Είχαν ραντεβού και σε αυτή τη ζωή – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Ο Μισέλ κάθισε στην πολυθρόνα του, πήρε το σημειωματάριό του αρχίζοντας να γράφει τις πρώτες λέξεις που του γέμισαν το μυαλό. Ήταν ήδη αργά το απόγευμα, λίγο πριν πέσει το σκοτάδι, η βροχή έπεφτε με μανία στα παράθυρα. Ευτυχώς είχε την πολυτέλεια να ανάψει το τζάκι, η μυρωδιά από το καμένο ξύλο του γαργάλαγε ευχάριστα τα ρουθούνια. Αισθάνθηκε μία γαλήνη στην ψυχή, ήταν ένας από τους λίγους τυχερούς. Αλήθεια, πώς θα ήταν άραγε η ζωή του αν έμενε στο Παρίσι; Εδώ τουλάχιστον στο κτήμα του είχε τα απαραίτητα για να επιβιώσει. Και το κυριότερο είχε την ησυχία του.

Το βλέμμα του έπεσε ξαφνικά έξω, κάτι δεν του άρεσε. Σαν να ήταν ζώο αυτό που έβλεπε. Περίεργο, τι ζώο να ήταν; Σηκώθηκε γρήγορα, φόρεσε το μαύρο του καπέλο, τις μπότες του, πήρε και έναν φακό και βγήκε έξω στην βροχή. Πλησιάζοντας την άκρη του μονοπατιού, άρχισε να διακρίνει μία ανθρώπινη φιγούρα. Χωρίς να διστάσει κίνησε προς το μέρος της, έριξε μια γρήγορη ματιά δεξιά και αριστερά και μόλις είδε την άγνωστη λιπόθυμη γυναίκα, γονάτισε να δει αν υπάρχει ίχνος ζωής. Μόλις συνειδητοποίησε ότι βγαίνει μία στάλα ανάσας από τα ρουθούνια της, την σήκωσε στα χέρια και την οδήγησε στο κρησφύγετο. Να που ήρθε η ώρα του λοιπόν, να φανεί χρήσιμο.

Την ακούμπησε στο σιδερένιο κρεβάτι, την σκέπασε με την κουβέρτα και έφυγε για το σπίτι. Δεν ήθελε να κινήσει υποψίες ούτε στους δικούς του ανθρώπους που έμεναν μαζί του, που πια είχαν γίνει η οικογένειά του. Δεν εμπιστευόταν κανέναν, τουλάχιστον προς το παρόν.

Η Ηλιάνα έμεινε εκεί στα ζεστά, στην ασφάλεια του μικρού δωματίου κάτω από την γη, όχι μόνο για ένα βράδυ, αλλά και για πολλά άλλα.

Ο Μισέλ το επόμενο πρωινό, χωρίς να τον καταλάβει κανείς, έβαλε στην πάνινη τσάντα τα απαραίτητα, λίγα τρόφιμα, νερό, κεριά και κίνησε για το κρησφύγετο. Η Ηλιάνα με το που τον είδε έκανε να σηκωθεί. Τρομαγμένη όπως ήταν άρχισε να κλαίει από ανακούφιση μαζί με φόβο. Και αν ο άγνωστος την προδώσει στους Γερμανούς; Αλλά πάλι γιατί να το κάνει; Γιατί να την μαζέψει χθες το βράδυ; Ο Μισέλ την καθησύχασε εξηγώντας της το πού βρίσκεται.
«Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά, είσαι ασφαλής εδώ, δεν θα σε βρει κανείς»

Η κοπέλα γούρλωσε τα μαύρα της μάτια και έβγαλε μία κραυγή ανακούφισης. Προσπάθησε να μιλήσει, να τον ευχαριστήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν τόσο αδύναμη, ούτε ένα ευχαριστώ δεν μπορούσε να πει. Ο Μισέλ της άφησε την τσάντα δίπλα της, της έδωσε λίγο νερό και έφυγε για να μην κινήσει υποψίες.
«Θα ξανάρθω σύντομα, εδώ σου αφήνω λίγο ψωμί και νερό»

Βγαίνοντας έριξε μία ματιά γύρω του και κίνησε για το σπίτι. Ευτυχώς ήταν μόνος, όχι όμως για πολύ. Οι Γερμανοί, ψάχνοντας την κοπέλα, είχαν αρχίσει να εισβάλλουν στα σπίτια και φυσικά το δικό του ήταν από τα πρώτα που έψαξαν. Πάλι η τύχη ήταν με το μέρος του, αφού κανένα ίχνος από ξένη γυναίκα δεν υπήρχε.

