Μια κλωστή χωρίζει τη λογική απ’ την τρέλα. Μια λεπτή, εύθραυστη κλωστή…
Ο Σάιμον έμεινε να κοιτάζει ανέκφραστος το σώμα που κείτονταν μπροστά στα πόδια του. Έβλεπε το πίσω μέρος του κεφαλιού, τα μακριά μαύρα μαλλιά να χύνονται στο γκριζωπό πλακάκι. Έβλεπε την πλάτη και το δεξί χέρι που ακουμπούσε απαλά πάνω στο πλαϊνό των γλουτών. Έβλεπε τα πόδια, σε άτσαλη στάση – το δεξί λυγισμένο μπροστά και το αριστερό ίσιο κι άκαμπτο στο πάτωμα. Κράτησε την ανάσα του, για να τσεκάρει αν το σώμα μπροστά του κουνιόταν έστω λίγο αναπνέοντας -σημάδι ζωής. Τίποτα…
Έκανε ένα δειλό βήμα προς το μέρος του κι έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. Μια μεγάλη, παχιά, κατακόκκινη γραμμή έρεε με αργούς ρυθμούς στα πλακάκια. Μια γραμμή που ξεκινούσε κάπου απ’ το κάτω μέρος του κεφαλιού. Του ακίνητου κεφαλιού. Του ακίνητου σώματος. “Όχι… όχι…”, ψέλλισε μόνο κι ακούμπησε με τρόμο την αριστερή του παλάμη στο μισάνοιχτο από τρόμο στόμα του.
Άκουσε ένα κρακ μέσα στο κεφάλι του. Πρέπει να ήταν εκείνη η κλωστή… εκείνη που χωρίζει τη λογική απ’ την τρέλα. Την άκουσε να σπάει μέσα στο μυαλό του, γνωστοποιώντας του χωρίς λέξεις, πως περνούσε στην αντίπερα όχθη. Και από εκεί, δεν υπάρχει επιστροφή.
Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το υπόλευκο, φθαρμένο σε σημεία, ταβάνι. Το παλιό, βαρύ φωτιστικό με τις λάμπες-κεράκια. Ο πατέρας του το είχε τοποθετήσει, σαν χτες το θυμόταν, ο ίδιος του είχε πάει τη σκάλα για ν’ ανέβει. Κι ήταν τόσο μικρός, που δεν μπορούσε να τη σηκώσει. Σέρνοντας την τοποθέτησε κάτω απ’ το σημείο που κρέμονταν τα καλώδια. Σαν να άκουσε δίπλα του το δυνατό, γάργαρο γέλιο της μάνας του. Γύρισε και κοίταξε τη φθαρμένη πολυθρόνα στα δεξιά του. Εκεί καθόταν και τον κοιτούσε να παλεύει να σπρώξει την μεγάλη για τα δεδομένα του σκάλα και γελούσε δυνατά. Κι όμως, η μαμά δεν ήταν εκεί. Η πολυθρόνα έχασκε άδεια μπροστά του.
Κατέβασε απότομα το βλέμμα στο ακίνητο σώμα μπροστά στα πόδια του. Η κατακόκκινη υγρή γραμμή είχε φτάσει μέχρι το γκρι χαλί, που τη ρουφούσε λαίμαργα. Αναρίγησε. Έγλειψε τα χείλη του αμήχανα. Τι είχε κάνει; Πώς είχε κάνει κάτι τέτοιο; Πώς το είχε μπορέσει; Τις σκέψεις αυτές διέκοψε ένας μεταλλικός ήχος. Ταράχτηκε και κοίταξε στο πάτωμα δεξιά του. Ένα μαχαίρι που είχε μόλις γλιστρήσει απ’ το δικό του χέρι. Ένα μαχαίρι με οδοντωτή λεπίδα, βαμμένο με κόκκινο χρώμα δίπλα στο δεξί του πόδι. Χρώμα… όχι, δεν ήταν χρώμα. Αίμα ήταν. Το αίμα εκείνης…
Σκούπισε με έντονες νευρικές κινήσεις τα χέρια του πάνω στο λευκό του t-shirt, αφήνοντας πάνω του ροζοκόκκινες γραμμές. Αίμα. Το αίμα εκείνης. Μα πώς… όχι, όχι, δεν ήταν δυνατόν!
Έκλεισε τα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα και τότε ήρθαν μπροστά του εικόνες, εικόνες που άρχισαν να εναλλάσσονται γρήγορα, φτιάχνοντας ένα φιλμ μικρού μήκους μέσα στο κεφάλι του. Ενός φιλμ, που εκείνος ήταν πρωταγωνιστής, μα όχι από εκείνους τους καλούς, που κυνηγούν το δίκιο και το σωστό και πάντα κερδίζουν. Από εκείνους τους άλλους, τους σκοτεινούς, τους αδίστακτους.
