Αυτή είναι η ιστορία του μικρού Κωνσταντίνου και των φίλων του, που έκαναν 11 χιλιόμετρα με τα πόδια, για περάσουν μαζί του την ημέρα των γενεθλίων του.
Ο Κωνσταντίνος ήταν ένα παιδί που η ζωή το δοκίμασε πολύ σκληρά, σε καταστάσεις που κανένα παιδί δεν πρέπει να περνάει. Για ένα διάστημα, το νοσοκομείο έγινε το δεύτερο σπίτι του. Μα ο πόνος δεν του πήρε το χαμόγελό του. Γιατί τα μικρά παιδιά πάντα βρίσκουν τον τρόπο να βλέπουν την ζωή όμορφη, ακόμα και μέσα σε ένα λευκό δωμάτιο με ένα παράθυρο μισάνοιχτο.
Όταν ο Κωνσταντίνος άρχισε ξαφνικά να λείπει από την τάξη, οι φίλοι του έμαθαν αμέσως τι είχε γίνει. Δεν πήγαιναν μόνο στο ίδιο σχολείο, ζούσαν μαζί στο ίδιο χωριό. Όταν έφευγαν από την τάξη, δεν γυρνούσαν στα σπίτια και τις ζωές τους. Δεν ήταν απλώς συμμαθητές, ήταν σαν αδέρφια και ζούσαν μαζί την κάθε μέρα. Μαζί στις δραστηριότητες, στο παιχνίδι, στις σκανταλιές, στις πλατείες, στις αυλές των σπιτιών. Μαζί γεννήθηκαν, μαζί μεγάλωναν. Και τώρα, η απουσία του Κωνσταντίνου τους στοίχισε βαριά.
Μία ντουζίνα πιτσιρίκια, λοιπόν, είχαν αναστατώσει όλο το σχολείο σε εκείνο το μικρό χωριό. Δεν μπορούσαν να συγκεντρωθούν στο μάθημα, δεν ήθελαν να παίζουν χωρίς τον Κωνσταντίνο, δεν ήθελαν να συζητούν τίποτα άλλο εκτός από την επιστροφή του φίλου τους.
«Πότε θα γυρίσει, κυρία;»
«Πότε θα τον δούμε;»
«Πώς τα πάει;»
«Θα γίνει καλά;»
Η δασκάλα δεν ήξερε πολλά, γιατί δεν ήθελε να ενοχλεί την μητέρα του παιδιού με τόσες ερωτήσεις. Ούτε οι δικές τους μαμάδες απαντούσαν ικανοποιητικά στα ερωτήματά τους. Μόνο τους έλεγαν ότι όλα θα πάνε καλά. Γιατί έπρεπε να πάνε. Ο φίλος τους θα τα κατάφερνε.
Αυτό το ήξεραν τα παιδιά, το πίστευαν, ήταν βέβαιο ότι ο φίλος τους θα γίνει καλά. Όσο όμως περνούσε ο καιρός και ειδικά όσο πλησίαζαν τα γενέθλια του Κωνσταντίνου, δεν υπήρχε περίπτωση να μην τα περάσουν όλοι μαζί. Αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ. Και ούτε τώρα θα το επέτρεπαν.
Είχαν αγοράσει τα δώρα, τα είχαν τυλίξει μόνα τους, είχαν γράψει τις κάρτες με τις ευχές τους και είχαν μαζέψει λεφτά να πάρουν και ένα κέικ με δέκα κεράκια. Τώρα έμενε μόνο να βρουν τον τρόπο να πάνε εκεί.
Το νοσοκομείο ήταν στο κέντρο της πόλης τους. Ήταν 11 χιλιόμετρα μακριά από το χωριό τους.
Φυσικά, πρώτα μίλησαν στους γονείς τους. Πήραν πολλές θετικές απαντήσεις, αλλά δεν ήταν αρκετές. Ήταν 30 τα παιδιά! Πού να χωρέσουν όλα; Χρειάζονταν πολλά αυτοκίνητα.
«Ή ένα μεγάλο!», πέταξε την ιδέα ένα από τα κορίτσια.
