Είναι μάλλον της μόδας τελευταία, να φροντίζουμε να αποδίδουμε κάθε λάθος, κάθε παραστράτημά μας, στα παιδικά μας χρόνια, στις βαθιές (;) πληγές που μας γέμισαν οι γονείς μας.
“Πηγαίναμε στο σούπερ μάρκετ και δεν με άφηναν να αγοράσω γλυκά, γιατί τα χρήματά τους, λέει, ήταν μετρημένα. Κι όλη αυτή η στέρηση με οδήγησε στο σημείο που είμαι σήμερα”.
“Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν μικρός. Θυμάμαι όλη την παιδική μου ηλικία, ανάμεσα σε δύο σπίτια. Καμία σταθερότητα. Νομίζω ήταν αναπόφευκτο να γίνω ό,τι έγινα”.
“Ο πατέρας μου ταξίδευε συχνά για τη δουλειά. Μπορεί να έλειπε και βδομάδες ολόκληρες! Αυτή η απουσία μου στοίχισε ακριβά. Κι η μάνα μου… ανεπαρκής σε κάθε επίπεδο. Δεν ένιωσα σιγουριά κι ασφάλεια και το αποτέλεσμα… να κάνω ασταμάτητες λάθος επιλογές”.
Τα σκέφτηκα πολλές φορές όλα αυτά και μάλλον είναι ένας “εξαιρετικός” τρόπος να ησυχάσουμε τη συνείδησή μας, να μεταβιβάσουμε την ευθύνη κι εντέλει να βγούμε και θύματα σε καταστάσεις που ενδεχομένως να δημιουργήσαμε οι ίδιοι.
Μετατόπιση ευθύνης – εξαιρετικό μαξιλαράκι συνείδησης, εξαιρετικό άλλοθι για τους γύρω μας, αλλά κατά βάση για τον εαυτό μας. Μόνο που η μετατόπιση ευθύνης, δεν βοηθάει στη λύση του προβλήματος και δεν είναι λίγες οι φορές που γελούσα από μέσα μου, μπροστά σε ακόμη ένα “θύμα γονέων”, που κατάντησε εθισμένος σε ουσίες, δυστυχισμένος από συνεχείς λάθος επιλογές συντρόφων και το κυριότερο… κακόψυχος άνθρωπος. (Ναι, ναι, και γι’ αυτό φταίγαν οι γονείς του, που ήταν παρεμβατικοί και δεν τον άφηναν να κάνει τις επιλογές του, ακόμη και σε μεγαλύτερη ηλικία). Φίλε, ήσουν ενήλικος, εργαζόμενος, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μένεις στο πατρικό σου στα τριάντα σου, εφόσον αντιλαμβανόσουν πόσο κακό σου κάνουν, έτσι δεν είναι; Όχι, δεν το είπα, ήθελα πολύ να το πω, αλλά το κατάπια κι αυτό, όπως τόσα. Γιατί το να λες την άποψή σου, δεν εκτιμάται πάντα και μπορεί να σε φέρει αντιμέτωπο με πολλούς. Και πια, στην ηλικία που είχα φτάσει, δεν με ένοιαζε να έχω δίκιο, μου αρκούσε να έχω την ησυχία μου.
Ναι, ξέρω τι θα μου πεις… είναι αποδεδειγμένο επιστημονικά πως η παιδική ηλικία, ορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό το τι θα γίνουμε μεγαλώνοντας. Δεν θα το αμφισβητήσω, αφενός γιατί δεν έχω τις γνώσεις, αφετέρου γιατί όντως υπάρχουν περιπτώσεις που αυτά που βιώνεις μικρός, σε τσαλακώνουν τόσο, ώστε να είναι αδύνατον να “ισιώσεις” μεγαλώνοντας. Σίγουρα όμως σ’ αυτά δεν συγκαταλέγεται το ότι οι γονείς σου δεν είχαν λεφτά να σου παίρνουν κάθε μέρα γαριδάκια απ’ το περίπτερο… Και δέχομαι τις επιστημονικές απόψεις, απλώς αναρωτιέμαι μέχρι ποιου βαθμού μπορούν όλα να αποδίδονται στους γονείς μας κι από ποιο σημείο και μετά αρχίζει να μετράει το δικό μας μερίδιο ευθύνης.
