Ρεβέκκα;»
«Αυτές τις μέρες ούτε τηλεφώνησες, ούτε πέρασες από το μπαρ»
«Πολλή δουλειά στο γραφείο, Ρεβέκκα»
«Ψέματα! Μου είπαν ότι σε είδαν πριν καιρό σε κάποιο από αυτά τα ακριβά εστιατόρια στο κέντρο. Λέω αποκλείεται να είναι ο Πέτρος, αλλά μετά μου είπαν ότι ήταν και ο Τόνι μαζί σου!»
«Ρεβέκκα…»
«Τέλος η Ρεβέκκα, βαρέθηκα, Πέτρο. Πες μου με ποιες ήσουν, αλλιώς φεύγω αμέσως»
«Τα κορίτσια είναι φίλες μου»
«Φίλες; Αυτές οι ψωνισμένες πλούσιες; Σοβαρά;»
«Σοβαρά και μέτρα λιγάκι τα λόγια σου»
«Γιατί; Σου γυάλισε καμία από αυτές;»
«Ξέρεις κάτι; και εγώ βαρέθηκα. Αλήθεια όμως, τα έχω βαρεθεί πολύ αυτά»
*****
«Και μετά;»
«Τι μετά, βρε Αέλια; Σηκώθηκε και έφυγε. Είχες δίκιο, κάτι πρέπει να κάνουμε και αφού δεν έχω καμία καλύτερη ιδέα, θα κάνουμε τη δική σου»
«Πώς σου φαίνονται αυτοί απέναντι;»
«Νομίζω είναι ζευγάρι», είπε και ζήτησε δεύτερο ποτήρι κρασί.
«Πού θα μας βγάλει όλο αυτό;», αναρωτήθηκε εκείνη και ξεφύσηξε.
«Θα σου πω. Εμένα η ζωή θα με βγάλει στο τέλος της ιστορίας που θα γράψω. Θα αναλάβω δράση, δεν πάει άλλο»
«Εγώ δεν θα έπρεπε να ανησυχώ, ξέρω ποιος γράφει τη δική μου», κοίταξε προς τον ουρανό.
«Ό,τι και αν σου φέρει η ζωή, θα το πάρεις, θα το φτιάξεις ή θα το πετάξεις. Για αυτό δώσε και εσύ κάτι από εσένα να σε θυμούνται»
«Αλήθεια, πώς τα κατάφερες και επιβίωσες τόσα χρόνια μόνος σου;»
«Συνέχισα να ονειρεύομαι, να κάνω τον φόβο όπλο μου και να ανταγωνίζομαι τον εαυτό μου για να γίνω καλύτερος. Και έγινα όσο καλύτερος μπορούσα»
«Οι φίλοι σου εδώ πρέπει να ήταν μια όαση»
«Ναι, ήταν. Είναι ωραίο να έχεις καλούς φίλους, αλλά δύσκολο να πεις πως σε ξέρει κάποιος καλύτερα από σένα. Ούτε είναι ανάγκη. Τα κομμάτια σου να τα βάζεις μόνη σου στη σειρά»
Μετακίνησε στην άκρη το βάζο με τα λουλούδια και έφερε κοντά τους το πιάτο με το γλυκό. Σέρβιρε πρώτα την Αέλια και γέμισε ξανά το ποτήρι της με κρασί.
«Εγώ ανακουφίζομαι όταν ακουμπάω κάτι από όσα σηκώνω πάνω τους», του εξομολογήθηκε.
«Να ακουμπάς εκεί που πιστεύεις πιο πολύ»
«Αν το έκανα αυτό, ναι, θα είχα περισσότερη δύναμη»
«Και εγώ από μικρός έψαχνα τον Θεό για να ακουμπάω πάνω Του τις πίκρες μου. Έγραφα και ακόμα γράφω ό,τι με ζορίζει, για να το μαυρίζει το μελάνι. Ο Θεός κάνει αθάνατη την ψυχή μου και εγώ κάνω αθάνατα τα μέσα μου».
«Το σίγουρο είναι ότι όσο μακριά κι αν φτάσω, θα με φτάσει Εκείνος»
«Ξέρεις, ένα καλό κομμάτι το ακούς ξανά και ξανά. Όταν μιλάω μαζί σου, ακούω αυτό το κομμάτι»
«Εγώ όταν μιλάω μαζί σου, Πέτρο, φοβάμαι πως μεγαλώνω λίγο περισσότερο»
«Αν μετά από χρόνια κοιτάς μέσα σου και βλέπεις ότι δεν έχεις κανένα όφελος από εμάς, μπορείς να πεις ότι είχες έναν κακό φίλο. Αν σου αρέσει αυτό που θα αγγίζεις, μπορείς να πεις ότι είχες έναν φίλο που σε αγάπησε πολύ»
«Τι σημαίνει τελικά αγάπη;»
«Μικρός ήθελα να γίνω γιατρός και η μαμά μου μου είπε να γίνω ευτυχισμένος. Αυτό είναι αγάπη»
«Μικρή ήθελα να γίνω μπαλαρίνα, θυμάσαι; Νόμιζα ότι χορεύουν στα αστέρια. Μετά έλεγα στους γονείς μου ότι θα γίνω φιλάνθρωπος. Και αυτό έγινα»
«Αγάπησα πρώτη φορά άνθρωπο όταν είδα έναν παππού να κάθεται σε ένα παγκάκι αγκαλιά με μια γιαγιά και να την γαργαλάει στο λαιμό. Αγάπησα και τον έρωτα μαζί»
«Αγάπησα πρώτη φορά ζώο, όταν η οικονόμος μας έφερε σπίτι ένα μωρό γατάκι που βρήκε στον κάδο όταν βγήκε να πετάξει τα σκουπίδια. Αυτό το γατάκι ήξερε όλα μου τα μυστικά»
«Τι είναι η αγάπη τελικά; Πήρες απάντηση;»
«Ναι. Αγάπη είναι να είσαι χορτοφάγος και να βγάζεις την φίλη σου για φαγητό στο καλύτερο σουβλατζίδικο της πόλης»
Ο Πέτρος χαμογέλασε ικανοποιημένος.
