Σκήπτρο, βραχιόλι και τριαντάφυλλο

Η Χριστίνα αγαπούσε τον καπετάνιο Μπένσον; Δεν ήταν σίγουρη για το τι αισθήματα θα έπρεπε να έχει για έναν πειρατή. Αλλά κάτι στα ενδόμυχα της ψυχής της σκιρτούσε όταν ήταν κοντά του. Κάτι όμορφο που δεν είχε νιώσει ποτέ της. Ακόμα και τώρα που το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί και το σώμα του θύμιζε σκιά του πρότερου εαυτού του, η Χριστίνα ομολογούσε πως ένιωθε έλξη για αυτόν.

Αλλά πρώτα θα πρέπει να βρω τους γονείς μου. Και όσους σκότωσε ο Ντέβιλσον, ο πρώην ιερέας Ρον Τρίτιον.

Κι εκείνος; Μπορεί να ένιωθε κάτι για μια βασίλισσα; Ο Μπένσον ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Την έβλεπε τώρα να στέκεται στην πλώρη της σκούνας του, της Μπελ, κρατώντας το μαγικό της σκήπτρο, και σκεφτόταν πόσες φορές είχε προσπαθήσει να την προσεγγίσει, αλλά με λάθος τρόπο. Χαμογέλασε. Ειδικά την πρώτη φορά, είχαν έρθει ακόμα και αντιμέτωποι, εκείνος θέλοντας να κουρσέψει ένα μεγάλο πλοίο και εκείνη να τον εμποδίσει. Λίγο έλειψε να αλληλοσκοτωθούν τότε.

Και τώρα πάμε να σταματήσουμε μια μάγισσα, είπε μέσα του. Ασυναίσθητα σήκωσε το αριστερό του χέρι και άγγιξε το δυσμενώς χαρακωμένο του πρόσωπο. Οι πληγές δεν είχαν γίνει από μάχες, αλλά από εκείνη. Από τη Λεπρένς.

«Καπετάνιο».
Κοίταξε την νεκροκεφαλή.
«Πλησιάζουμε στο Νησί των Δαιμόνων, καπετάνιο».

Ο Μπένσον άκουσε τα σύννεφα να σκληρίζουν. Η θάλασσα έμοιαζε με τεράστιο υγρό τάφο. Στον αέρα υπήρχε η μυρωδιά πτωμάτων, ενώ δεν κυκλοφορούσαν γλάροι. Οι ναύτες του Μπένσον στράφηκαν προς το Νησί και οι συνομιλίες τους σταμάτησαν.
Πλησίασε στην πλώρη. Στάθηκε δίπλα στην Χριστίνα. Είδε το πανύψηλο βουνό σε σχήμα κρανίου με κέρατα. Έψαχνε για χρόνια την μάγισσα που του έδωσε το βραχιόλι, το οποίο του απομυζούσε την ύπαρξη και τον πήρε μακριά από τους γονείς του. Ο Μπένσον είχε νομίσει τότε, σαν παιδάκι που ήταν, πως ζούσε ένα όνειρο, αλλά μόνο στην αρχή ήταν ωραία. Το βραχιόλι, που δεν είχε καταφέρει να το αφαιρέσει, τον αποδυνάμωνε. Η νεκροκεφαλή τού κρατούσε συντροφιά, μαζί με το ρούμι. Και έμοιαζε όντως να είναι με το μέρος του, αλλά ο Μπένσον δεν ήταν σίγουρος και κρατούσε τις περισσότερες σκέψεις του για τον εαυτό του.

Η Χριστίνα τον κοίταξε για μια στιγμή. Μετά στράφηκε ξανά προς το Νησί. Το πλοίο σκαμπανέβαζε τόπους-τόπους, σε έναν αχαρτογράφητο ωκεανό, όπου το σκήπτρο τούς είχε οδηγήσει. Η Χριστίνα ήθελε να σώσει τους δικούς της και ο Μπένσον είχε το μέσο και τους στρατιώτες. Έπρεπε να συνεργαστούν.
«Μπορεί να πεθάνουμε», είπε ο Μπένσον.
«Το ξέρω».
«Δεν θέλω να πεθάνω».
«Ούτε εγώ».

Ο Μπένσον ένευσε. Είδε την νεκροκεφαλή στο χέρι του να δείχνει προς το μέρος του. Προς την καρδιά του. Έπιασε από το εσωτερικό του μανδύα του το φλασκί. Το πρόσφερε στην Χριστίνα.
Εκείνη το κοίταξε. «Πρέπει να έχουμε καθαρό μυαλό», είπε. «Ίσως αργότερα», του χαμογέλασε.
Ο Μπένσον το σκέφτηκε. Ποτέ δεν πήγαινε σε μάχη χωρίς να πιει ρούμι.