Μεγάλωσα σε μια μικροαστική, βαρετή ενδεχομένως, οικογένεια. Ένας μπαμπάς δημόσιος υπάλληλος, μια μάνα πωλήτρια ρούχων, η κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερη αδερφή μου κι εγώ. Σε ένα απλό, κοινό σπίτι. Σε μια απλή, κοινή γειτονιά. Ο πατέρας στις τρεις το μεσημέρι ήταν στο σπίτι. Η μάνα μου επέστρεφε στις δυόμιση και μέχρι να έρθει ο μπαμπάς, είχε ήδη το τραπέζι στρωμένο και το φαγητό στα πιάτα. Η αδερφή μου κι εγώ επιστρέφαμε γύρω στις δύο απ’ το σχολείο και συνήθως περιμέναμε τη μαμά να γυρίσει, να ετοιμάσει και όταν έρθει ο μπαμπάς να φάμε όλοι μαζί.
Η αδερφή μου, αριστούχος μαθήτρια, με ιδιαίτερη κλίση στα θετικά μαθήματα. Αστέρι στη φυσική και τη χημεία και κρυφό πόθο να γίνει κάποτε αστροφυσικός. Νομίζω πως δεν τόλμησε ποτέ να το πει φωναχτά στους γονείς μας. Το είχα ακούσει μια φορά που το εκμυστηρευόταν στην κολλητή της, μα δεν ξέρω καν αν δήλωσε τέτοια ειδικότητα στο μηχανογραφικό της. Βασικά, δεν ξέρω καν αν υπάρχει τέτοια ειδικότητα -δεν έδωσα πανελλήνιες. Πέρασε ιατρική Αθηνών απ’ τους πρώτους. Οι γονείς μου έκλαιγαν από χαρά! Η κόρη τους, γιατρός! Θυμάμαι ακόμη το βλέμμα της Στεφανίας όταν τους το ανακοίνωσε. Καμία σπίθα, καμία λάμψη. Κανείς όμως δεν το παρατήρησε. Την φιλούσαν και την αγκάλιαζαν. Ο πατέρας εκείνη τη μέρα κέρασε όλο το καφενείο και λίγο καιρό μετά, ετοιμάστηκε η βαλίτσα της κι έφυγε για τη μεγάλη πόλη.
“Να προσέχεις μικρέ! Και… ήρεμα!”, μου είχε πει πριν φύγει. “Εσύ να κοιτάς τις σπουδές σου, εδώ όλα καλά θα είναι!”, έσπευσε να απαντήσει η μαμά, κάνοντάς της μια ακόμη σφιχτή αγκαλιά. Ίσως η Στεφανία ήταν η πρώτη που είχε καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Παρόλα αυτά, στα χρόνια που σπούδαζε -και κάθε χρόνο με εξαιρετικούς βαθμούς-, ελάχιστες φορές γύρισε στο σπίτι μας. Είχε πολύ διάβασμα, έπρεπε να συγκεντρωθεί, έλεγε. Κι οι γονείς μας την πίστευαν, εξάλλου τα αποτελέσματά της το αποδείκνυαν. Ήταν ήσυχοι πως με τη Στεφανία όλα έβαιναν καλώς. Με μένα; Εγώ ήμουν μια άλλη ιστορία.
Απ’ το δημοτικό ακόμη, μέτριος μαθητής. Στα φιλολογικά κάτι κουτσοκατάφερνα, μα στα μαθηματικά… κουμπούρας! Προσπάθησα λίγο στην αρχή, έκανε κι ο μπαμπάς ό,τι μπορούσε να με βοηθάει και να μου εξηγεί (η μάνα μου που ‘χε τελειώσει μόνο το δημοτικό, πόσο να μπορέσει;), μα ήμουν μάλλον ανεπίδεκτος μαθήσεως και σύντομα τα παρατήσαμε όλοι. Ο μπαμπάς έπαψε πια να επιμένει, η μάνα έπαψε να παρακαλάει να συγκεντρωθώ κι εγώ έπαψα να προσπαθώ. “Θα πας σε τεχνικό λύκειο να μάθεις καμιά τέχνη”, είχε αποφανθεί ο μπαμπάς κι η μαμά κουνούσε το κεφάλι συγκαταβατικά. Εγώ; Τι γνώμη να είχα γι’ αυτά στα δώδεκά μου; Νομίζω πως κάποια στιγμή τους είπα ότι θα γίνω ηλεκτρολόγος κι εκείνοι χαμογέλασαν συγκρατημένα. Υποθέτω πως θα σκέφτηκαν: “Μια κόρη γιατρός κι ένας γιος ηλεκτρολόγος; Αλλά τι να τον κάνουμε; Τόσο του κόβει…”. Όχι, δεν μου είπαν ποτέ κάτι τέτοιο φωναχτά, αλλά το διάβαζα στο βλέμμα τους. Δεν ξέρω αν με πτόησε το να γνωρίζω ότι τους είχα απογοητεύσει, ξέρω μόνο πως κάπου εκεί στη δευτέρα γυμνασίου έκανα την επανάστασή μου. Έπαψα πια να είμαι το ήρεμο παιδί, που ήμουν ως τότε και μεταμορφώθηκα σ’ έναν αντιδραστικό έφηβο, που τα ήξερε και τα μπορούσε όλα.
