«Μη μιλάς, Λίζα! Θα παίξουμε ένα παιχνίδι!»
«Τι παιχνίδι, Μάρκο;»
«Θα έχει πλάκα! Δεν πρέπει όμως να σε ακούσει κανείς»
«Όχι! Δεν θέλω να μείνω στο υπόγειο!»
«Κάνε ησυχία!»
«Δεν θέλω σου λέω! Φοβάμαι το σκοτάδι!»
«Λίζα! Θα μείνεις εδώ! Κάνε αυτό που σου λέω!»
«Μα, δεν θέλω! Τι παιχνίδι είναι αυτό;»
«Κρυφτό. Θα παίξουμε κρυφτό. Θα μείνεις εδώ και θα κάνεις πολλή ησυχία. Μετά από λίγη ώρα θα έχει τελειώσει»
«Όχι! Φοβάμαι σου λέω μόνη μου! Γιατί δεν με ακούς; Μάρκο! Πού πας; Όχι! Μην με κλειδώσεις εδώ μέσα!»
Η Λίζα έπεσε στα γόνατα και κοκάλωσε. Δεν μπορούσε να δει τίποτα μέσα στο σκοτάδι. Το υπόγειο του σπιτιού δεν είχε φως. Φοβόταν να κουνήσει μην αγγίξει τίποτα που δεν γνώριζε. Άκουσε τον Μάρκο να της ψιθυρίζει κάτι. Κόλλησε το αυτί της στην πόρτα για να καταφέρει να τον ακούσει. Μια δυο λέξεις της είπε ακόμα και έφυγε. Τότε έβαλε τα κλάματα όσο πιο πνιγμένα μπορούσε για να κάνει ησυχία όπως της είχε πει.
Η μικρή ήταν τότε πέντε ετών. Η μαμά της δούλευε τα βράδια και την άφηνε με τον Μάρκο να την προσέχει. Πατέρα δεν γνώρισε ποτέ και δεν ήξερε πώς είναι να έχεις μπαμπά. Η μόνη αντρική φιγούρα στην ζωή της ήταν ο Μάρκος. Από μικρή έμαθε μια σκληρή αλήθεια για την ζωή. Υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάνε μόνο τον εαυτό τους. Έτσι ήταν ο μπαμπάς της. Ένας άνθρωπος που επέλεξε να μην γνωρίσει ποτέ την κόρη του. Τους λόγους δεν τους έμαθε, η μαμά της δεν μπήκε στην διαδικασία να της εξηγήσει. Κάποια πράγματα δεν έχουν λογική. Δεν έχουν νόημα. Σημασία είχε ο δρόμος που ήταν μπροστά τους κ έπρεπε πάση θυσία να μείνουν όρθιες και να τον περπατήσουν χέρι χέρι.
Ξαφνικά άκουσε φασαρία. Με τα χέρια ψηλάφισε την πόρτα και έπιασε το χερούλι. Έσυρε το δάχτυλο ως την κλειδαρότρυπα και έβαλε εκεί το αυτί της. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι άκουγε. Ήταν η φωνή του Μάρκου και ενός άλλου άντρα. Φώναζε ο ένας στον άλλον. Δεν τον είχε ξανακούσει, δεν ήξερε ποιος ήταν.
Κάτι έσπασε. Ο ήχος ήταν πολύ δυνατός και την τρόμαξε. Φαντάστηκε ότι ήταν εκείνο το βάζο με τα λουλούδια στο τραπέζι δίπλα στην εξώπορτα. Άλλος ένας θόρυβος ακούστηκε πιο κοντά της αυτή τη φορά. Σκέφτηκε ότι ήταν ο πίνακας έξω από το δωμάτιό της. Λίγα μέτρα μακριά της. Είχαν πλησιάσει.
Μία κραυγή της έκοψε την ανάσα. Ήταν ο Μάρκος. Πονούσε. Ούρλιαζε. Η Λίζα έβαλε τα χέρια και έκλεισε τα αυτιά της. Δεν άντεχε να ακούει. Ήθελε να τελειώσει. Να βγει από εκεί μέσα. Δεν της άρεσε αυτό το παιχνίδι. Ήθελε να σταματήσει ο Μάρκος να ουρλιάζει.
Ξαφνικά ησυχία. Δεν ακουγόταν τίποτα πια. Η μικρή είχε μείνει κολλημένη πάνω στην πόρτα. Περίμενε. Πριν φύγει της είπε μια δυο λέξεις ακόμα.
«Να προσέχεις την μαμά! Σε αγαπώ, Λίζα!»
Η πόρτα άνοιξε. Το φως την τύφλωσε. Δύο αστυνομικοί την σήκωσαν στα χέρια τους. Πέρασαν έξω από το δωμάτιό της. Ήταν όντως ο πίνακας. Έφτασαν στην εξώπορτα. Προσπάθησαν να της κλείσουν τα μάτια. Ήταν όντως το βάζο με τα λουλούδια.
«Μαμά!», φώναξε δυνατά μα οι αστυνομικοί την έβγαλαν γρήγορα έξω από το σπίτι.
Φώτα και σειρήνες. Είδε έναν άντρα με χειροπέδες να μπαίνει σε ένα από τα αυτοκίνητα. Την κοίταξε. Είχαν τα ίδια μάτια.
Μέχρι έξω ακούγονταν τα ουρλιαχτά της μάνας της. Λες και της ξερίζωναν την καρδιά. Κρατούσε στα χέρια της τον δεκαπεντάχρονο γιο της και το αίμα του. Αυτό το αγόρι που της είχε δώσει το θάρρος να διώξει εκείνον τον άντρα από την ζωή τους. Αυτό το αγόρι που τα είχε δει όλα. Κάθε φορά την αγκάλιαζε και σκούπιζε τα δάκρυά της. Της έλεγε πως θα τα καταφέρει. Της έλεγε να το κάνει για την Λίζα. Να μην περάσει όσα πέρασαν οι δυο τους. Για τα παιδιά της το έκανε αυτή η μάνα. Γιατί αυτά αγαπούσε περισσότερο από τον εαυτό της. Και ήταν ακόμα στην κοιλιά της η Λίζα όταν πήρε την απόφαση. Και πίστευε ότι ήταν γενναία. Μα δεν ήξερε τι θα πει γενναία καρδιά, μέχρι που κράτησε στα χέρια της την καρδιά του γιου της.
«Δεν τον άφησα να στην πάρει. Τελείωσε, μαμά»
CC