«Πρέπει να επιστρέψω στο γραφείο», συνέχισε εκείνη και έπιασε την τσάντα της. «Το ραντεβού μας ανανεώνεται. Για ποτό όμως, αύριο το βράδυ στο Κάλενταρ»
«Ξέρω. Θα γίνεις πάλι κούκλα και όλο με κάποιον θα πλακωθώ πάλι», είπε με υποτιθέμενο παράπονο και εκείνη του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και έφυγε.
*****
Το επόμενο πρωί, ο Πέτρος πέρασε μπροστά από όλους τους εργαζόμενους του Ομίλου, μπήκε στο ασανσέρ και πάτησε τον αριθμό έξι. Μπερδεύτηκε, πέρασε δύο φορές έξω από το εστιατόριο και όσοι έκαναν διάλειμμα, τον κοίταξαν απορημένοι. Ανέβηκε τις σκάλες, σκόνταψε στον φίκο στην γωνία και ίσιωσε την γραβάτα του φουσκώνοντας τον θώρακα του. Είδε το όνομά της γραμμένο στην πόρτα και χτύπησε μια φορά πριν την ανοίξει αργά.
Εκείνη στεκόταν όρθια μπροστά από το γραφείο της, με την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα, κοιτώντας τα χαρτιά που ήταν απλωμένα μπροστά της. Φορούσε στενή μαύρη φούστα ως το γόνατο, ψηλές γόβες και λευκό πουκάμισο με φουσκωτά μανίκια. Γύρισε να δει ποιος μπήκε και έβγαλε ξαφνιασμένη τα γυαλιά της.
«Πέτρο;»
«Καλημέρα. Φοράς γυαλιά;»
«Καλημέρα. Τι κάνεις εδώ;»
«Είναι η γιορτή σου σήμερα»
«Και δεν βρήκες πιο διακριτική ανθοδέσμη να πάρεις; Ειλικρινά, τι είπες στον ανθοπώλη;»
«Πενήντα κόκκινα τριαντάφυλλα», της απάντησε και εκείνη τον αγκάλιασε συγκινημένη.
Γύρισε σπίτι αργά το απόγευμα αγκαλιά με τα τριαντάφυλλα, αφού πρώτα βοήθησε την Στέλλα να διαλέξει στέφανα, καταλήγοντας σε ένα εντυπωσιακό ζευγάρι με κρύσταλλα.
Έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και ενώ τυλιγόταν με την πετσέτα άκουσε την πόρτα του υπνοδωματίου της να ανοίγει.
«Κυρία Φράνσις, είμαι στο μπάνιο», φώναξε.
«Είμαι πεπεισμένος πια ότι έχει πολλά χρόνια να μπει εδώ μέσα άντρας εκτός από εμένα», αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Συγγνώμη που άργησα. Θέλω λίγη ώρα ακόμα. Και πού ξέρεις, μπορεί απόψε το βράδυ να μπει»
«Λες να είναι η τυχερή μας μέρα σήμερα;»
«Ίσως. Θα μου φέρεις ένα φόρεμα από την ντουλάπα, σε παρακαλώ;»
Εκείνος άνοιξε την ντουλάπα και απελπίστηκε μπροστά στα αμέτρητα ρούχα και φορέματα. Της έδωσε τελικά ένα απλό μαύρο φόρεμα μέχρι το γόνατο από τη μισάνοιχτη πόρτα του μπάνιου.
«Και γόβες, αλλά όχι και αυτές μαύρες», διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
Η Αέλια βγήκε φορώντας το στενό φόρεμα και ισορρόπησε στον τοίχο για να ανέβει στις κόκκινες γόβες με λουράκι που διάλεξε ο Πέτρος. Είχε πιάσει ένα σφιχτό κότσο τα μαλλιά της και ήταν διακριτικά βαμμένη, εκτός από το έντονο κόκκινο κραγιόν στα χείλη της.
*****
Το Κάλενταρ τελικά ήταν γεμάτο κόσμο και στηριγμένη πια στον ώμο του, μετά από πολύ περπάτημα, μπήκαν σε ένα τζαζ μπαρ από αυτά που σύχναζαν τύποι σαν τον Πέτρο.
«Πάρε ό,τι θες εσύ», είπε κουρασμένη και έλυσε τον κότσο στα μαλλιά της αφήνοντάς τα ανακατεμένα πάνω στους ώμους της.
«Ουίσκι για εμένα και μαρτίνι για την κυρία», είπε στον σερβιτόρο.
«Τυχερή μέρα την λες ακόμα;», τον ρώτησε.
«Παραδέχομαι ότι δεν ξεκινήσαμε καλά, αλλά είμαι αποφασισμένος για όλα»
Σηκώθηκε από τη θέση του, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα και έκρυψε τον αναπτήρα στην τσέπη του τζιν του. Πλησίασε έναν άντρα που καθόταν μόνος του στο μπαρ, ζήτησε φωτιά και έκατσε μαζί του πιάνοντάς του την κουβέντα.
Τα ποτά έφτασαν και η Αέλια τους κοιτούσε ενώ έπινε το δικό της. Ο τύπος φαινόταν γύρω στα τριάντα, ήταν κοντοκουρεμένος και φορούσε καλό μαύρο παπούτσι.
«Καλή αρχή έκανες Πέτρο», σκέφτηκε.