«Μα τι ψάχνετε ακριβώς;», ρώτησε με αφέλεια
«Μια εβραία το έσκασε και φυσικά είναι αναγκαίο να βρεθεί όπως καταλαβαίνετε. Πιστεύω ότι θα είστε απόλυτα συνεργάσιμος μαζί μας αν την δείτε, έτσι δεν είναι;», του απάντησε ο Γερμανός υπολοχαγός.
«Φυσικά, πώς θα μπορούσα άλλωστε να φανώ αχάριστος απέναντί σας! Μου χαρίζετε την ηρεμία του σπιτιού μου κι εγώ θα σας γυρίσω την πλάτη; Όχι βέβαια, αν τύχει να δω καμία περίεργη φιγούρα θα σας ενημερώσω αμέσως, μείνετε ήσυχοι», του είπε ο Μισέλ κοιτώντας τον στα μάτια. Ένα ψεύτικο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του, ευτυχώς τα τόσα χρόνια διαλογισμού τον βοήθησαν να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να μην φανερώσει καμία ανησυχία.

Οι Γερμανοί έφυγαν, αλλά ο τρόμος παρέμεινε για αρκετή ώρα. Λίγο πριν πέσει το σκοτάδι, ο Μισέλ φόρεσε το παλτό του και κίνησε για το κρησφύγετο. Όταν άνοιξε την πόρτα, η Ηλιάνα κούρνιασε στην άκρη του κρεβατιού. Ούτε είχε αγγίξει το ψωμί, μόνο λίγο νερό είχε πιει. Ο Μισέλ την καθησύχασε, της είπε για την επίσκεψη των Γερμανών στο σπίτι του και την ρώτησε διακριτικά για το όνομά της. Η γυναίκα του είπε την ιστορία της: ήταν εβραία, γεννημένη στο Παρίσι, ο πατέρας της ήταν μουσικός, έπαιζε βιολί, η μητέρα της ήταν η πιο γλυκιά γυναίκα του κόσμου, είχε άλλα δύο μικρότερα αδέλφια. Η τελευταία φορά που είχε δει τους δικούς της ήταν πριν δέκα μέρες, όταν είχαν χωριστεί βίαια. Εκείνη είχε βρεθεί σε ένα φορτηγό που πήγαινε προς σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης έξω από την περιοχή. Είχε ακούσει για αυτό το μέρος, εκεί πήγαιναν οι νέες κοπέλες μόνο, και όσες επιζούσαν, τις οδηγούσαν σε άλλο στρατόπεδο. Του μίλησε για τα όνειρά της, ήταν και εκείνη λάτρης της μουσικής, έπαιζε πιάνο. Του είπε ακόμη ότι της άρεσε το γράψιμο, πόσο την ανακούφιζε να αραδιάζει τις σκέψεις της στο χαρτί. Αυτό ήταν το κλειδί για να νιώσει ο Μισέλ κάτι το περίεργα ελκυστικό. Βρήκε στα μάτια αυτής της άγνωστης ένα κάλεσμα της ψυχής του που μέχρι τώρα δεν είχε νιώσει.

Ο καιρός γιάτρεψε τις πληγές της γυναίκας, πόσος πόνος, πόσα δάκρυα, πόσος θάνατος θα έπεφτε στις πλάτες του κόσμου! Τα μάτια μιλούσαν σιωπηλά, οι άνθρωποι έψαχναν απεγνωσμένα την λύτρωση. Ο Μισέλ ήταν τόσο προσεκτικός μην προδώσει άθελα του το μυστικό του. Πολλές φορές έπαιζε τον ρόλο του αδιάφορου, “καλύτερα να με περνούν για αναίσθητο παρά να φέρω τους Γερμανούς στο σπίτι μου”.

Κάθε φορά που βρισκόταν με την Ηλιάνα, ένιωθε ένα παράξενο δέσιμο σαν να γνωρίζονταν από παλιά. Ο έρωτας τους είχε αγκαλιάσει και τους δύο τρυφερά, γλυκά. Όμως εκείνος δεν τολμούσε να απλώσει χέρι πάνω της, δεν ήταν η δίψα για σωματική ικανοποίηση σαν την πρώτη του επιθυμία, ήταν κάτι πιο βαθύ. Μία έλξη, ένα πάντρεμα ψυχής και μυαλού.

Πολλές φορές το σούρουπο τους έβρισκε αγκαλιά, να ζεσταίνει το ένα κορμί το άλλο, το ένα χέρι να πιάνει το άλλο σφικτά, τα μάτια ερμητικά κλειστά, οι ανάσες τόσο κοντά η μία με την άλλη.

Πέρασαν οι μήνες και έμειναν μόνο λίγοι μήνες για την απελευθέρωση. Άνοιξη του ’44, η φύση στα καλύτερά της, τι κι αν υπήρχε πόλεμος; Ποιος μπορεί να εμποδίσει τα λουλούδια να ανθίζουν; Ποιο όπλο, ποιος στρατός μπορεί να σταματήσει την αναγέννηση;

Η Ηλιάνα αισθάνθηκε την ανάγκη να βγει εκείνο το μοιραίο πρωινό έξω, να δει λίγο ήλιο. Αλίμονο, ο Μισέλ έλειπε για να την σταματήσει από αυτή την ανοησία. Λίγα λεπτά μόνο ήταν αρκετά για να παγώσει η σιωπή τον χρόνο. Μία περίπολος βρέθηκε στα μέρη, με την Ηλιάνα να βρίσκεται στο στόχαστρο. Είχε ξεχαστεί η άμοιρη και είχε βγει έξω από το κτήμα, ήθελε τόσο να περπατήσει με τα πόδια γυμνά στο χώμα, που δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε μπροστά στους Γερμανούς και πότε μέσα στο φορτηγό.

Μόλις που έριξε μια φευγαλέα ματιά στο καταφύγιό της. Ο Μισέλ προχωρούσε ανέμελος τον δρόμο προς το χωριό. Ένιωθε τόσο χαρούμενος, τα νέα ήταν ευχάριστα, οι Σύμμαχοι ήταν τόσο αποφασισμένοι να νικήσουν. Η ελευθερία ήταν επιτέλους μία ανάσα πάνω από τα κεφάλια τους. Καθώς προχωρούσε, έκανε στην άκρη, ένα φορτηγό έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και αν δεν πρόσεχε, θα βρισκόταν κάτω από τις ρόδες του. Μόλις τον πέρασε, ένιωσε έναν κεραυνό να τον διαπερνάει. Τα μάτια του συνάντησαν εκείνα της Ηλιάνας. Μα πώς έγινε αυτό; Τι συνέβη;

Ένιωσε τα πόδια του να φτάνουν στην πλάτη του, να προλάβει να φτάσει στο χωριό να μάθει τι έγινε. Με την αγωνία να τον τυλίγει σαν το σάβανο, έφτασε στην πλατεία. Στάθηκε πίσω από τα δέντρα χωρίς να ανασαίνει. Μόνο έβλεπε. Οι στρατιώτες έσπρωχναν την Ηλιάνα με μανία και μίσος. Ακόμη δεν είχαν αντιληφθεί ποια ήταν, αλλά από το παρουσιαστικό της κατάλαβαν ότι δεν ήταν Γαλλίδα. Τα βλέμματα συναντήθηκαν εκεί στο κενό, η γυναίκα έκλεισε τα μάτια της και τα άνοιξε αμέσως, ήταν σαν να έστελνε μήνυμα στα άλλα ζευγάρια μάτια να μην κουνηθούν, μην κάνει ο αγαπημένος της καμία κίνηση και τον συλλάβουν και αυτόν.

