Ο Μισέλ ήταν ένας υποσχόμενος καθηγητής φιλολογίας. Αν και ήταν μόλις σαράντα χρόνων, κατείχε διπλώματα που άλλοι χρειάζονταν πολλά χρόνια για τα αποκτήσουν, από πτυχίο στην γαλλική φιλολογία μέχρι την μεσαιωνική λογοτεχνία. Σε μία εποχή που όλα κατέρρεαν, η μία τράπεζα έκλεινε μετά την άλλη, ο κόσμος χωρίς χρήματα και εργασία και την πείνα να θερίζει τα τελευταία πέντε χρόνια, εκείνος, αν και κατείχε μία εξέχουσα θέση στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης, προτίμησε να τα αφήσει όλα πίσω του. Τι ήταν αυτό που πυροδότησε αυτήν την απόφαση, κανείς δεν έμαθε ποτέ. Ακόμη και ο ίδιος εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να απαντήσει.
Από την φύση του ανήσυχο πνεύμα, για αυτό και διέπρεπε στον τομέα της λογοτεχνίας και όχι μόνο. Τα συγγράμματά του γίνονταν ανάρπαστα, όλος ο πνευματικός κόσμος της εποχής τα διάβαζε, χωρίς αμφιβολία γύρω από το όνομά του είχε πλεχτεί ένας μύθος. Γιατί στην πραγματικότητα ο Μισέλ ήταν κλειστός τύπος. Μόνο μέσα από τα κείμενά του άφηνε να φανούν τα πιο κρυφά μύχια της ρομαντικής ψυχής του. Το μυαλό του ταξίδευε με μεγάλη ταχύτητα κι αν υπήρχε τρόπος να την μετρήσει κανείς, σίγουρα θα έμενε άφωνος.
Ο Μισέλ, εκτός από φαντασία, διέθετε και διαίσθηση και αυτός ο συνδυασμός τον οδήγησε σε νέα μονοπάτια γραφής. Όταν έφυγε από την πόλη του φωτός εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό του 1934 για να εγκατασταθεί μόνιμα σε ένα αγρόκτημα, κληρονομιά από τους προγόνους του, ούτε που φανταζόταν το μέλλον του. Θα μπορούσε να το πουλήσει και με τα χρήματα που θα αποκτούσε να ζήσει μία άνετη ζωή όπως την ονειρεύονταν πολλοί. Όμως η βαθιά του κουλτούρα δεν του επέτρεπε να γυρίσει την πλάτη στο παρελθόν που χανόταν στα βάθη των αιώνων. Ένιωθε βαθιά μέσα του ότι η ζωή του χρώσταγε άλλα πράγματα που ακόμη δεν τα είχε αποκαλύψει.
Η καλογυαλισμένη μαύρη Chevrolet, άφησε πίσω της τα μνημειώδη παριζιάνικα κτίρια για να κινηθεί στους επαρχιακούς δρόμους που οδηγούσαν στην περιοχή γύρω από τις Βερσαλλίες. Ο οδηγός της, βαθιά συγκινημένος, έριξε μία τελευταία ματιά στο σπίτι του στην περιοχή του Λατέν, γύρισε το κεφάλι μπροστά και ξεκίνησε για το νέο του ταξίδι.
Ο καιρός σύμμαχός του, η άνοιξη μόλις είχε κάνει την εμφάνισή της, η ωραιότερη και πιο ρομαντική εποχή του χρόνου τον καλούσε στο νέο του καταφύγιο. Είχε πολλά να κάνει μέχρι να μπει η ζωή του σε μία σειρά, αλλά θα την έβρισκε την άκρη. Το αυτοκίνητο έμοιαζε κι αυτό να θέλει να φτάσει στον προορισμό του νωρίς, τα ψηλά δέντρα στην άκρη του δρόμου άνοιγαν τα κλαδιά τους για να φανεί ο ήλιος, χωρίς ίχνος συννεφιάς στον ουρανό. Από μακριά φάνηκαν τα πρώτα κάστρα του Λίγηρα που ανήκαν κάποτε σε ευγενείς.