Γύρισε το βλέμμα της τριγύρω και έπεσε πάνω σε μια κοπέλα στην άλλη άκρη του μπαρ που μιλούσε έντονα στο κινητό. Ξανθιά, με ριχτό λουλουδάτο φόρεμα και πολλά βραχιόλια στο χέρι. Έκανε στην άκρη την δυσφορία της για τα συγκεκριμένα κοσμήματα και την πλησίασε διακριτικά. Το γυναικείο της ένστικτο δεν έκανε λάθος, η κοπέλα μόλις είχε χωρίσει με το αγόρι της από το τηλέφωνο.
Η Αέλια την έπεισε να έρθει στο τραπέζι της και μιλούσαν για τον πρώην της μέχρι που έκατσαν μαζί τους και τα αγόρια.
«Ισίδωρος», συστήθηκε ο γοητευτικός άντρας και για να σπάσει ο πάγος ξεκίνησε να της μιλάει για την δουλειά του και ρώτησε την Αέλια για τη δική της. Αυτός δήλωσε μουσικός και εκείνη ιδιωτική υπάλληλος.
«Πώς περνάς τον ελεύθερο χρόνο σου, Ισίδωρε;»
«Γράφω, ψάχνω για να γράφω και όταν βρω αυτό που ψάχνω γράφω»
Γράψιμο, ο εραστής κάθε αναζητητή.
«Όλα δηλαδή περιστρέφονται γύρω από την μουσική. Και εδώ απόψε ήρθες για να βρεις κάτι;»
«Ναι και πιστεύω ότι κάτι παίζεται ήδη στο μυαλό μου»
Ο Πέτρος έκανε την Ζέτα να ξεχαστεί από τον χωρισμό της μιλώντας της για ταξίδια. Η Αέλια τους κοιτούσε κρυφά και τον έβλεπε να μιλάει με φοβερή άνεση παρόλο που γνώριζε την κοπέλα τόσο λίγο.
«Όντως το έχει», σκέφτηκε βλέποντάς τον να την φλερτάρει διακριτικά σε αντίθεση με τον δικό της συνοδό που μιλούσε πλέον ακατάπαυστα από το άγχος.
Όταν ο Ισίδωρος της ζήτησε να χορέψουν το επόμενο μπλουζ, δέχθηκε με ανακούφιση και έδωσε πρόθυμα το χέρι της. Ο Πέτρος βλέποντάς τους να απομακρύνονται από το τραπέζι για να χορέψουν, θυμήθηκε όταν την πήγε πρώτη φορά στο Μακαντέμια και την γνώρισε στην παρέα του. Το μυαλό του γέμισαν οι μουσικές, τα γέλια τους, ο χορός πάνω στη θάλασσα, το τραγούδι που είπαν μαζί στο καραόκε. Πίεσε τον εαυτό του να μείνει συγκεντρωμένος στην Ζέτα και μόλις τελείωσε το κομμάτι, ζήτησε τον λογαριασμό και κέρασε τα ποτά τους.
Η Ζέτα έκατσε μπροστά στο αυτοκίνητο, ενώ ο Ισίδωρος και η Αέλια στα πίσω καθίσματα, μιλώντας για τζαζ και σιγομουρμουρίζοντας στίχους.
«Δεν τραγουδάω μπροστά σε κόσμο», του είχε πει στο Μακαντέμια μόλις είχε κατέβει από τη σκηνή. Την κοίταξε από τον καθρέφτη και τον κοιτούσε και αυτή. Φοβήθηκε ότι διάβασε τις σκέψεις του και ασυναίσθητα ανέβασε την ένταση του τραγουδιού που άκουγαν. Ήλπιζε η δυνατή μουσική να καλύψει τις σκέψεις του, να μην τις ακούει άλλο να ξεπηδάνε στο μυαλό του.
Έφτασαν στη γειτονιά τους και τους αποχαιρέτισε βιαστικά, παίρνοντας την Ζέτα από το χέρι, ενώ με το άλλο έψαχνε στην τσέπη του τα κλειδιά για το διαμέρισμά του.
Ο Ισίδωρος ακολούθησε την Αέλια και σάστισε βλέποντας την είσοδο της έπαυλης. Σκέφτηκε ότι δεν κατάλαβε τι εννοούσε όταν είπε ότι είναι ιδιωτική υπάλληλος και ένιωσε ακόμα πιο άβολα.
Μέσα στο σπίτι, η Αέλια του πρόσφερε ένα ποτήρι κρασί στο μεγάλο σαλόνι της, όταν στο δικό του σπίτι, ο Πέτρος και η Ζέτα είχαν ήδη πέσει κάτω από τα σκεπάσματα.
Η Αέλια τράβηξε απότομα το χέρι της όταν το έπιασε ο Ισίδωρος και πάγωσε όταν ένιωσε την ανάσα του στο λαιμό της. Ξαφνικά δεν της άρεσε η μυρωδιά του, το άγγιγμά του, η χροιά του.
Ο Πέτρος πέταξε τα σκεπάσματα και φόρεσε νευριασμένος το παντελόνι του.
«Όταν θα είναι δίπλα σου το άλλο σου μισό, θα καίγεσαι ολόκληρος», του είχε πει η Αέλια. «Μα τι φωτιά ήταν πια αυτή που θα τον έκαιγε…», αναρωτιόταν.
Μπήκε θυμωμένος στο μπάνιο, ενώ η εξώπορτα έκλεισε βίαια και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη βλέποντας την απελπισία στο πρόσωπό του. Πήρε ένα ψαλίδι και άρχισε να κόβει μόνος του τα μαλλιά του και να πετάει στον νιπτήρα.
Η Ζέτα έφυγε, αλλά η μυρωδιά της έμεινε για να του θυμίζει την αποτυχία του. Έριξε κρύο νερό στο πρόσωπό του και σκούπισε την ντροπή του.
Άλλο ένα βράδυ που η Αέλια έπεσε στο κρεβάτι μόνη και στριφογύριζε μπερδεμένη. Άλλο ένα βράδυ που ο Πέτρος άκουγε τζαζ με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι και προσπαθούσε να ξεμπερδέψει τους στίχους του μυαλού του.