Η Έλεν καθόταν στον διθέσιο καναπέ. Φορούσε ένα μαύρο δερμάτινο κολάν κι ένα κολλητό κόκκινο πουκάμισο. Φορούσε μαύρες μπότες χωρίς τακούνι και πολλά ασημένια δαχτυλίδια στα μακριά, πανέμορφα δάχτυλά της. Τα νύχια της ήταν βαμμένα κατακόκκινα, όπως και τα χείλη της. Τα μαύρα μαλλιά της χύνονταν σαν καταρράκτης πάνω στους καλοσχηματισμένους ώμους της. Τον κοιτούσε προκλητικά και είχε αυτό το γνωστό μειδίαμα, αυτό που πάντα τον ερέθιζε και τον εκνεύριζε ταυτόχρονα. Κι εκείνος ήταν όρθιος μπροστά της. Της φώναζε. Της φώναζε πως δεν μπορεί να επιστρέφει κάθε φορά που εκείνος κάνει ένα βήμα να την ξεχάσει. Της φώναζε πως δεν έπρεπε να ξαναέρθει. Πως αφού δεν τον αγαπούσε, δεν είχε καμία δουλειά στο σπίτι του και στην καρδιά του. Της φώναζε να φύγει, πως του είχε καταστρέψει τη ζωή, πως του έχει ρημάξει την ψυχή. Τα μάτια του ήταν υγρά και στο μέτωπό του χτυπούσε έντονα μια φλέβα, σημάδι πως ήταν φανερά εκνευρισμένος. Κι εκείνη εκεί, αμίλητη, με το μειδίαμα στα χείλη, να τον κοιτάζει περιπαικτικά. Και τότε ένα μαχαίρι βγήκε απ’ τη δεξιά τσέπη του τζιν του. Το χέρι του το κρατούσε σταθερά, αποφασισμένα. Της φώναξε για τελευταία φορά να φύγει, μα εκείνη αντί να τον ακούσει, άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά απ’ το κόκκινό της πουκάμισο, κοιτώντας τον προκλητικά στα μάτια. Είδε τη γραμμή που ένωνε τα πλούσια στήθη της, αυτά που κάποτε πάνω τους ταξίδευε τα δάχτυλα και τα χείλη του. Και μετά μια υποψία δαντέλας του μαύρου σουτιέν της. Όχι! Έπρεπε να σταματήσει εδώ!
Θόλωσε το μυαλό του, ούτε κατάλαβε πώς το έκανε… Σταμάτησε μόνο όταν ένιωσε πως η Έλεν δεν αντιδρούσε πια. Όταν… όχι, όχι, δεν μπορεί να ήταν νεκρή! Όχι!
Έκανε ένα γύρο απ’ το σώμα της με αργά, προσεχτικά βήματα και κοίταξε το ακίνητο πρόσωπό της. Τα ανοιχτά, μεγάλα, καστανά της μάτια. Τα υπέροχα, σαρκώδη, κατακόκκινα χείλη της. Το πλούσιο στήθος της που εξείχε πια απ’ τα ανοιχτά κουμπιά του πουκαμίσου της. Ακούμπησε τα δύο του δάχτυλα στο λαιμό της. Δεν υπήρχε σφυγμός. Γονάτισε μπροστά της και πλησίασε το αυτί του στο στόμα της. Καμία ένδειξη ανάσας. Δεν υπήρχε αμφιβολία, η Έλεν ήταν νεκρή. Και ήταν εκείνος που την είχε σκοτώσει…
Μια κλωστή χωρίζει τη λογική απ’ την τρέλα. Μια λεπτή, εύθραυστη κλωστή… Άκουσε ξανά ένα κρακ μέσα στο κεφάλι του. Όχι, έπρεπε να κρατηθεί λίγο ακόμη, να μην ταξιδέψει στην απέναντι πλευρά. Έπρεπε να τρέξει, να προλάβει. Έπρεπε να πει τι έκανε και να τιμωρηθεί σκληρά γι’ αυτό, όσο ακόμη μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Πριν τον κυριέψει τελείως η τρέλα και χαθεί στη δίνη της. Έπρεπε να πληρώσει όσο ακόμη μπορούσε να πονέσει.
Έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στην Έλεν κι άρχισε να τρέχει. Βγήκε απ’ το ισόγειο διαμέρισμα κι άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Οι περαστικοί τον κοιτούσαν παραξενεμένοι. Να ήταν η ματωμένη του μπλούζα ή το ύφος του τρελού που τους έκανε εντύπωση; Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί, έπρεπε να προλάβει, να φτάσει στο τμήμα και να ομολογήσει την πράξη του. Πριν η τρέλα τον κυριεύσει εντελώς. Έπρεπε να είναι πιο γρήγορος από εκείνη.