Η περιοχή που βρισκόταν το αγρόκτημά του, ήταν στην πόλη Σεβερνί, την οποία ο Μισέλ την έβλεπε για πρώτη φορά. Όταν έφτασε στον προορισμό του, ήταν λίγο μετά τις τέσσερις το απόγευμα. Άφησε το αυτοκίνητο στην μέση του δρόμου, βγήκε έξω και στάθηκε ακούνητος, εκστασιασμένος, κοιτώντας δεξιά και αριστερά το τοπίο. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; τα ψηλά κυπαρίσσια, τους θάμνους, τα άγρια λουλούδια… Φυσικά η νέα του κατοικία στέκονταν επιβλητική σαν να περίμενε τον νέο της κάτοχο να της ανοίξει τα παράθυρα για να μπει ο ήλιος, τόσα χρόνια έρημη, με εκείνη την χαρακτηριστική μυρωδιά της υγρασίας να σου γεμίζει τα ρουθούνια και τα πνευμόνια.
Ο Μισέλ έβγαλε από την τσέπη του το μεγάλο κλειδί και κίνησε προς την κεντρική πόρτα. Με συγκίνηση το έβαλε στην κλειδαριά και την άνοιξε με κομμένη την ανάσα. Με το που πάτησε το πόδι του μέσα, ένιωσε ένα ρίγος, έτρεξε κατευθείαν στο μεγάλο παράθυρο, το άνοιξε προσεκτικά να μπει ο φρέσκος αέρας. Ίσα που διακρίνονταν τα λιγοστά έπιπλα και οι γυμνοί τοίχοι. Στο βάθος μία σκάλα οδηγούσε στον επάνω όροφο, ενώ από τα δεξιά του, μία μεγάλη πόρτα τον έφερε στα κυρίως δωμάτια του μεγάλου σαλονιού και της τραπεζαρίας. Από τα αριστερά βρισκόταν άλλο ένα μεγάλο δωμάτιο με ένα επιβλητικό τζάκι, μάλλον θα χρησίμευε για γραφείο, εκεί που ο προπάππους του και ο παππούς του κατέστρωναν τα σχέδιά τους για το πώς θα καλλιεργούσαν την γη του, τι ζώα θα έκτρεφαν, καταγράφοντας τα έσοδα και τα έξοδα που του έφερνε η χρονιά. Πόσα είχε να ανακαλύψει, πόσα να οργανώσει μέχρι να αφεθεί σε αυτό που τον γέμιζε περισσότερο, την συγγραφή…
Μόλις έφερε τα λιγοστά του πράγματα από το αυτοκίνητο στο σπίτι, έψαξε για την κρεβατοκάμαρα. Εκεί τον περίμενε μία έκπληξη. Ήταν σαφώς το πιο όμορφο και φωτεινό δωμάτιο που βρισκόταν στον επάνω όροφο. Μάλλον το γυναικείο χέρι είχε κάνει το θαύμα του, γιατί όλα ήταν σχεδιασμένα με προσοχή και ακόμη και εκείνη την ημέρα θα νόμιζε κανείς ότι θα έβλεπε ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο κάτω από τον ουρανό του κρεβατιού. Πόσους αναστεναγμούς θα είχαν ακούσει αυτοί οι τοίχοι, πόσα καρδιοχτύπια. Ο Μισέλ έκλεισε την πόρτα και έψαξε να βρει την κουζίνα, άλλο ένα μεγάλο δωμάτιο στο βάθος με το τζάκι, την γούρνα και ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι στην μέση. Δίπλα του ένα μικρότερο δωμάτιο, που πιθανόν θα χρησίμευε σαν αποθήκη. Αυτό λοιπόν θα ήταν το νέο του βασίλειο, ελπίζοντας ότι δεν θα χρειαζόταν να το εγκαταλείψει τα επόμενα χρόνια. Απόψε θα βολευόταν όπως όπως, ευτυχώς είχε προνοήσει να φέρει μερικά σκεπάσματα για να τα στρώσει στο πάτωμα και να κοιμηθεί εκεί.
Το επόμενο πρωινό τον βρήκε ξύπνιο από πολύ νωρίς, με το που έφεξε βγήκε έξω να εξερευνήσει το κτήμα. Οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη, μία μεγάλη έκταση περίμενε να καλλιεργηθεί και να αναγεννηθεί από το πουθενά. Ο ήλιος είχε αρχίσει να σηκώνεται και αμέσως μπήκε στο αυτοκίνητό του για να πάει στο κοντινότερο χωριό. Λίγα ψώνια μόνο ήθελε, αλλά περισσότερο να γνωρίσει τους ντόπιους. Ένα πέρασμα από τον φούρνο ήταν αρκετό.