«Θα έρθω», ήταν η απάντησή του στο email της για την πρόσκληση στον γάμο της Στέλλας. Η Αέλια το διάβασε και συνέχισε να βάζει σε τάξη τους ατελείωτους φακέλους στο γραφείο της και να απαντάει στα τηλεφωνήματα.
Τους τελευταίους μήνες ο Όμιλος είχε γίνει το δεύτερο σπίτι της και είχε επικοινωνήσει μόνο μια φορά με τον Πέτρο και αυτό για νομική συμβουλή. Ήταν μια ευκαιρία να τον αποφύγει μετά το αποτυχημένο διπλό ραντεβού τους. Ο γάμος της Στέλλας όμως ήταν η στιγμή που θα έπρεπε να τον αντιμετωπίσει.
*****
Παραμονή της πρώτης ημέρας του Ιουνίου, τα κορίτσια απολάμβαναν την εσωτερική πισίνα σε γνωστό ινστιτούτο μετά την θεραπεία ομορφιάς με πολυτελή προϊόντα περιποίησης. Η ημέρα ήταν αφιερωμένη στην ηρεμία και την χαλάρωση που όλες τους χρειαζόταν για να είναι έτοιμες για το μεγάλο βράδυ. Η Στέλλα φόρεσε το αφράτο λευκό μπουρνούζι της με το μονόγραμμα της κεντημένο και έκατσε στην άκρη της ξαπλώστρας δοκιμάζοντας σαμπάνια και φρέσκα φρούτα. Οι φίλες της ακολούθησαν και αυτές χωρίς να χάσουν μια ακόμα ευκαιρία να μιλήσουν για το αγαπημένο τους θέμα.
«Αν όντως φεύγει ο έρωτας μετά τον γάμο, πώς τον κρατάς ζωντανό;», αναρωτήθηκε η Στέλλα.
«Γιατί να φύγει;», ρώτησε η Αναστασία.
«Έτσι λένε», απάντησε η Κική. «Μένει μόνο η αγάπη κι αν πέσεις σε ρουτίνα, δύσκολα θα τον κρατήσεις»
«Εγώ πάντως θα ήθελα να παντρευτώ εκείνον που θα ήξερα ότι θα τον ερωτευόμουν κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Δεν μου αρέσει η ιδέα ότι χάνεται ο έρωτας», δήλωσε η Αναστασία.
«Ποια λέτε να είναι η επόμενη;», ρώτησε η Στέλλα και άφησε το περιοδικό γάμου που κρατούσε για να σηκώσει το ποτήρι με την σαμπάνια της έτοιμη για την πρόποση που θα έκαναν μετά την ερώτησή της.
«Η Κική!», είπαν όλες με μια φωνή.
«Άντε να έρθει η ώρα κορίτσια, ανυπομονώ! Νιώθω τόσο ευλογημένη που βρήκα το άλλο μου μισό!»
«Και εκείνος είναι τυχερός που σε βρήκε»
«Ναι, Αναστασία μου. Και οι δύο είμαστε, που βρήκαμε ο ένας τον άλλο», είπε η Κική με το μικρό της χαμόγελο στα χείλη.
«Δύσκολο να βρεις καλούς συντρόφους πια», σχολίασε η Στέλλα.
«Δύσκολο να βρεις καλούς ανθρώπους γενικά»
«Σωστά, Αναστασία. Η Αέλια γιατί δεν μιλάει;», ψιθύρισε στην Κική που έκατσε δίπλα της.
«Αέλια, εσύ δεν θα σχολιάσεις τον έρωτα;», την ρώτησε η Κική.
«Τι να σχολιάσω; Υπερεκτιμήσαμε τον έρωτα. Γιατί να ερωτευτείς; Για να κρέμεσαι πάνω από την ψυχή κάποιου άλλου; Γιατί να δώσω τέτοιο έλεγχο σε άνθρωπο; Αν είναι να ερωτευτώ, έχω καλύτερα να κομματιάσω αυτή τη στιγμή την καρδιά μου και να την πνίξω στην πισίνα. Γιατί να έχω έναν άντρα να μου κουμαντάρει το μυαλό; Για να γυρνάει στις σκέψεις μου, να ανακατεύει τα κομμάτια μου και να μην με αφήνει σε ησυχία; Δεν θέλω να εξαρτιέμαι από κανέναν. Γιατί να έχω συνέχεια την φωνή του στο μυαλό μου, την μυρωδιά του στα ρούχα μου; Ποιος ο λόγος; Ποιος ο λόγος του έρωτα; Ποιος ο λόγος αυτής της φωτιάς;»
«Τι έχει αυτή σήμερα;», ρωτούσε η μία την άλλη.
«Παράξενα τα λέει»
«Και ποιητικά»
«Μήπως την πείραξε η αρωματοθεραπεία;»
«Λες;», απόρησε η Στέλλα και άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.
*****
Η ημέρα του γάμου έφτασε. Ο ένας μετά τον άλλον, οι καλεσμένοι έφτασαν στον Καθεδρικό Ναό, που ήταν στολισμένος με λευκές ορτανσίες και μικρά τριαντάφυλλα δεμένα με σαμπανιζέ κορδέλες.
Ο Ιάσωνας στεκόταν έξω από τον πρόναο, με το μακρύ κόκκινο χαλί στρωμένο σε όλο το διάδρομο πίσω του. Ο φωτογράφος αποθανάτιζε κάθε στιγμή και οι νεωκόροι ετοίμαζαν το τραπέζι με τα γυάλινα σκεύη που γέμισαν κουφέτα, κρασί και μέλι. Η διακοσμήτρια επέβλεπε τις τελευταίες λεπτομέρειες στα πανέρια με τις μπομπονιέρες, όταν η Κική έφτασε πρώτη, συνοδευόμενη από τον Ιωάννη. Ο ιερέας φόρεσε τα άμφια και όλοι οι πολυέλαιοι άναψαν την στιγμή που ακούστηκε η κόρνα της νυφικής λιμουζίνας.
Η Αέλια και η Αναστασία έφτασαν και εκείνες και στάθηκαν δίπλα στον γαμπρό. Δεν είχε δει τον Πέτρο ακόμα και ανησύχησε μήπως δεν ήρθε τελικά. Η πόρτα της λιμουζίνας άνοιξε και τα φλας άστραψαν όταν κατέβηκε η Στέλλα. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια κρατώντας τον πατέρα της από το χέρι και περπάτησε αργά με τα παρανυμφάκια από πίσω να σηκώνουν την δαντελένια ουρά του νυφικού.
Ο ιερέας τους πήρε από το χέρι και μπήκε στον πρόναο όπου τέλεσε τον αρραβώνα τους. Στη συνέχεια προχώρησαν στο κέντρο του ναού και ακολούθησαν και οι υπόλοιποι από πίσω τους, κρατώντας στα χέρια τους μικρά πουγκιά με ρύζι και ροδοπέταλα. Η Κική άλλαξε τις βέρες και η Αέλια τα στέφανα του ζευγαριού.
«Κοίτα δίπλα σου», ψιθύρισε η Αναστασία και εκείνη γύρισε το πρόσωπό της και είδε τον Πέτρο.
«Δεν με αναγνώρισες», παραπονέθηκε δήθεν εκείνος.
«Άργησες», ψιθύρισε ξαφνιασμένη.
Με τις μπομπονιέρες στα χέρια μπήκαν στο αμάξι του Πέτρου για να πάνε στο χώρο της δεξίωσης μετά την φωτογράφιση με το νιόπαντρο ζευγάρι.
«Τι συμβαίνει;», ρώτησε ο Πέτρος
«Πραγματικά περίμενες να σε γνωρίσω;», είπε και έβαλε τη ζώνη της.
«Γιατί; Κουρεύτηκα και ξυρίστηκα μόνο»
«Μόνο; Έτσι θα έλεγε κάποιος που είχε κοντά μαλλιά. Εσύ ανταγωνιζόσουν τον Κίθ Ρίτσαρντς»
«Με τιμάει η σύγκριση. Κρίμα μόνο που δεν σου αρέσουν», είπε και άναψε τη μηχανή του αυτοκινήτου.
«Σου πάνε, εντάξει;», είπε γρήγορα και έπιασε το κινητό της για να ανοίξει το GPS.
Η διαδρομή από την εκκλησία μέχρι το κτήμα ήταν περίπου μισή ώρα και είχε αρχίσει να νυχτώνει.
«Δεν μου είπες τα νέα σου. Όλα καλά με τον Ισίδωρο;»
«Βέβαια, βέβαια», απάντησε εκείνη ανόρεκτα.
«Δεν σε ακούω πολύ ενθουσιασμένη»
«Περιμένω να μου πεις για τη Ζέτα. Εκεί να δεις πώς θα ενθουσιαστώ!»
«Πολύ καλά τα πάμε», είπε και ξερόβηξε.
«Τέλεια τότε. Αφού εσείς είστε πολύ καλά και εμείς πολύ καλά, όλα θα είναι τέλεια, σωστά;»
«Ε, ναι φαντάζομαι. Εσείς τώρα τα έχετε;»
«Έτσι δεν είπαμε;»
«Γιατί δεν σε συνόδεψε απόψε;»
«Ε… Είχε πολλή δουλειά. Η Ζέτα; Γιατί δεν είναι μαζί σου απόψε;»
«Δουλειά, πολλή δουλειά. Γιατί μου φαίνεται ότι το κρατάς κρυφό από τα κορίτσια;»
«Είναι φρέσκο, μωρέ»
«Μάλλον δεν έχει και πολλά καλά αυτός ο Ισίδωρος για να τα πεις στις φίλες σου», είπε ειρωνικά και ζήτησε να δει ξανά τον χάρτη.
«Φτάνουμε σε λίγο. Καμία σχέση. Το αντίθετο θα έλεγα, δεν έχω παράπονο. Με προσέχει, με φροντίζει, είναι φανταστικός σε όλα»
«Και η Ζέτα το ίδιο»
«Είναι φανταστική σε όλα;», ρώτησε προσπαθώντας να κρύψει τον μορφασμό στο πρόσωπό της.
«Σε όλα! Απορώ δεν άκουσες τις φωνές της εκείνο το βράδυ;»
«Σταμάτα το αμάξι τώρα!»
«Τι έπαθες;»
«Σταμάτα σου λέω! Σταμάτα αμέσως! Θα κάνω εμετό!»
«Ήπιες τίποτα που σε πείραξε;», ρώτησε κρατώντας τα μαλλιά της ψηλά στην άκρη του δρόμου και χάιδευε την πλάτη της προβληματισμένος.
*****
Στην είσοδο του κτήματος, υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι στρωμένο με λινό τραπεζομάντηλο, κεντημένο με ανάγλυφα σχέδια. Μία ανθοδέσμη ήταν στο κέντρο με λευκές ορχιδέες και ροζ λίλιουμ. Άνοιξαν το βιβλίο ευχών με το σκληρό εξώφυλλο και έγραψαν τις ευχές τους για την Στέλλα και τον Ιάσωνα.
Στην είσοδο της αίθουσας τους καλωσόρισε ο μετρ και τους οδήγησε στο νυφικό τραπέζι όπου έκατσαν στις θέσεις τους. Η ορχήστρα έπαιζε κλασσική μουσική και τα μικρά παρανυμφάκια έκαναν στροφές μπροστά της.
