Του Σαμ Σνάμπε
(Τεύχος Δεκεμβρίου, 1899, σελ. 9-10)
Ο άντρας είχε κουρνιάσει στο έδαφος. Το πλήθος κρατούσε πέτρες και μαχαίρια και λοστούς, και ήταν εξαγριωμένο με τον άντρα και τις αναίσχυντες πράξεις του. Γι’ αυτό και θα τον σκότωναν, μιας και οι άρχοντες δεν έκαναν τίποτα.
Χέρια υψώθηκαν. Πόδια έτρεξαν. Κραυγές ακούστηκαν.
Ο άντρας κόλλησε τα χέρια και τα γονατισμένα πόδια του στο σώμα του και περίμενε το τέλος.
Το οποίο δεν ήρθε.
Όλες οι προσπάθειες των επιτιθέμενων αποκρούστηκαν από μια αόρατη δύναμη. Δεν υπήρχε τίποτα εμφανές σαν εμπόδιο. Αλλά κάθε που πλησίαζαν σε απόσταση αναπνοής από τον άντρα, έτοιμοι να τον χτυπήσουν αλύπητα, κάτι τους έδιωχνε μακριά.
Δαίμονες, είπε κάποιος από το πλήθος. Ο άντρας αυτός διατάζει τους δαίμονες κι αυτοί τον προστατεύουν.
Οι άλλοι φοβήθηκαν και έκαναν πίσω.
Ο άντρας, όταν κατάλαβε πως δεν κινδύνευε, σηκώθηκε, χαμογέλασε και τους έβρισε. Έκανε άσεμνες κινήσεις προς αυτούς, ενώ είπε αδιανόητα πράγματα για τις κόρες και τους γιους των ανθρώπων εκείνων.
Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, ένα ον εμφανίστηκε τρία μέτρα μακριά από τον άντρα. Είχε φτερά και ήταν… ήταν πανέμορφο.
Κάποτε, όχι πια.
Τώρα καρφιά είχαν μπηχτεί σ’ όλο του το σώμα, δεν είχε μάτια, μύτη, στόμα, χέρια, πόδια, στήθος… Από παντού πάνω του έβγαινε ένα καθάριο άχρωμο υγρό. Το μεγαλύτερο καρφί εξείχε από την καρδιά του.
Το πλάσμα έπεσε στο έδαφος και ξεψύχησε.
Ο άντρας ήταν πλέον απροστάτευτος και το πλήθος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία.
Τάκης Κομνηνός