Ο φούρναρης έμοιαζε να τα ξέρει όλα, έτσι δεν του ήταν δύσκολο να του συστήσει μερικούς εργάτες για τον βοηθήσουν στην ανακαίνιση του κτιρίου. Φυσικά οι χωρικοί ήταν επιφυλακτικοί στην αρχή, αλλά με το πέρασμα των μηνών τον συμπάθησαν και σε λιγότερο από έναν χρόνο αισθανόταν σαν ένας από αυτούς. Μέσα σε δέκα μήνες, το σπίτι αλλά και το κτήμα, είχαν γίνει αγνώριστα. Κράτησε μόνο μία γυναίκα με τον άντρα της σαν βοηθό του για την καλλιέργεια της γης και την λάτρα του σπιτιού. Τα πρωινά τα πέρναγε στα αμπέλια του ενώ τα βράδια διάβαζε ασταμάτητα. Ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.
Ένα από τα κρυφά του μυστικά ήταν το καταφύγιο στην βορεινή πλευρά του κτήματος. Στην αρχή του έκανε εντύπωση σε τι μπορούσε να χρησιμεύσει ένας τόσο μικρός χώρος χωμένος στην γη. Αργότερα κατάλαβε ότι μάλλον εκεί θα κρύβονταν οι πρόγονοί του και όχι μόνο, για να αποφύγουν τις επιθέσεις σε καιρό πολέμου. Τους επόμενους δύο μήνες ασχολήθηκε μόνο με αυτό, να το ξαναφτιάξει έτοιμο για κάθε ενδεχόμενο.
Οι καιροί που ακολουθούσαν ήταν επικίνδυνοι, ο Χίτλερ είχε ανέβει στην εξουσία και τα πράγματα φάνταζαν δύσκολα. Ο Μισέλ μέσα από την επαφή του με την φύση, ζώντας μία πιο γαλήνια ζωή, άρχισε να βάζει τις σκέψεις του σε τάξη. Από μικρός που ήταν, τον γοήτευαν οι ξένες θρησκείες, φυσικά ήταν καθολικός, αλλά όχι από τους φανατικούς. Μια τυχαία γνωριμία με τον αρχηγό του ινδουιστικής σκέψης πριν λίγα χρόνια, του πυροδότησε το ενδιαφέρον για αυτήν την ξένη κουλτούρα, την τόσο διαφορετική από την δική του. Στα γραπτά του μπορούσε κανείς να διακρίνει νέες τάσεις, σαν εκείνες της αυτογνωσίας μέσω του διαλογισμού, έτσι με αυτόν τον τρόπο τις έφερε πιο κοντά στο κοινό που τον ακολουθούσε πιστά τόσα χρόνια και που δίψαγε να γνωρίσει τα μυστικά της ανθρώπινης ψυχής μέσα από απλές λέξεις.
Ήδη βρισκόμαστε στα 1939 , οι Γερμανοί έχουν εισβάλει στην Πολωνία και σε λίγους μήνες οι γειτονικές χώρες είχαν πέσει στα χέρια τους. Η Γαλλία αντιστάθηκε μόνο 2 μήνες και τα επόμενα χρόνια ήταν εφιαλτικά για όλον τον κόσμο. Ευτυχώς ο Μισέλ ζούσε στην επαρχία, όπου ήταν ελάχιστα πιο εύκολα για αυτόν και όλους τους επαρχιώτες. Οι Γερμανοί εξαπλώθηκαν μέχρι τα μέρη του και όχι μόνο. Επιτάξαν τα καλύτερα σπίτια, για καλή του τύχη το δικό του έμεινε ελεύθερο. Όσο μπορούσε απέφευγε τις εξόδους για να μην βρίσκεται ανάμεσά τους και αυτή η απομόνωση τον βοήθησε στην αυτοσυγκέντρωση, στην καλή διαχείριση των αισθήσεων και πολύ περισσότερο του συναισθήματος του φόβου.
Η Ηλιάνα, είχε καθίσει στην άκρη του φορτηγού, με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα. Ούτε για μία στιγμή δεν σήκωσε το βλέμμα, μην τυχόν και προκαλέσει κανένα στρατιώτη. Είχε δει να σκοτώνονται τόσοι άλλοι γύρω της μόνο και μόνο γιατί έδωσαν την λάθος απάντηση ή γιατί έκαναν μία απελπισμένη κίνηση. Πού να τολμήσει να ανασάνει καν! Κράταγε την αναπνοή της μετρώντας από μέσα της ‘ένα, δύο, τρία…’, στην τέταρτη έκανε μια μικρή εκπνοή και μια μικρότερη εισπνοή. Τα πνευμόνια της είχαν γεμίσει με εκείνη την απαίσια μυρωδιά της ακαθαρσίας και της υγρασίας που βγάζει το χώμα μετά την βροχή. Μόνο που το χώμα είχε ανακατευτεί με το νερό και το αίμα που κυλούσε από τα πεσμένα κορμιά.
Καθώς το φορτηγό προχωρούσε, βρήκε μερικές μεγάλες πέτρες που είχαν πέσει από το βουνό ύστερα από τις βροχές, με αποτέλεσμα, ο οδηγός, κάνοντας μανούβρες για να ισιώσει το τιμόνι, έχασε τον έλεγχο και ολόκληρο αμάξι έγειρε από την μία πλευρά. Πανικός επικράτησε, οι περισσότεροι έπεσαν έξω και όπως ήταν αδύναμοι, άφησαν να κορμιά τους να κυλήσουν προς την πλαγιά. Οι στρατιώτες δεν έχασαν την ψυχραιμία τους και όρμησαν και αυτοί έξω από το όχημα.
Η Ηλιάνα βρέθηκε κάτω από το σώμα της αγαπημένης της φίλης, το σώμα της το ένιωθε υγρό από το αίμα και τον ιδρώτα που κύλαγε πάνω της, ενώ γύρω της άλλα γυναικεία κορμιά κείτονταν ασάλευτα σαν κούτσουρα που περιμένουν τον ξυλοκόπο να τα κόψει. Το σκοτάδι σε λίγο θα έπεφτε, η βροχή έκανε πάλι το θαύμα της, η άτυχη κοπέλα ούτε που ανάσαινε. Μισολιπόθυμη έμεινε με τα άκρα της ακούνητα, ούτε κατάλαβε πώς έκλεισε τα μάτια της για να αφεθεί σε έναν λυτρωτικό λήθαργο, σε έναν ύπνο βαθύ χωρίς όνειρα.
Οι Γερμανοί, θυμωμένοι κλώτσαγαν με μανία και λύσσα τα άψυχα κορμιά, ρίχνοντας τις σφαίρες τους πάνω τους. Άλλα σχέδια είχαν για αυτές, να πειραματιστούν πάνω τους, να τις βασανίσουν πρώτα και μετά να απαλλαγούν από δαύτες, τι κρίμα!
Ύστερα από λίγες ώρες, ήρθε ένα άλλο φορτηγό για να μαζέψει τους στρατιώτες, αφήνοντας πίσω τις νεκρές φιγούρες στο δάσος.
Το επόμενο πρωί βρήκε την Ηλιάνα πεσμένη ακόμη στο βρεγμένο έδαφος, άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον ουρανό. Πυκνά σύννεφα σκέπαζαν τον ουράνιο θόλο χωρίς να υπάρχει ούτε μία ακτίνα από φως. Κοίταξε τρομαγμένη γύρω της και αφού συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε ίχνος Γερμανού, κούνησε αργά τα χέρια και τα πόδια και σηκώθηκε στο λεπτό. Αυτό και αν δεν ήταν τύχη!
Δεν ήξερε προς τα πού να πάει, ευτυχώς το ένστικτό της την οδήγησε στο σωστό μέρος, που δεν ήταν άλλο από το κτήμα του Μισέλ. Ωστόσο μερικοί Γερμανοί επέστρεψαν στο μέρος του ατυχήματος, αντιλήφθηκαν αμέσως ότι υπήρχε κάποια που είχε σωθεί. Αλίμονό της αν την έπιαναν, ποιος ξέρει τι τέλος θα την έβρισκε.
Η Ηλιάνα περπατούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, τι γρήγορα δηλαδή, με τα πόδια μουδιασμένα, τα χέρια ίσα που κούναγαν, τα μάτια της έβλεπαν θολά. Όμως έπρεπε να ζήσει, αυτό της έλεγε το είναι της, ζήσε! Για καλή της τύχη τα σύννεφα πύκνωσαν, ο ουρανός γκρίζαρε, έμοιαζε μαύρος, η βροχή έπεφτε δυνατά. Η γυναίκα ανήμπορη ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν και σε λίγο βρέθηκε λιπόθυμη στα σύρματα του κτήματος του Μισέλ. Η θεία πρόνοια είχε αρχίσει να δουλεύει επιτέλους…
Δήμητρα Καμπόλη
Συνεχίζεται…

One response to “Είχαν ραντεβού και σε αυτή τη ζωή – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]