Η Αέλια δεν άγγιξε την σαμπάνια και δοκίμασε μόνο λίγη από την σούπα στην αρχή. Ο Πέτρος δοκίμασε από όλα τα φαγητά μιλώντας με τον Ιωάννη που καθόταν δεξιά του. Έκοψε ένα κομμάτι από το ρολό κοτόπουλο και το έβαλε στο πιάτο της Αέλιας. Εκείνη δοκίμασε μια μικρή μπουκιά και άφησε το υπόλοιπο ανέγγιχτο στο πιάτο της. Ανακατευόταν και μόνο στην ιδέα της Ζέτας να απολαμβάνει τον Πέτρο και με δυσκολία κατάπινε το φαγητό της. Εκείνος της ζήτησε τρυφερά την άδεια να αποχωρήσει για λίγο από το τραπέζι και πήγε να χαιρετίσει την Αναστασία και να γνωρίσει τον αδελφό της, τον Κίμωνα.
«Δεν μου φαίνεται καλά η Αέλια», της είπε ανήσυχος. «Παραπονέθηκε μήπως για καμιά αδιαθεσία αυτές τις μέρες;»
«Όχι, δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο. Μιλούσε όμως κάπως περίεργα χτες, νομίζω αφορούσε κάποιον άντρα, αλλά δεν είμαι σίγουρη. Τα έλεγε μπερδεμένα και δεν έβγαλα άκρη»
«Εγώ πιστεύω ότι είναι ερωτευμένη», πετάχτηκε η Κική και ο Πέτρος γούρλωσε τα μάτια του.
«Πώς το κατάλαβες αυτό;»
«Τι να σου πω, έτσι πιστεύω. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς αυτή τη συμπεριφορά που έχει»
Ο Πέτρος ήταν σίγουρος πια. Η Αέλια ήταν έγκυος από τον Ισίδωρο και δεν το είχε πει σε κανέναν!
«Μήπως ο αλήτης την παράτησε; Μήπως δεν ήθελε το μωρό; Εκείνη τον είχε ερωτευτεί και αυτός ο δειλός την βασάνιζε», σκέφτηκε και έσφιξε τις γροθιές του.
Το νιόπαντρο ζευγάρι έκανε την είσοδό του στον χώρο και όλοι άρχισαν να χειροκροτούν. Η ορχήστρα έπαιζε ένα κλασικό κομμάτι και η Στέλλα με τον Ιάσωνα χόρεψαν βαλς συγκινώντας τους καλεσμένους. Τα υπόλοιπα ζευγάρια ακολούθησαν και αυτά την μαγευτική μελωδία και ο Πέτρος κρατούσε απαλά στην αγκαλιά του την Αέλια, ενώ σκεφτόταν τρόπους να κατατροπώσει τον Ισίδωρο. Έμειναν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες και αποχαιρέτισαν την Στέλλα που έλαμπε σαν αληθινή πριγκίπισσα και της ευχήθηκαν να ζήσει μια ονειρεμένη ζωή με τον σύζυγό της.
*****
Λίγες βδομάδες μετά, η Στέλλα τους έστειλε με email φωτογραφίες από τον μήνα του μέλιτος στην Χαβάη και οι τρεις φίλες τις σχολίαζαν ενθουσιασμένες, ενώ ετοιμάζονταν στο δωμάτιο της Αέλιας. Εκείνη τη μέρα το όνειρό της θα γινόταν πραγματικότητα.
Φορέματα ήταν απλωμένα στο κρεβάτι και ζευγάρια γόβες διάσπαρτα πάνω στην μοκέτα. Η Αναστασία έδεσε στο λαιμό της ένα μαύρο φουλάρι που ταίριαζε με την φούστα της και η Κική διάλεξε χρυσά σκουλαρίκια ασορτί με τα βραχιόλια της. Τα καλλυντικά ήταν ανακατεμένα πάνω στον ψηλό μαρμάρινο πάγκο στο κέντρο του δωματίου για να μπορούν να ανανεώνουν το μακιγιάζ τους ανά πάσα στιγμή. Η Κική σταθεροποίησε με λακ το χτένισμά της και η Αέλια της ζήτησε να της ανεβάσει το φερμουάρ στο μαύρο δερμάτινο φόρεμά της.
Στις εφτά ακριβώς εκείνο το απόγευμα, βγήκαν από την έπαυλη και μπήκαν στην λιμουζίνα που τους περίμενε από έξω. Χαιρέτισαν τα αγόρια που ήταν επίσης καλοντυμένα.
Ο Πέτρος κολάκευσε τα κορίτσια και ιδιαίτερα την Αέλια για το φόρεμά της. Δεν κατάφερε όμως να τονίσει ότι παραήταν στενό για την κατάστασή της. Μπέρδεψε τα λόγια του και την ρώτησε τι μάρκα ήταν.
«Αφού ξέρεις! Μπαλμέν, όπως και το κοστούμι σου»
«Ωραία ζευγάρια είμαστε απόψε», χαμογέλασε η Αναστασία και κοίταξε τον Τόνι που φορούσε κοστούμι με μαύρες λεπτομέρειες και εκείνος.
Υποψιάστηκε ότι τα ακριβά κοστούμια τους ήταν δώρο της φίλης της για τα αποψινά εγκαίνια και θαύμασε για άλλη μια φορά την φίλη της για την γενναιοδωρία της. Πολλές φορές δεν χρειαζόταν κάποιος να ζητήσει κάτι, η Αέλια θα είχε ήδη προλάβει να τακτοποιήσει κάθε οικονομικό θέμα.