Έτσι έψαξαν να βρουν το δρομολόγιο του λεωφορείου που περνούσε από το χωριό εκείνη την εβδομάδα. Μπορεί να έφτανε πολύ νωρίς το πρωί, όμως όλα συμφώνησαν ότι δεν θα πήγαιναν στο σχολείο και έτσι η συνάντηση κανονίστηκε στην στάση του λεωφορείου 6:45 το πρωί εκείνης της Τετάρτης.
Δύο μέρες πριν, ένα από τα παιδιά άκουσε στο ραδιόφωνο ότι τα λεωφορεία θα ξεκινούσαν απεργία. Πετάχτηκε αμέσως πάνω και πήγε να βρει τα υπόλοιπα παιδιά στην πλατεία.
«Πρέπει να βρούμε άλλο τρόπο!», έκατσαν όλα σε κύκλο να σκεφτούν μια λύση.
«Μα γιατί δεν μπορούν να συνεννοηθούν οι γονείς μας να μας πάνε αυτοί;»
«Οι μεγάλοι δεν συνεννοούνται εύκολα»
Τα παιδιά κούνησαν το κεφάλι. Ήταν αλήθεια.
«Το σχολικό!»
«Ναι! Πώς δεν το σκεφτήκαμε νωρίτερα! Θα πάμε με το σχολικό!»
Τα πιτσιρίκια γέλασαν ικανοποιημένα και έδωσαν τα χέρια. Βρήκαν την λύση. Τίποτα δεν μπορούσε να τα σταματήσει. Θα περνούσαν τα γενέθλια με τον Κωνσταντίνο και θα ήταν η πιο ωραία έκπληξη για τον φίλο τους.
Το επόμενο πρωί, πήγαν όλα μαζί στο γραφείο του διευθυντή να ανακοινώσουν την ιδέα τους. Ήταν τόσο ενθουσιασμένα, που δεν πίστευαν στα αυτιά τους όταν τον άκουσαν να τους λέει ένα μεγάλο «όχι»!
«Το σχολικό λεωφορείο επιτρέπεται να κινείται μόνο μέσα στο ωράριο λειτουργίας του σχολείου. Το πρωί φέρνει τα παιδιά από τα γύρω χωριά και το μεσημέρι τα πάει πίσω. Απαγορεύεται να κινείται εκτός ωραρίου!»
Τα παιδιά δεν ήξεραν αν αυτό που τους έλεγε ήταν αλήθεια ή όχι. Ήξεραν μόνο ότι ήταν η τελευταία τους ελπίδα. Και τώρα δεν είχαν άλλη επιλογή.
«Θα πάμε με τα πόδια!»
«Πας καλά; Θα περπατήσουμε τόσο δρόμο;»
«Σιγά καλέ! Θα τα καταφέρουμε!»
«Τι λέτε, ρε παιδιά! Θα μας πάρει 5 ώρες!»
«Έτσι όπως το υπολογίζω, θα μας πάρει 3 ώρες με ένα διάλειμμα»
«Κι αν συμβεί τίποτα στον δρόμο;»
«Σαν τι;»
«Άμα σταματήσει κανείς να μας πάρει;»
«Και τους 30 μαζί;»
«Θα θέλει και αυτός λεωφορείο!»
«Αν χτυπήσει κάποιος;»
«Θα τον σηκώσουμε οι υπόλοιποι!»
«Νερό και σνακ να κρατάτε!»
«Να το πούμε και στους άλλους!»
«Ραντεβού εδώ μετά το σχολείο!»
Έτσι και έγινε. Έδωσαν πάλι τα χέρια. Ενημέρωσαν μυστικά τα υπόλοιπα παιδιά στην τάξη. Ετοίμασαν τα σακίδιά τους. Είπαν στους γονείς τους ότι θα βγουν για βόλτα. Μα δεν είπαν ακριβώς τι βόλτα.
Έτσι, εκείνο το μεσημέρι, 30 παιδιά ξεκίνησαν με τα πόδια από το χωριό τους και περπάτησαν 11 χιλιόμετρα μέχρι το νοσοκομείο στο κέντρο της πόλης. Στα χέρια κρατούσαν δώρα και ελπίδες, που όταν κουράζονταν τα έδιναν στους διπλανούς τους. Έτσι μοίραζαν το κουράγιο και το θάρρος τους. Γιατί είχαν μπόλικη αγάπη στην καρδιά που έφτανε και περίσσευε.