Άρχισα να γρατζουνάω μια κιθάρα που μου δάνεισε ένα φιλαράκι κι αφού έπρηξα τους γονείς μου, μου αγόρασαν σύντομα και μια δική μου. Άρχισα να γράφω στίχους για χαμένες αγάπες και χαμένες ευκαιρίες (νόμιζα πως στα δεκατέσσερά μου ήξερα απ’ αυτά!). Με την παρέα που είχα τότε, κάναμε και μια μπάντα. Ποιος αποφάσισε πως, απ’ όλους, η δική μου φωνή ήταν η καλύτερη, δεν ξέρω. Δεν ένιωσα ποτέ πως η φωνή μου είχε κάτι ιδιαίτερο, αλλά ψιλογούσταρα που ως ο τραγουδιστής ήμουν πρώτη μούρη μπροστά και δέχτηκα. Δυο τρία όργανα, μικρόφωνα, ηχεία και σιγά σιγά φτιάξαμε κι ένα στούντιο που παίζαμε κάθε μέρα μετά το σχολείο – στο υπόγειο του σπιτιού του ενός. Τα μαθήματα… ποιος νοιαζόταν; Εμείς θα γινόμασταν διάσημη μπάντα και θα ταξιδεύαμε σ’ όλο τον κόσμο! Οι θεατές θα παραληρούσαν κι εμείς θα γινόμασταν πάμπλουτοι και γαμαtoi!
Καβαλούσαμε μηχανάκια χωρίς δίπλωμα, πειράζαμε κοριτσάκια στο δρόμο… Καμιά φορά ρίχναμε επίτηδες κάτω τα καρότσια καμιάς γιαγιάς που γυρνούσε απ’ τη λαϊκή, πετούσαμε αυγά σε διερχόμενα αυτοκίνητα… Μετά το ρίξαμε λίγο στα οπαδικά. Ρίχναμε και καμιά ψιλή σε αυτοσχέδιες μάχες αντίπαλων ομάδων… Μετά αρχίσαμε το κάπνισμα -πολλών μορφών. Και μπύρες, σφηνάκια… οτιδήποτε μας έκανε να νιώθουμε πως ήμασταν hi κι ανώτεροι απ’ τους υπόλοιπους. Καμιά φορά ένιωθα πως από μπάντα είχαμε καταλήξει συμμορία, μιας και στο υπόγειο πια δεν παίζαμε μόνο μουσική, αλλά καταστρώναμε και τα σχέδια των επόμενων ημερών.
Ήμασταν δεν ήμασταν δεκαπέντε, τελευταία χρονιά του γυμνασίου κι ο Θέμης, ο κιμπορντίστας, είχε τρελή καψούρα με την Άννα, μια συμμαθήτριά μας. Του την είχε χαλάσει όμως ο Μίμης, ένας τύπος απ’ το λύκειο, που της την έπεσε στο φροντιστήριο και του την πήρε ο μπαγάσας μέσα απ’ τα χέρια. “Την είχα ψήσει καλά ρε malάκes!”, μυξόκλαιγε, ξαπλωμένος σε μια παλιά πολυθρόνα που είχαμε βάλει στο υπόγειο -την είχε η μάνα μου για πέταμα και την κουβαλήσαμε ένα απόγευμα όλοι μαζί εκεί για ν’ αράζουμε. Κι εμείς γύρω του, να τον κοιτάμε χωρίς να ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε -τι ξέραμε εξάλλου από έρωτες; “Θα τον σπάσουμε!”, πετάχτηκε ο Στάθης, ο μπασίστας κι όλοι γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε. “Ας μη τα έβαζε με τους bulls”, είπε αθώα και σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. Bulls – ταύροι, είχαμε βγάλει το συγκρότημα κι εκείνη την ώρα μάλλον συνειδητοποίησα πως το “αδερφέ” που απευθύναμε ο ένας στον άλλον τα τελευταία χρόνια, έπρεπε να είναι πράξη, όχι θεωρία. “Για το Θέμη, ρε! Πάμε!”, φώναξα μ’ ενθουσιασμό, χωρίς να ξέρω καν τι εννοούσα.