Μπήκαν στο κοινωνικό εστιατόριο και οι δημοσιογράφοι που ήταν από ώρα εκεί, τους αποθανάτισαν να κόβουν την κόκκινη κορδέλα. Από την κουζίνα έβγαιναν πλούσια αρώματα λαχανικών και η μυρωδάτη σούπα σερβιρίστηκε στα τραπέζια μαζί με τυριά και αφράτα ψωμάκια. Το διώροφο εστιατόριο με τα έντονα χρώματα και τον ζεστό φωτισμό γέμισε οικογένειες και μοναχικούς ηλικιωμένους που απόλαυσαν τα πιάτα ημέρας. Οι φίλοι του Πέτρου ήταν και αυτοί εκεί. Η Αγγελική και η Κάτια στην κουζίνα ετοίμαζαν ζεστούς λουκουμάδες με μέλι και ο Τάκης με τον Μηνά σέρβιραν και μάζευαν τα πιάτα από τα τραπέζια που άδειαζαν.
Κάποια στιγμή, η Αέλια προσπάθησε να αποχωρήσει και ο Πέτρος άνοιξε τον δρόμο απομακρύνοντας τους δημοσιογράφους από κοντά της.
«Αυτό είναι το δεξί μου χέρι», ανακοίνωσε μπροστά σε όλους.
«Τι σημαίνει αυτό; Με προσλαμβάνεις ξανά;», γέλασε εκείνος.
«Ναι, για την θέση του γραμματέα μου και για τις νομικές υποθέσεις του Ομίλου»
«Σοβαρά το λες;»
«Φυσικά»
«Πώς μπορώ να σου αρνηθώ;»
«Σε θέλω δίπλα μου, Πέτρο. Διαθέσιμο, αφοσιωμένο, εχέμυθο, να με στηρίζεις και να με συμβουλεύεις. Να είμαστε ένα και να φοράς Μπαλμέν»
«Και να μην μακρύνω ξανά τα μαλλιά μου, σωστά;»
«Πολύ σωστά», χαμογέλασε εκείνη.
Το γνωστό κοστούμι εκείνος, ριχτό καφτάνι αυτή και το πράσινο σμαράγδι στο λαιμό, το σήμα κατατεθέν της πλέον. Επιβιβάστηκαν στο αεροπλάνο με προορισμό τα Αραβικά Εμιράτα για μια ακόμα μεγάλη επαγγελματική συμφωνία. Προσπαθούσε να ξεκουραστεί κατά τη διάρκεια της πτήσης, αλλά ο Πέτρος την βομβάρδιζε με ερωτήσεις για τον άφαντο Ισίδωρο.
«Πήγαινε στην πλευρά σου σε παρακαλώ! Προσπαθώ να κοιμηθώ»
Εκείνος εκνευρισμένος έπιασε ένα περιοδικό και άρχισε να κάνει ότι το ξεφυλλίζει, ενώ δεν κοιτούσε καν τις σελίδες.
Η πολύωρη πτήση έφτασε στον προορισμό της και η Αέλια φόρεσε το μεγάλο καπέλο της πάνω από το φουλάρι που είχε δέσει τα μαλλιά της.
Το ελικόπτερο τους οδήγησε στο ξενοδοχείο που θα έμεναν τις επόμενες ημέρες και ο Πέτρος την είδε να μπαίνει στο δωμάτιό της, που ήταν δίπλα από το δικό του. Λίγο αργότερα πήγε εκεί, αλλά όσο και να χτυπούσε δεν του άνοιγε.
Αργά το απόγευμα και ενώ η ζέστη ήταν ακόμα ανυπόφορη, εκείνη άνοιξε επιτέλους την πόρτα της και ο Πέτρος παρατήρησε ότι ήταν ακόμα ντυμένη με τα ίδια ρούχα που φορούσε στο αεροπλάνο.
«Απίστευτο! Πρέπει να ήσουν πολύ κουρασμένη. Κοιμήθηκες ακόμα και με τα γυαλιά ηλίου. Σου έχουν αφήσει σημάδι στο πρόσωπο», άγγιξε το μάγουλό της και σκέφτηκε ότι η εγκυμοσύνη της έφερνε υπνηλία.
«Και εσύ τι ακριβώς έχεις ντυθεί;»
«Είμαι έτοιμος να πάμε στην πλαζ», είπε δείχνοντας τα ρούχα του. Φορούσε κόκκινο ριγέ μαγιό, πορτοκαλί μπλούζα με φοίνικες, καπέλο και σαγιονάρες.
«Μάλλον μιλάς για καμία ερημική παραλία με βράχους όπου δεν θα σε δει κανείς. Περίμενέ με εδώ, επιστρέφω αμέσως», έδειξε το καθιστικό στο δωμάτιό της.
Όταν εμφανίστηκε φορώντας μαύρο ολόσωμο μαγιό κάτω από ένα διάφανο λευκό καφτάνι και ψηλές ριγέ πλατφόρμες, ο Πέτρος έμεινε άφωνος κοιτώντας το καλλίγραμμο σώμα της.
«Μα δεν έχει πάρει ούτε ένα κιλό», σκέφτηκε.
Στο εμπορικό κατάστημα, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το ξενοδοχείο τους, ο Πέτρος διάλεξε καινούργιο μαγιό και ένα απλό λευκό μπλουζάκι.
Η παραλία ήταν μαγευτική και απόλαυσαν φρέσκο χυμό ανανά κάνοντας ηλιοθεραπεία.
Το επόμενο μεσημέρι έφαγαν σε ένα από τα εστιατόρια του ξενοδοχείου με τους νέους συνεργάτες τους. Υπέγραψαν τα συμβόλαια που έφτιαξε ο Πέτρος, κλείνοντας μια μεγάλη αγορά για τον Όμιλο που αύξησε τον στόλο του με δύο καινούργια πετρελαιοφόρα και μια παραγγελία για ναυπηγήσεις δύο δεξαμενόπλοιων.