Έφτασαν στο νοσοκομείο, μετά από 3 ώρες και λίγα λεπτά, ακριβώς όπως το είχαν υπολογίσει. Κατάκοπα μα τρισευτυχισμένα. Είχαν περάσει μέσα από χωράφια και αυλές σπιτιών, δίπλα από μεγάλους δρόμους και άλλους πιο μικρούς και έξω από μαγαζιά και καταστήματα. Μίλησαν και χαιρέτισαν πολύ κόσμο που από περιέργεια και μόνο ρωτούσαν αυτό το τσούρμο παιδιών για πού το έβαλαν. Και όλα με μια φωνή έλεγαν «στον Κωνσταντίνο!».
Στο δωμάτιο μπήκαν όλα μαζί, με την υπόσχεση να είναι ήσυχα. Και αλήθεια ήταν πως ακόμα και το τραγούδι το είπανε ψιθυριστά για να μην ενοχλήσουν. Έσβησε ο Κωνσταντίνος 10 κεράκια πάνω στο κέικ που μετέφεραν οι 30 φίλοι του για 11 χιλιόμετρα, μόνο και μόνο για να δουν εκείνο το χαμόγελο στο πρόσωπό του. Γιατί είπαμε, τα παιδιά τα βλέπουν όλα όμορφα, ακόμα και μέσα σε ένα λευκό δωμάτιο με ένα παράθυρο μισάνοιχτο.
Το ηλιοβασίλεμα όμως που τύπωσε ξαφνικά μέσα, τα φόβισε. Δεν είχαν καταλάβει πώς πέρασε η ώρα. Με την συζήτηση και την παρέα, έχασαν την αίσθηση του χρόνου. Σίγουρα οι γονείς τους θα είχαν ανησυχήσει και θα τα έψαχναν. Και ήταν και η επιστροφή… Έπρεπε να γυρίσουν μέσα στο σκοτάδι. Και αυτό ήταν κάτι που δεν το είχαν σχεδιάσει.
30 δώρα, ευχές και αγκαλιές πήρε ο Κωνσταντίνος και αποχαιρέτισε τους φίλους του. Τους υποσχέθηκε πως λίγο ακόμα είχε μείνει και θα έβγαινε από εκεί μέσα. Και θα κρατούσε την υπόσχεσή του. Η μαμά του ευχαρίστησε τα παιδιά για το μεγάλο αυτό δώρο που έκαναν στον γιο της και φρόντισε από νωρίς να ειδοποιήσει κάποιους από τους γονείς για την επίσκεψη των παιδιών τους.
Τα παιδιά πάτησαν έξω από το νοσοκομείο και στάθηκαν να κοιτούν τον ατελείωτο δρόμο. Γιατί έτσι δεν μοιάζει κάποιες φορές η ζωή μπροστά μας; Έμειναν να αναρωτιούνται και να σκέφτονται πώς θα τα καταφέρουν να γυρίσουν πίσω.
Ξαφνικά, το σχολικό λεωφορείο φρέναρε μπροστά τους. Ο κύριος Δημήτρης, ο σχολικός οδηγός άνοιξε χαμογελαστός τις πόρτες και φώναξε στα παιδιά να μπουν μέσα.
«Σας έδωσαν τελικά το σχολικό;»
Πραγματικά δεν πίστευαν στην τύχη τους! Έκατσαν βιαστικά στις θέσεις τους ανακουφισμένα που θα γυρνούσαν πίσω γρήγορα και με ασφάλεια.
«Όχι! Αλλά την επόμενη φορά θα το σκεφτούν καλύτερα!»
Έτσι λοιπόν, κάποιες φορές ο δρόμος της ζωής μοιάζει πολύ μεγάλος και δύσκολος. Αλλά το θάρρος και η αγάπη πάντα νικάει τον φόβο και ο δρόμος θα σε βγάλει εκεί που πρέπει να πας.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές 👇👇👇
