Μακριά από τα φωτισμένα παραμύθια, “Οι Περιπέτειες του Πινόκιο”, εκεί όπου οι σελίδες κιτρινίζουν και οι λέξεις βαραίνουν, υπήρχε μια άλλη ιστορία… Μια ιστορία που ο ίδιος ο Carlo Collodi δεν τόλμησε να τελειώσει.
Ήταν η ιστορία του Πινόκιο με τα μεγάλα χέρια.
—
Ο Τζεπέτο δεν ήταν κακός άνθρωπος, αλλά ήταν μόνος. Και η μοναξιά, όταν μένει πολύ καιρό, γίνεται θηρίο…
Ένα βράδυ, βρήκε ένα παράξενο κομμάτι ξύλο. Δεν έτριζε. Δεν έσπαγε. Έμοιαζε σαν να ανέπνεε. «Θα σου δώσω μορφή», είπε.
Μα αντί να σκαλίσει πρώτα το κεφάλι, όπως στα συνηθισμένα αγάλματα, άρχισε από τα χέρια. Και τα χέρια αυτά, μεγάλωναν…
Όσο τα δούλευε, τόσο φούσκωναν. Οι παλάμες άνοιγαν σαν φτυάρια. Και τα δάχτυλα μάκραιναν σαν ρίζες.
Ο Τζεπέτο γέλασε αμήχανα. «Θα μπορεί να δουλεύει», σκέφτηκε. «Να με βοηθάει.»
Μα το ξύλο είχε άλλη πρόθεση.
—
Όταν η Μαριονέτα άνοιξε τα μάτια της, δεν κοίταξε τον δημιουργό της. Κοίταξε τα χέρια της.
Τα σήκωσε αργά. Και οι αρθρώσεις έτριξαν σαν κλαδιά σε καταιγίδα. Άπλωσε τα δάχτυλα και ακούμπησε το τραπέζι. Το τραπέζι έσπασε.
«Πινόκιο…» ψιθύρισε ο Τζεπέτο.
Το αγόρι δεν είχε μεγάλη μύτη. Δεν χρειαζόταν να λέει ψέματα. Δεν είχε λόγο να κρύβεται. Είχε χέρια που μπορούσαν να πάρουν…
—
Στην αρχή, τα χρησιμοποιούσε από περιέργεια.
Έπιανε πουλιά στον αέρα, σήκωνε πέτρες που ούτε τρεις άντρες μαζί δεν μπορούσαν να μετακινήσουν, έσφιγγε τα χέρια των χωρικών — και εκείνοι έφευγαν με μώλωπες.
Μα σύντομα ανακάλυψε κάτι άλλο.
Τα χέρια του μεγάλωναν όταν ήθελε κάτι.
Όχι όταν έλεγε ψέματα…
Όταν ποθούσε…
Όταν ζήλευε…
Όταν θύμωνε…
—
Μια μέρα είδε ένα πραγματικό αγόρι να αγκαλιάζει τον πατέρα του. Ένα σφίξιμο, γεμάτο ζεστασιά. Ο Πινόκιο ένιωσε κάτι να ραγίζει μέσα στο ξύλινο στήθος του. Σήκωσε τα χέρια του για να μιμηθεί την αγκαλιά. Μα τα δάχτυλά του, τύλιξαν το αγόρι σαν κλουβί. Όταν τα άνοιξε, το παιδί δεν ανέπνεε. Τα χέρια του μεγάλωσαν λίγο ακόμα.
—
Οι χωρικοί άρχισαν να φοβούνταν. Δεν φοβούνταν όμως τους ψεύτες. Αλλά τα αρπακτικά!
Ο Πινόκιο προσπαθούσε να τα κρατήσει πίσω, να τα κρύψει πίσω από την πλάτη του. Μα τα δάχτυλα σύρνονταν στο χώμα, αφήνοντας αυλάκια σαν πληγές.
«Δεν θέλω να παίρνω», είπε μια νύχτα στον Τζεπέτο.
Μα τα χέρια του είχαν ήδη τυλιχτεί γύρω από το σπίτι. Όχι για να το γκρεμίσουν. Για να το κρατήσουν. Για να μην φύγει κανείς!
—
Τότε εμφανίστηκε μια σκιά στο παράθυρο — όχι γαλάζια και λαμπερή όπως στα γνωστά παραμύθια, αλλά μια σκοτεινή μορφή, σαν καπνός.
«Τα χέρια», ψιθύρισε, «είναι για να δίνεις. Όχι για να παίρνεις.»
Ο Πινόκιο κοίταξε τις τεράστιες παλάμες του. Δεν ήξερε πώς να δίνει. Κανείς δεν του είχε δείξει. Κι έτσι πήρε τη μόνη απόφαση που μπορούσε να πάρει…
Βγήκε στο δάσος, και έσκαψε με τα ίδια του τα χέρια έναν βαθύ λάκκο. Όσο έσκαβε, τόσο αυτά μεγάλωναν — γιατί ποθούσαν να κρατηθούν από τη γη, για να μην εξαφανιστούν…
Μα εκείνος δεν σταμάτησε: Ξάπλωσε μέσα, και με μια τελευταία προσπάθεια, τράβηξε το χώμα πάνω του. Τα χέρια του, έμειναν απ’ έξω, και ρίζωσαν. Έγιναν δύο τεράστια ξύλινα δέντρα, με κλαδιά που έμοιαζαν με δάχτυλα.
Οι χωρικοί λένε πως αν πλησιάσεις, τα κλαδιά δεν σε αρπάζουν, απλώς στέκονται ακίνητα, σα να περιμένουν. Όχι για να πάρουν….
Αλλά, ίσως κάποτε, να μάθουν πώς είναι να αγκαλιάζουν χωρίς να συνθλίβουν.
Μαρία Διαμαντή