Τελευταία νύχτα στο μαγευτικό εκείνο μέρος και διάβαζαν από ένα βιβλίο ο καθένας ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο κρεβάτι του Πέτρου. Οι βαλίτσες για την πρωινή πτήση ήταν έτοιμες δίπλα στην πόρτα.
«Νομίζω μου αρέσει περισσότερο η Αγγλία», σχολίασε εκείνος διακόπτοντας την σιωπή που επικρατούσε.
«Περίμενε να πάμε στην Ιταλία πριν αποφασίσεις», του είπε βγάζοντας τα γυαλιά της.
«Το ξέρεις ότι έχω κάνει επέμβαση στα μάτια; Ίσως το αποφασίσεις και εσύ κάποια στιγμή. Όταν θα είναι επιτρεπτό…», έδειξε τα γυαλιά της που τα ακούμπησε στο μαξιλάρι.
«Το ξέρεις ότι νιώθω άβολα όταν τα σχολιάζεις;»
«Συγγνώμη, δεν το κάνω σκόπιμα. Ενδιαφέρομαι για σένα, δεν το ξέρεις;»
«Ναι», απάντησε και γύρισε ανάσκελα διπλώνοντας την άκρη της σελίδας που διάβαζε.
«Νομίζω αυτή η στάση είναι πολύ καλύτερη από την προηγούμενη», σχολίασε διστακτικά εκείνος.
«Άρχισες πάλι με τα υπονοούμενα! Αν έχεις μοναξιές να πάρουμε την Ζέτα τηλέφωνο», είπε κοροϊδευτικά. Προφέροντας το όνομά της, ένιωσε σαν να δοκίμαζε το δηλητηριασμένο μήλο που η ίδια είχε διαλέξει.
«Δεν το λέω για μένα, για σένα το λέω»
«Εγώ βολεύομαι σε όλες τις στάσεις»
«Εντάξει, έμαθα και κάτι που δεν ήξερα για σένα», είπε και τα μάγουλά του κοκκίνισαν. «Ενδιαφέρον… Δεν μπορώ να το αρνηθώ… αλλά πιστεύω ότι δεν μιλάμε για το ίδιο θέμα»
«Εγώ για το διάβασμα μιλάω. Εσύ τι κατάλαβες;»
«Ότι μιλάμε για… Δεν έχει σημασία. Εγώ το είπα για το μωρό»
«Ποιο μωρό;»
«Το μωρό σου»
«Έχω εγώ μωρό; Πέτρο, μου φαίνεται ότι έκατσες παραπάνω από ό,τι έπρεπε στον ήλιο. Λες ασυναρτησίες!»
«Δεν χρειάζεται να το κρύβεις άλλο, τα έχω καταλάβει όλα!», έπιασε το χέρι της αλλά εκείνη πετάχτηκε όρθια από το κρεβάτι.
«Τι είναι αυτά που λες; Δεν υπάρχει μωρό! Με ποιον να το έκανα άλλωστε;», της ξέφυγε.
«Με τον Ισίδωρο»
«Δεν υπάρχει Ισίδωρος!», φώναξε απελπισμένη. «Ήταν μια αποτυχία εκείνη η βραδιά! Μη μου μιλάς άλλο για αυτόν, δεν τον έχω ξαναδεί από τότε και μόνο για λίγα λεπτά έκατσε σπίτι μου και μετά έφυγε»
«Γιατί έφυγε;»
«Γιατί άρχισε να με εκνευρίζει! Η φωνή του, ο τρόπος που μου μιλούσε, η μυρωδιά του, ο τρόπος που με κοιτούσε», είπε κουνώντας έντονα τα χέρια της.
«Κατάλαβα», απάντησε ο Πέτρος που ένιωσε ακριβώς το ίδιο με την Ζέτα. Αισθανόταν ανίκανος πια να αγαπήσει και ήταν σίγουρος ότι θα έμενε μόνος για την υπόλοιπη ζωή του.
«Έχεις θυμώσει που δεν στο είπα; Συγγνώμη», απολογήθηκε εκείνη.
«Δεν πειράζει, απλά βλέπω ότι θα έχουμε μόνο ο ένας τον άλλον πάλι»
«Τι εννοείς;»
«Ούτε Ζέτα υπάρχει»
«Και οι φωνές που είπες;»
«Ήταν ψέματα. Δεν έγινε τίποτα μεταξύ μας. Δεν μπόρεσα να…», ομολόγησε και η φωνή του βάρυνε απότομα.
Βγήκε έξω και άναψε τσιγάρο και εκείνη τον ακολούθησε παίρνοντας και αυτή ένα από το πακέτο του.
«Μου μοιάζεις όλο και περισσότερο και δεν είναι καλό», είπε βλέποντάς την να ανάβει το τσιγάρο. «Πόσα χρόνια το είχες κόψει;»
«Αυτές οι πληροφορίες είναι απόρρητες»
«Μας φαντάζομαι στο μέλλον ηλικιωμένους, να πίνουμε τσάι και να καπνίζουμε στον κήπο σου, ψάχνοντας ακόμα τους ιδανικούς συντρόφους»
«Αγκαλιά με τις γάτες μας», είπε και γέλασαν ταυτόχρονα.
*****
Οι γάτες μπερδεύτηκαν στα πόδια τους νιαουρίζοντας και οι δύο μόλις γύρισαν στην Ελλάδα και μπήκαν στην έπαυλη. Η κυρία Φράνσις κατέβηκε και τους υποδέχτηκε αναστατωμένη. Τους είπε αμέσως τα άσχημα νέα.
Η Αέλια έπεσε στην αγκαλιά του Πέτρου και εκείνος την έσφιξε πάνω του. Πήρε το επόμενο αεροπλάνο για Παλέρμο και η σκέψη της ήταν στους γονείς της. Ήλπιζε μόνο να προλάβει…
CC
Συνεχίζεται..

One response to “Αέλια – Μέρος 4ο”
[…] Προηγούμενο […]