«Καπετάνιο, δείξε υπομονή», ψιθύρισε η νεκροκεφαλή. «Υπομονή και θέληση οδηγούν τους ναυτικούς από γεννησιμιού τους».

Ο Μπένσον αναστέναξε και ξανάβαλε το φλασκί στη θέση του. «Πάντως, αν είναι να πεθάνω, το προτιμώ έτσι».
«Πώς έτσι;»
«Με σένα».

Η Μπελ εισήλθε στο ακρωτήρι του Νησιού, τη στιγμή που άρχισε να βρέχει. Τα μάτια της νεκροκεφαλής στο βραχιόλι έλαμψαν δυσοίωνα. Και, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν, ο Μπένσον αποδυναμώθηκε κι άλλο. Όμως, το απέκρυψε με επιτυχία.

Η σκούνα προσάραξε γύρω στα εκατό μέτρα μακριά από την ακτή. Επτά βάρκες έπεσαν στο νερό και έφτασαν στη στεριά λίγα λεπτά μετά. Οι ναύτες όπλισαν τα μουσκέτα και τις πιστόλες τους, ενώ ο καπετάνιος με τη βασίλισσα τούς οδηγούσαν προς το βουνό, με το σκήπτρο να φέγγει και να τους αποκαλύπτει την πλάση γύρω τους.

Η εξερεύνηση του Νησιού διακόπηκε τρεις φορές. Από όντα που έμοιαζαν με λύκους. Τα όπλα εκπυρσοκρότησαν ξανά και ξανά. Η Χριστίνα ευχόταν να είχε φέρει κι εκείνη στρατιώτες, αλλά ο Ντέβιλσον δεν είχε αφήσει κανέναν, παρά μόνο όσους είχαν υποταχθεί σε αυτόν, αναγκάζοντας την μεταγενέστερη βασίλισσα να τους αντιμετωπίσει, σκοτώνοντάς τους.

Τρεις άντρες πέθαναν και άλλοι δύο τραυματίστηκαν, κατά τις συμπλοκές με τα τέρατα. Έμεναν ακόμα δεκατέσσερις ετοιμοπόλεμοι άντρες, η Χριστίνα και ο Μπένσον. Όμως, εκείνη κατάλαβε πως ο καπετάνιος δεν ήταν καλά.
«Μείνε στα μετόπισθεν», τον παρότρυνε.
«Όχι. Θέλω πολύ να τη βρω. Δεν υπάρχει περίπτωση να με εμποδίσει τούτο το βραχιόλι».
Η Χριστίνα δεν το συνέχισε.

Όταν έφτασαν στη σπηλιά, ο Μπένσον είδε και αναγνώρισε την μάγισσα Λεπρένς, την ίδια γυναίκα που του είχε πουλήσει το βραχιόλι. Τώρα φορούσε έναν μαύρο μανδύα, κι όχι παντελόνι με μπλούζα, ενώ στα χέρια της κρατούσε ένα μαραμένο τριαντάφυλλο. Αλλά είχε το ίδιο βλέμμα.

«Νεαρέ Μπένσον», φώναξε. «Βλέπω πως φοράς ακόμα το μοναδικό δώρο που σου έκαναν οι γονείς σου». Κοίταξε την Χριστίνα. «Και εσύ…» Ύψωσε το τριαντάφυλλο. «Εσύ εξαφάνισες τον αγαπημένο μου Ρον Τρίτιον».
«Ο Τρίτιον έχασε τον προσανατολισμό του, Λεπρένς», είπε η Χριστίνα. «Σκότωσε τους γονείς μου και πολλούς άλλους».
«Καπετάνιο».

Ο Μπένσον κοίταξε τη νεκροκεφαλή.
«Είναι πολύ επικίνδυνα εδώ, καπετάνιο. Αλλά υπάρχει καλύτερη μοίρα από το θάνατο εδώ».
«Ναύτες», φώναξε ο Μπένσον. «Ετοιμαστείτε».

Από το δάσος πίσω τους εμφανίστηκαν κι άλλοι λύκοι, ενώ δίπλα στην Λεπρένς ήρθε ένας ανθρωπόμορφος δαίμονας με καφετί τρίχωμα και γαμψά νύχια.
«Γκαστόν», είπε η Λεπρένς, «σκότωσέ τους».