Προφανώς και μας έπιασαν επιτόπου, ευτυχώς πριν κάνουμε μεγάλη ζημιά στο παιδί. Κι ήμασταν πολύ τυχεροί μέσα στη βλακεία μας, που η μάνα του παιδιού, γνώριζε τη μάνα μου και δεν θέλησαν να το προχωρήσουν νομικά. Η μάνα μου την παρακαλούσε κλαίγοντας, της υποσχόταν πως θα ζητήσουμε συγνώμη, πως δεν θα το ξανακάνουμε. Και για πρώτη φορά, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αυτό ήταν ένα λάθος των γονιών μου που μου στιγμάτισε το μέλλον. Γιατί δεν πλήρωσα για τις πράξεις μου. Με έσωσαν, ενώ για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, δεν μου άξιζε. Κι ίσως αυτό μ’ έκανε να πιστέψω πως πάντα θα τη σκαπουλάρω. Πόση πλάνη κρύβεται μέσα στη ημιμάθεια…
Λίγο αργότερα πήγα στο λύκειο. Μαζί με τους φίλους μου. Όλοι στο τεχνικό. Με τους βαθμούς που είχαμε, το γενικό έμοιαζε όνειρο θερινής νυκτός. Τουρίστες ήμασταν κι εκεί. Το μυαλό μας ακόμη στη μουσική και τις αλητείες. Περνούσαμε χαριστικά τις τάξεις και κάθε χρόνο προσθέταμε ακόμη κάτι στη γκάμα των ήδη κακών συνηθειών μας. Όσο μεγαλώναμε, τόσο πιο ελεύθεροι νιώθαμε και τα βάζαμε με το σύστημα με όποιο τρόπο μπορούσαμε. Ένα σύστημα που είχαμε μάθει να μισούμε, χωρίς στ’ αλήθεια να γνωρίζουμε το γιατί. Παριστάναμε τα ελεύθερα πνεύματα, που ποτέ δεν θα υποταχτούν, που ποτέ δεν θα συμβιβαστούν. Εμείς θ’ αλλάζαμε τον κόσμο… Η αλήθεια είναι πως το μόνο που καταφέραμε ήταν ν’ αλλάξουμε το μέλλον μας. Ανεπιστρεπτί.
Θυμάμαι τη μάνα μου να κλαίει σιωπηλά, με το χέρι της πάνω στο στόμα της και τον πατέρα μου να με κοιτάει μ’ ένα ψυχρό, παγωμένο βλέμμα, την πρώτη φορά που ήρθαν να με βγάλουν απ’ το κρατητήριο. Είχαμε κλέψει με τα παιδιά ένα μηχανάκι για πλάκα. Μόνο που όταν μας έπιασε ένα μπατσικό που περνούσε από εκεί κοντά, έπαψε να είναι πλάκα. Κι αυτή η μικροκλοπή, ήταν που έβαλε την πρώτη μουτζούρα στο ποινικό μου μητρώο. Ήμουν ενήλικος πια, μόλις είχα κλείσει τα δεκαοκτώ και δεν υπήρχε κανένα ελαφρυντικό για τις πράξεις μου. Ήμουν καθ’ όλα υπεύθυνος. Τι κι αν στην πράξη ήμουν ακόμη ένα ανεύθυνο, ηλίθιο, ανώριμο παιδί; Η ταυτότητα άλλα έλεγε και βάση αυτών τιμωρήθηκα. Οι γονείς μου; Μου μίλησαν. Σκληρά, απότομα, στεγνά. “Ή αλλάζεις συμπεριφορά ή δεν είσαι πια γιος μας!”. Σκληρό; Μπορεί. Λάθος; Ενδεχομένως. Απ’ την άλλη όμως, δεκαοκτώ χρόνια αυτοί οι άνθρωποι είχαν λιώσει τις σόλες τους απ’ τη δουλειά για μένα και τη Στεφανία. Είχαν κλάψει έξω από πόρτες νοσοκομείων. Είχαν μείνει ξάγρυπνοι, βραδιές που ήμασταν άρρωστοι. Είχαν δώσει ό,τι είχαν για μας κι ας μην έμενε κάτι γι’ αυτούς. Πώς να τους κατηγορήσω; Και σκεφτόμουν καμιά φορά και τη Στεφανία… αν οι γονείς μας έφταιγαν για όλα, εκείνη γιατί τα είχε καταφέρει τόσο καλά; Μάλλον η δική μου φτιαξιά ήταν τέτοια, ελλαττωματική απ’ το εργοστάσιο…
Τα επόμενα βήματά μου ήταν ακόμη πιο σκοτεινά, πιο βρώμικα. Είχα εθιστεί παντελώς σε ουσίες κι αυτό με προέτρεπε να κάνω ακόμη χειρότερα πράγματα. Οι γονείς μου… αηδιασμένοι προφανώς πια και χωρίς να περνάει τίποτα απ’ το χέρι τους για να διορθώσουν την κατάστασή μου, με έδιωξαν. Αν τους αδικώ; Νομίζω όχι… είχα κάνει την ήδη δύσκολη ζωή τους, κόλαση. Προσπάθησαν με όποιο τρόπο μπορούσαν να με σώσουν. Κι η Στεφανία, που στο μεταξύ είχε διοριστεί σε μεγάλο νοσοκομείο της πρωτεύουσας, ήρθε πολλές φορές στην πόλη μας και με παρακαλούσε να δώσω μια ευκαιρία στον εαυτό μου. Για ένα διάστημα μάλιστα με είχε πείσει να πάω να μείνω μαζί της, να με βοηθήσει. Προσπάθησε. Απέτυχα. Πολύ γρήγορα γύρισα πίσω στην πόλη μας, στις παρέες μου, στις συνήθειές μου. Θαρρείς και κοντραριζόμουν με το θάνατο. Να φτάνω στο χείλος του γκρεμού και τελευταία στιγμή να κάνω πίσω. Τον κορόιδεψα αρκετές φορές και γaμώto… πόσο σπουδαίος ένιωθα!
Η δική μου ιστορία δεν είχε γονείς που δεν μπορούσαν να μου αγοράσουν σοκολάτες. Δεν είχε καβγάδες, απιστίες και χωρισμούς μέσα στο σπίτι μου. Δεν είχε απουσίες. Ναι, μπορεί αν οι γονείς μου το είχαν χειριστεί διαφορετικά, να μην ήμουν εδώ σήμερα, αλλά η ερώτηση είναι: “έκαναν ό,τι καλύτερο ήξεραν; Προσπάθησαν; Πάλεψαν με όλες τους τις δυνάμεις;”. Και η απάντηση, η αληθινή, ειλικρινής, ωμή απάντηση, είναι ‘Ναι’. Άρα ποιον να κατηγορήσω και γιατί; Ακόμη κι αν κάτι τέτοιο ελάφρυνε παροδικά τη συνείδησή μου, θα άλλαζε το αποτέλεσμα; Μπορεί να υπήρξα τα πάντα: Αλήτης, παραβατικός, εξαρτημένος, απατεώνας, αλλά λιποτάκτης και φυγόπονος δεν ήμουν ποτέ. Πλήρωσα τις συνέπειες των πράξεών μου όπως μου άξιζε και παραδέχομαι πως μαζί με μένα τις πλήρωσε κι η οικογένειά μου. Και σ’ εκείνους δεν άξιζε…
Είναι μάλλον της μόδας τελευταία, να φροντίζουμε να αποδίδουμε κάθε λάθος, κάθε παραστράτημά μας, στα παιδικά μας χρόνια, στις βαθιές (;) πληγές που μας γέμισαν οι γονείς μας. Μα πια, αν μπορούσα κάτι να πω, δεν θα ήταν κατηγορίες για όσα δεν έκαναν, αλλά ευχαριστώ για όσα έκαναν. Αν μπορούσα να τους κάνω να ακούσουν αυτό που τόσο βαθιά νιώθω μέσα μου ακόμη, θα τους έλεγα: “Δεν φταίγατε εσείς! Δικά μου τα φταιξίματα! Πονάω που το φευγιό μου σας πονάει! Συγνώμη για όλα!”.
Και τώρα εδώ… βλέπω τον πατέρα μου να στέκεται αμίλητος και να με κοιτάζει. Με μάτια στεγνά, παγωμένα. Βλέπω τη μάνα μου γονατισμένη να παλεύει μ’ ένα επίμονο σημάδι πάνω στο μάρμαρο που γράφει το όνομά μου. Να το τρίβει σαν μανιασμένη και να μη μιλά. Και βλέπω και τη Στεφανία. Να έρχεται συχνά, κρατώντας απ’ το χέρι ένα κοριτσάκι, που διάβολε… ποιος το περίμενε! έχει τα μάτια μου!
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