Ο φρουρός στην πύλη, έδειχνε να μην καταλαβαίνει τι του έλεγε ο Σάιμον. Ένας ακόμη αστυνομικός τον πλησίασε και κατάφεραν να τον ανεβάσουν στον πρώτο όροφο, στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας. Του πρόσφεραν ένα ποτήρι με νερό, το οποίο εκείνος ήπιε μονορούφι. Πήρε μια βαθιά ανάσα, κοίταξε τον αξιωματικό στα μάτια και είπε μόνο “Την σkόtwσa…”. Μετά, δε θυμόταν πολλά. Κάτι τον ρωτούσαν, κάτι τους απαντούσε. Εκείνοι επέμεναν εκνευρισμένοι κι εκείνος με χαμένο βλέμμα προσπαθούσε να κρατήσει το μυαλό του συγκεντρωμένο σ’ αυτά που του έλεγαν. Δεν το κατάφερνε κάθε φορά. “Τα κλειδιά…”, του φάνηκε πως του είπαν. Έβγαλε απ’ την αριστερή τσέπη του τζιν του ένα μπρελόκ σε σχήμα γάτας, μαύρη με γκρίζα στρασάκια, εκείνη του το είχε πάρει δώρο χρόνια πριν. Έτεινε με τρεμάμενο χέρι τα κλειδιά σ’ έναν αστυνομικό. “Με προσοχή τα στοιχεία…”, είπε ο αξιωματικός στον άντρα που πήρε τα κλειδιά και με γρήγορο βήμα βγήκε απ’ το γραφείο.
Ο Σάιμον σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον αξιωματικό. “Μπορώ να καπνίσω;”, ρώτησε δειλά κι εκείνος του έτεινε ένα μισοάδειο πακέτο με τσιγάρα που είχε μπροστά του. Του άναψε το τσιγάρο, κοιτώντας τον εξεταστικά στα μάτια κι αμέσως μετά άναψε κι εκείνος ένα.
Ο Σάιμον πήρε μια βαθιά ρουφηξιά και είπε: “Της το είχα πει… εκείνη μου είπε ότι πρέπει να την σκοτώσω…”.
Ο αξιωματικός παρέμεινε ψύχραιμος. “Ποια σου είπε να την σκοτώσεις;”, ρώτησε ατάραχα.
“Η γιατρός… η Λίζα… Λίζα Στέισον”.
“Τι γιατρός…”.
“Η ψυχίατρός μου, η Λίζα”, τον διέκοψε ο Σάιμον.
Ο αξιωματικός κοίταξε τον αστυνομικό που στεκόταν όρθιος δίπλα του. “Έχεις το τηλέφωνό της;”, ρώτησε απαλά.
Ο Σάιμον έγνεψε ναι και ζήτησε στυλό. Έγραψε σ’ ένα χαρτάκι το νούμερο και το έσπρωξε προς το μέρος του αξιωματικού. Εκείνος δεν είπε λέξη, το κοίταξε και το έδωσε στον άλλο αστυνομικό που βγήκε από το γραφείο.
Λίγες στιγμές σιωπής. Ένα κρακ ακούστηκε πάλι μέσα στο κεφάλι του Σάιμον. Ο αξιωματικός κάτι τον ρωτούσε, αν παίρνει θεραπεία, αν χρειάζεται κάτι… εκείνος όμως δεν απαντούσε, απλώς κοιτούσε τον τοίχο μπροστά του.
Τον μετέφεραν σ’ ένα άλλο γραφείο. Άδειο από έπιπλα. Μόνο ένας ξύλινος πάγκος καρφωμένος στον τοίχο. Του είπαν να καθίσει εκεί και να περιμένει. Κουλούριασε το σώμα του στη γωνία κι έκλεισε τα μάτια. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να διώξει απ’ το μυαλό του το μειδίαμα και το προκλητικό βλέμμα της Έλεν όπως τον κοιτούσε καθισμένη στην πολυθρόνα, την απόγνωση στη φωνή του όσο προσπαθούσε να τη διώξει. Προσπαθούσε να διώξει απ’ το μυαλό του την ακίνητη μορφή της στο πάτωμα.
Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει απ’ τη στιγμή που τον μετέφεραν εκεί, μέχρι τη στιγμή που είδε την πόρτα ν’ ανοίγει. Η γνώριμη μορφή της Λίζας, της γιατρού του, στεκόταν στο κάσωμα και τον κοιτούσε. “Τους το είπες; Τους είπες πως εσύ μ’ έβαλες να το κάνω;”, ρώτησε μ’ αγωνία και σηκώθηκε απ’ τον ξύλινο πάγκο. “Ναι, ησύχασε… όλα είναι καλά τώρα…”, του είπε με γαλήνια φωνή και προχώρησε προς το μέρος του. Στάθηκε μπροστά του κι άρχισε να του μιλάει χαμηλόφωνα, την ώρα που δυο αστυνομικοί στέκονταν μπροστά στην πόρτα έτοιμοι να παρέμβουν σε περίπτωση που ο Σάιμον έκανε κάποια επιθετική κίνηση. Δεν άκουγαν τι του έλεγε η γιατρός, έβλεπαν μόνο το πρόσωπο του Σάιμον να ραγίζει σιγά σιγά και δάκρυα να κυλούν απ’ τα μάτια του. Στο τέλος, η γιατρός έβγαλε κάτι απ’ την τσέπη της και το έδωσε στο Σάιμον, μαζί μ’ ένα μπουκαλάκι νερό που κρατούσε. Εκείνος την κοίταξε βαθιά στα μάτια, ακούμπησε στη γλώσσα του το χάπι που του είχε δώσει και ήπιε δυο μεγάλες γουλιές νερό. Και μετά έπεσε στην αγκαλιά της κλαίγοντας.
Όταν έφτασε η στιγμή που ο Σάιμον επέστρεψε στο σπίτι του, στο πατρικό του σπίτι, αυτό στο οποίο ζούσε μόνος την τελευταία εικοσαετία, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στο σαλόνι. Εκεί που είχε δει την Έλεν να κάθεται στο διθέσιο καναπέ, κοιτώντας τον προκλητικά. Εκεί που της φώναζε να φύγει, όσο εκείνη του αποκάλυπτε κομμάτια από τη σάρκα της, μιας σάρκας που είχε λατρέψει περισσότερο κι απ’ τη ζωή του. Εκεί που την είδε να κείτεται πάνω στο φθαρμένο γκριζωπό πλακάκι. Εκεί που νόμιζε πως είχαν γίνει όλα. Εκεί που δεν είχε γίνει απολύτως τίποτα.
Οι αστυνομικοί που είχαν μπει στο σπίτι μετά την ομολογία του, δεν βρήκαν ούτε θύμα, ούτε όργανο εγκλήματος. Βρήκαν ένα τακτικά συμμαζεμένο σαλόνι κι ένα πεντακάθαρο πάτωμα. Ίχνος της γυναίκας που ο Σάιμον ορκιζόταν πως είχε σκοτώσει. Και μετά, με το τηλεφώνημα στη δρ Λίζα Στέισον, την ειδικευμένη ψυχίατρο, όλα τα κομμάτια του παζλ μπήκαν στη θέση τους. Η γιατρός τους ενημέρωσε πως ο Σάιμον έπασχε από ψυχολογικές δυσλειτουργίες που σχετίζονταν με τραυματική απώλεια, αλλά δεν ήταν επικίνδυνος. Ο Σάιμον, είχε κρατήσει το μυαλό και την καρδιά του κολλημένα στην πρώτη του αγάπη, που τον είχε εγκαταλείψει πριν σχεδόν είκοσι χρόνια. Μια εγκατάλειψη, που δεν είχε καταφέρει ακόμη να ξεπεράσει. Η γιατρός τον παρακολουθούσε στενά το τελευταίο διάστημα και εκείνη ήταν που του είχε πει “να σkotώσeι την Έλεν μέσα του”, ώστε να μπορέσει να κάνει ένα βήμα στη θεραπεία του. Δεν υπήρχε έγκλημα, δεν υπήρχε φόνος, δεν υπήρχε νεκρή. Υπήρχε μόνο μια ψυχή που υπέφερε και προσπαθούσε να βρει το δρόμο της, πριν την καταπιεί η τρέλα.
Ο Σάιμον, έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, κλεισμένος στο ισόγειο, πατρικό του σπίτι, αγκαλιά με τις αναμνήσεις και τον ασίγαστο έρωτά του για την Έλεν. Έναν έρωτα, που ποτέ δεν κατάφερε να καταλάβει πως ήταν μια άρρωστη εμμονή, που τον κρατούσε μακριά απ’ τη ζωή. Δεν την είχε όντως σkotwσει εκείνη τη μέρα, όπως δεν κατάφερε και ποτέ να τη σκοtώσei μέσα του. Κατάφερε όμως και σkότwσe το μυαλό και τη λογική του. Κατάφερε και σkότωσe τη ζωή που θα μπορούσε να είχε ζήσει, αν…
Μια κλωστή χωρίζει τη λογική απ’ την τρέλα. Μια κλωστή χωρίζει την τρέλα απ’ τον έρωτα. Μια λεπτή, εύθραυστη κλωστή…
Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα.
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές 👇👇👇