Η μάχη που ακολούθησε διήρκησε λιγότερο απ’ ό,τι ένιωσαν οι πειρατές και η βασίλισσα. Οι ναύτες ανέλαβαν τους λύκους και ο Μπένσον με τη Χριστίνα τον Γκαστόν. Ο δαίμονας άντεχε τις χαρακιές του σπαθιού του Μπένσον, αλλά και τα ξόρκια της Χριστίνας, ενώ παράλληλα τους ανταπέδιδε και τους τραυμάτιζε.
Κάποια στιγμή, ο Γκαστόν έριξε κάτω τους δυο τους.
Η Λεπρένς γέλασε.
Ο Μπένσον την είδε που χάιδευε το τριαντάφυλλο και άκουσε τη νεκροκεφαλή να λέει: «Η αγάπη είναι για τον άνθρωπο ό,τι το νερό για τα ζωντανά του βυθού. Η πνοή που χρειάζονται για να ζήσουν».
Είχε έρθει για να τη σκοτώσει, αλλά… ίσως… ίσως…
Είπε στη Χριστίνα τι πίστευε ότι έπρεπε να γίνει και εκείνη συμφώνησε.

Ο Γκαστόν είδε τη βασίλισσα να έρχεται κατά πάνω του, τη στιγμή που ο Μπένσον διέφευγε προς την Λεπρένς. Εκείνη έκανε πίσω, αλλά ο καπετάνιος την έπιασε και έσφιξε τα χέρια της γύρω από το τριαντάφυλλο.
Της χαμογέλασε, όσο μπορούσε.

Και τότε το σκήπτρο και τα μάτια της νεκροκεφαλής έλαμψαν. Η Λεπρένς είδε τα πέταλα του τριαντάφυλλου να αποκτούν ξανά το πορφυρό τους χρώμα. Η Λεπρένς άρχισε να νιώθει γαλήνια μέσα της, ενώ ο Γκαστόν πίσω της και οι λύκοι μεταμορφώνονταν και έπαιρναν ξανά την πρότερη ανθρώπινη υπόστασή τους, με τους νεκρούς και τραυματισμένους ναύτες να αποκτούν κι αυτοί την ζωτικότητα που είχαν χάσει.

Όταν έσβησε η λάμψη, όλοι βρίσκονταν στην Μπελ, η οποία είχε προσαράξει στην ακτή του βασιλείου που κυβερνούσε η Χριστίνα. Μια χαρμόσυνη τελετή διεξαγόταν στο πλοίο. Ο Ντέβιλσον ήταν ξανά ο ιερέας Ρον Τρίτιον, η Λεπρένς η καλοκάγαθη γυναίκα του και ο Γκαστόν ήταν ο βοηθός του Τρίτιον. Οι γονείς της Χριστίνας την αγκάλιαζαν και ο Μπένσον, όμορφος όπως παλιά, περίμενε λίγο πιο πίσω, κρατώντας το φλασκί στα χέρια του και ακούγοντας τις φιλοσοφίες του βραχιολιού του.
Ώσπου η Χριστίνα τον πλησίασε και ύψωσε το ποτήρι και εκείνος το γέμισε με ρούμι.
Ήπιαν, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.

Φιλήθηκαν στιγμές αργότερα και ο καπετάνιος έπρεπε να συμφωνήσει πως η υπομονή άξιζε.

Ο Μπένσον σκέφτηκε πως θα έπρεπε να αναζητήσει στους δικούς του. Χαμογέλασε. Θα το έκανε. Με τη Χριστίνα του.

Τάκης Κομνηνός

—————————————————————————
Σημείωση: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.
Η ιστορία είναι crossover από δύο παλιότερες ιστορίες μου [«Το βραχιόλι του πειρατή» (https://thebluez.gr/to-vrachioli-tou-peirati/) και «Η Χριστίνα και το σκήπτρο» (https://thebluez.gr/—-/)]. Την εμπνεύστηκα από το τραγούδι «It’s not over» (https://www.youtube.com/watch?v=XgqrqY3LUcQ&fbclid=IwAR2wjnzPis_dAjvB-VRGmRIvohMmRpu4UxZtGNxvsncAIrOwYSK2lM3702I), που μου είχε ανατεθεί παλιότερα. [Από την ίδια ανάθεση είχε προκύψει και το «Αλέν και Λεανόρ» (https://thebluez.gr/2019/06/07/–/).] Το παρόν κείμενο δημοσιεύεται όπως το είχα γράψει τότε (3/6/19) και είναι αυτοτελές.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading