Έφυγε από αυτόν τον κόσμο λαθραία.
Στην επόμενη ζωή έγινε χελιδόνι, που πετούσε για τα πιο ζεστά μέρη. Μα ακόμη κι τότε τον χαρακτήρισαν φυγόπονο. Δεν καταλάβαιναν πόσο κόπο και πόση προσπάθεια χρειάζεται να φτερουγίζεις χιλιόμετρα για να βρεις τόπους ζεστούς.
Εκείνη τη βραδιά που έκανε κρύο, ήρθε και κάθισε στο μπαλκόνι σου. Θεώρησε πως με το βλέμμα σου θα ζεσταθεί, πως ίσως ήσουν η άνοιξη που έψαχνε. Μα ήσουν χειμώνας, κι εκείνος, με την πλανεύτρα φαντασία του, σε θεώρησε για άνοιξη.
Κράτησε, βλέπεις, και στη νέα του ζωή την πλανεύτρα φαντασία του, κι ας μην είχε χέρια για να γράψει ποιήματα όπως έκανε κάποτε. Ύστερα, από το κρύο, τα φτερά του μούδιασαν και έσπασαν· σωριάστηκε στο έδαφος.
Έμεινε για πάντα χωρίς φτερά, και τα άλλα χελιδόνια τον περιγελούσαν που ήταν διαφορετικός από εκείνα· πετούσαν επιδεικτικά ψηλά και έβρισκαν την άνοιξη. Εκείνος πια σερνόταν χάμω, δίχως να μπορεί να ξεφύγει από τη χειμωνιά της ψυχής του.
Κατάλαβε τότε πως, ακόμη κι αν του δοθούν δεκάδες ζωές, θα κάνει τα ίδια λάθη — κι ευχήθηκε να αποκτήσει ξανά την αρχική, ανθρώπινη μορφή του. Να γίνει άνθρωπος με πάθη, ελαττώματα και, πάνω απ’ όλα, δύο χέρια με τα οποία να αποτυπώνει στο χαρτί την τέχνη του.
Το να γράφει για όσα τον πονούν λειτουργούσε λυτρωτικά· και τώρα, σαν χελιδόνι, αισθανόταν πως είχε καταδικαστεί να κουβαλάει στο κεφάλι του τόσους άγραφους στίχους.
Μια ανώτερη δύναμη τον λυπήθηκε και του επέτρεψε να επιστρέψει ξανά. Ο πόνος είχε μείνει ίδιος, μα τα χέρια του ήταν εκεί — δυνατά, έτοιμα να γράψουν.
Η τέχνη γεννιέται από τον πόνο, έτσι δε λένε; Εκείνος είχε κάθε λόγο να το πιστεύει.
Δεν έχει πια σπασμένα φτερά να τον πονούν, μα έχει μια καρδιά βαριά, γεμάτη ρωγμές και έμπνευση αστείρευτη. Είχε συνείδηση ξανά και λίγο μισούσε τον εαυτό του που άφησε ένα κρύο βλέμμα να τον τρέψει σε φυγή και, στην επόμενη ζωή, να του σπάσει ξανά τα φτερά.
Αλλά…
Και στην τρίτη του ευκαιρία στη ζωή, αυτό το βλέμμα τον καθηλώνει και πάλι. Περνά από το παράθυρό της και της πετά χαρτάκια με ποιήματα, κι ας μη βρίσκει ανταπόκριση. Θέλει μονάχα λίγο να την κάνει να αισθανθεί σημαντική και ελπίζει σε ένα της χαμόγελο, σε ένα ζεστό της βλέμμα. Συνεχίζει να ελπίζει κάθε μέρα, κι ας μη το λαμβάνει.
Από κάθε απόρριψη μεγαλώνει η έμπνευση και γράφει, γράφει, γράφει…
Γίνεται λίγο πιο κλειστός, μοναχικός, απόμακρος. Περπατά με σκυμμένο το κεφάλι· μα με το χαρτί του είναι ο πιο μεγάλος πολυλογάς, γιατί κανείς δεν κάνει την ψυχή του να απελευθερωθεί όσο εκείνο.
Απόψε το βράδυ αποφάσισε να πάει κάτω από το σπίτι της για τελευταία φορά. Κάτι είχε αλλάξει απόψε. Ένιωσε πως πρέπει να αποδεχτεί την κατάσταση, πως δεν αξίζει να σπαταλάει άλλο μελάνι για έναν έρωτα μονόπλευρο.
Έσκισε μερικά χειρόγραφα που είχε στην τσέπη του και πέταξε χάμω τα κομμάτια.
Ψιθύρισε «δε θα σε ξεχάσω ποτέ» κι έφυγε με το κεφάλι σκυφτό, αλλά με μια κάποια ανακούφιση που πήρε τη μεγάλη απόφαση να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς εκείνη και την αγάπη της που τόσο λαχταρούσε.
Ιωάννα Χαντζαρά