Η φωνή της λογικής κυριάρχησε αυτήν την φορά, η Ηλιάνα αφέθηκε στην μοίρα της για να οδηγηθεί λίγες μέρες μετά στο Άουσβιτς. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, οι Σύμμαχοι έκαναν την απόβαση στην Νορμανδία, ήταν η αρχή της ελευθερίας για όλους τους λαούς της Ευρώπης. Ο Μισέλ ήταν σίγουρος ότι θα την ξανασυναντήσει σε κάποια άλλη ζωή, γιατί οι ψυχές ξέρουν και βρίσκουν τον δρόμο για την ευτυχία όσο και αν αργήσουν να βρεθούν.

Πέρασαν πέντε χρόνια από εκείνο το πρωινό, ο διανοούμενος άντρας βρέθηκε στην Αμερική για να παρουσιάσει το βιβλίο του με τίτλο: «Πώς να νικήσεις την μεγάλη κατάθλιψη». Είχε γίνει πια διάσημος και εκτός των γαλλικών συνόρων, η μία διάλεξη διαδεχόταν την άλλη. Όταν στάθηκε στο βήμα της μεγάλης αίθουσας, ένιωσε εκτός από συγκίνηση και κάτι άλλο. Σαν να τον διαπέρναγε ηλεκτρικό ρεύμα, δεν ήταν τα βλέμματα που είχαν στραφεί επάνω του, ήταν κάτι διαφορετικό.

Η Ηλιάνα καθόταν στο κέντρο της πρώτης σειράς καθισμάτων. Όταν οι σύμμαχοι μπήκαν στο Άουσβιτς, στάθηκε για άλλη μία φορά τυχερή. Ήταν από τους λίγους που είχαν επιβιώσει, χωρίς να νιώθει πολλά βρέθηκε αρχικά σε ένα πρόχειρο νοσοκομείο και μετά στο πλοίο για την Αμερική. Μπορούσε να ζητήσει να παραμείνει στην Γαλλία, αλλά σκέφτηκε ότι αυτή η χώρα θα της πρόσφερε πολλά περισσότερο, άγνωστη ανάμεσα σε τόσους άλλους Εβραίους. Η μόρφωσή της και η παιδεία της την βοήθησαν να σταθεί στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης σαν μία απλή γραμματέας, αργότερα όμως σαν μία εξαίρετη βοηθός του πρύτανη. Όταν διάβασε το όνομα του Μισέλ στις προσεχείς προσκλήσεις, συγκινήθηκε. Δεν είχε φτιάξει την ζωή της, αντίθετα με τα δεδομένα της εβραϊκής κοινότητας, εκείνη προτίμησε τον δρόμο της καριέρας. Οικογένεια, παιδιά και κανόνες με τόσα ‘πρέπει’, ήταν έξω από αυτήν.

Όταν είδε τον μοιραίο άντρα της ζωής της βούρκωσε, η αγάπη δεν αλλάζει, είναι το ίδιο δυνατή όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ο Μισέλ άρχισε να μιλάει ξεκινώντας από το πώς έγραψε αυτό το βιβλίο, τι ήταν αυτό που τον ενέπνευσε. Μα φυσικά Εκείνη. Όταν έφυγε από την ζωή του με αυτόν το βίαιο τρόπο, θα έπεφτε στα πλοκάμια της άρνησης για την ζωή. Περιέγραψε βήμα βήμα τι ένιωσε, τι έζησε, πώς κατάφερε να ξεμπερδέψει το κουβάρι της κατάθλιψης.

Ήταν εκείνη η στιγμή που το βλέμμα του έπεσε πάνω της. Απίστευτο, αδύνατον, να που οι ψυχές δεν χάνονται στο ταξίδι τους στον χρόνο. Αν είναι γραπτό να είναι μαζί, θα βρουν τρόπο να συναντηθούν ξανά και ξανά.

Δήμητρα Καμπόλη

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading