Η Έρση ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Βασίλη, αλλά κρυφά. Μόνο η κολλητή της το ήξερε, κανείς άλλος. Δεν τολμούσε να το φανερώσει. Το μεγαλύτερο εμπόδιο τους τελευταίους τέσσερις μήνες ήταν η Στέλλα, η κοπέλα του Βασίλη. Ένα χρόνο πριν από αυτό, που στα μάτια του έβλεπε τον κόσμο όλο, στη καρδιά της ένιωθε να πεταρίζουν κόκκινες, κίτρινες, μπλε και πράσινες πεταλουδίτσες και που δεν υπήρχε η Στέλλα ακόμη, το κύριο εμπόδιο ήταν η δειλία της. Όταν ήταν κοντά του την έπιανε κρύος ιδρώτας, κοκκίνιζε ολόκληρη, είχε ταχυκαρδίες και της κοβόταν η μιλιά. Ούτε στο διάβασμά της μπορούσε να συγκεντρωθεί κι ο χρόνος έτρεχε. Οι πανελλήνιες ήταν μπροστά της και την άγχωναν πολύ. Ανάμεσα στο σχολείο, τα φροντιστήρια και το πιεστικό πρόγραμμα είχε και την Μαίρη, την κολλητή της, να την μαλώνει ή πιο σωστά να την φουντώνει.
– Τι κατάλαβες; Χαζή, εεε χαζή! Σε πρόλαβε η Στέλλα!
– Δεν θα ήταν η Στέλλα, θα ήταν κάποια άλλη. Δεν μπορώ ρε! Μου κόβονται τα πόδια! Εμένα θα γυρίσει να κοιτάξει; Χαμένη παρτίδα!, ξεφυσούσε και απογοητευμένη απαντούσε πάντα τα ίδια η Έρση.
– Τι να σου πω ρε κοπελιά! Χαράμι τα λόγια μου τόσο καιρό! Ρε πουλάκι μου, βγάλ’ το από μέσα σου, πες του το! Κι ας φας χυλόπιτα!
– Δεν βαρέθηκες να λες τα ίδια; Ποτέ των ποτών! Να γίνω ρεζίλι και να φάω το ΟΧΙ πιο μεγάλο κι από ‘κεινο του Μεταξά!
Ο χρόνος κυλούσε και η Έρση μαράζωνε που τους έβλεπε να κυκλοφορούν αγκαλιασμένοι, ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι ενώ εκείνη ήταν παγερά μόνη, λαχταρώντας να είναι στη θέση της Στέλλας. Σε τρεις μέρες θα ήταν το πάρτυ μασκέ του λυκείου τους, για την τελευταία Κυριακή του καρναβαλιού.
Η Μαίρη χτύπησε την πόρτα κουβαλώντας δύο μεγάλες σακούλες.
– Τι είναι αυτά;
– Εσύ κοιμάσαι και η τύχη σου δουλεύει!
– Η τύχη μου… ασχολίαστο!
– Ξέρω τι λέω! Τάξε μου!
– Ωχ! Να πανικοβληθώ;
Δεν απάντησε. Μόνο την κοίταξε και έβγαλε από τις σακούλες δύο στολές.
– Τα ταααααααα!
– Ναι… τι;
– Φτωχό μου παιδί! Ακόμα να καταλάβεις!
– Τι να καταλάβω δηλαδή;
– Ο καλός σου και η… καλή του, θα ντυθούν σκυλιά Δαλματίας.
– Και πώς βρέθηκαν στα χέρια σου οι στολές τους;
– Απορώ πώς σε κάνω παρέα τόσα χρόνια! Ρε! Αυτές είναι οι δικές μας στολές!
– Μαίρη, μη με βασανίζεις. Τι έχω χάσει;
– Θα υπάρχουν τέσσερα Δαλματίας. Τα δικά μας θα είναι αντιπερισπασμός!
– Μπαρντόν;
– Θα ζήσεις τον έρωτά σου έστω και για μία νύχτα! Εσύ θα χορεύεις μαζί του! Την Στέλλα άστην σε μένα! Έχω σχέδιο σου λέω!
Παρασύρθηκε από τον ενθουσιασμό της φίλης της, από τον δικό της καημό και την υπέρμετρη λαχτάρα της να βρεθεί κοντά του και όταν έφτασε η ώρα, μπροστά στον καθρέφτη που έβλεπε ένα χαριτωμένο σκυλάκι Δαλματίας, το μετάνιωσε. Ήταν όμως πολύ αργά πλέον.
Το ζευγάρι μπήκε από τους πρώτους στην ντισκοτέκ. Στάθηκαν σε μια γωνία του μπαρ και η Μαίρη, ντυμένη πιγκουίνος, τους πλησίασε με δύο μπύρες στα χέρια.
– Στον καλύτερο πρόεδρο δεκαπενταμελούς, που κατάφερε να υπάρχουν μπύρες στο πάρτι!, φώναζε για να ακουστεί, στην δυνατή μουσική.
– Ναι αλλά είναι περιορισμένη η κάβα μας. Πολύ νωρίς δεν άρχισες να μοιράζεις το ποτό;, την μάλωσε.
– Ε! Τι σκ@τ@ μέλος του δεκαπενταμελούς είμαι μωρέ, αν δεν έχω λίγη εξουσία;, απάντησε με νάζι η Μαίρη και χόρευε στο ρυθμό. Στέλλα, πώς τον αντέχεις; Έλα άστον λίγο και πάμε να χορέψουμε στην πίστα!
Δεν πρόλαβε να αντιδράσει η Στέλλα. Με ένα νεύμα του πιγκουίνου, όρμησαν ο πειρατής, ο γέρος, ο αστυνομικός και η κότα και την τραβούσαν στην πίστα. Γύρισε προς τα πίσω, μα με το ταρακούνημα που δέχτηκε από τους άλλους, το κεφάλι της στολής, που της ήταν και μεγάλο, μετακινήθηκε και δεν μπόρεσε να δει τελικά τον σύντροφό της.
Η ντίσκο άρχισε να γεμίζει και το σχέδιο της Μαίρης μπήκε σε ισχύ. Έκαναν όλοι δύο σειρές απέναντι η μια από την άλλη και χόρευαν μακαρένα. Άφησε την θέση της απέναντι από την Στέλλα στον κάπτεν Αμέρικα και εκείνη πήγε ξανά στον πρόεδρο. Τον πήρε από το χέρι και τον παρέσυρε πιο πέρα, σε ένα σημείο του μαγαζιού με χαμηλό φωτισμό, πιο απομονωμένο από το υπόλοιπο, που η μεγάλη στρογγυλή κολώνα, δεν άφηνε μεγάλο οπτικό πεδίο και λειτουργούσε απόλυτα για αυτό που ήθελε να καταφέρει. Εκεί, ήταν η φίλη της, έτοιμη να λιποθυμήσει.
“Ορίστε, χορέψτε εσείς εδώ τα πιτσουνάκια”, είπε δυνατά η Μαίρη και τους ένωσε τα χέρια!
Γρήγορα έφυγε, πήγε στην τουαλέτα, πέταξε από πάνω της τον πιγκουίνο, φόρεσε το σκυλί Δαλματίας και πήγε στην Στέλλα, που διασκέδαζε στην πίστα. Χόρευε μαζί της, σαν Βασίλης, απασχολώντας την, θέλοντας να δώσει χρόνο στην κολλητή της.
Στην “γωνιά του έρωτα”, όπως την είχε στο νου της, η Έρση, καθόταν ακίνητη με το χέρι της να τρέμει μέσα στο χέρι του Βασίλη. “Πώς με έμπλεξε έτσι; Ρεζίλι θα γίνουμε. Ε, ρε ξύλο που θα φάμε…”, σκεφτόταν, ενώ από την άλλη, ”Χριστέ μου, μου κρατάει το χέρι, χορεύουμε δίπλα δίπλα, ας μη τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή!”. Όταν έφερε το σώμα του κολλητά στο δικό της και από το άνοιγμα του στόματος αναζήτησε τα χείλη της, της φάνηκε ότι η ντισκοτέκ άδειασε, ότι η μουσική σταμάτησε, ότι έμειναν οι δυο τους μόνοι και αφέθηκε.
Το φιλί τους ήταν μεθυστικό. Ήταν τα δευτερόλεπτα που έζησε το απόλυτο όνειρο, την φαντασίωση που τόσο καιρό της έκαιγε το μυαλό και την καρδιά. Από τις τρύπες της στολής, στη θέση των ματιών, τον είδε να την διαπερνά και τότε, τον άκουσε να της λέει “πρώτη φορά με φιλάς έτσι. Και το άρωμά σου… μυρίζεις αλλιώς”. Τι να του απαντούσε; Δεν μίλησε. Μόνο έσφιξε τα χέρια του και τον φίλησε ξανά, με ένα φιλί που χώρεσε όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Τον κοίταξε, σα να ήθελε να αποτυπώσει μέσα της την εικόνα του, σα να ήταν η τελευταία φορά κι έφυγε.
Ο Βασίλης έμεινε λίγα λεπτά, μην έχοντας καταλάβει τι είχε συμβεί. Αφού είδε ότι δεν επέστρεφε, άφησε το απομονωμένο εκείνο σημείο και ανακατεύτηκε στο πλήθος που χόρευε ξέφρενα, αναζητώντας την. Την είδε δίπλα στον DJ να πετάει κομφετί και να διασκεδάζει. Την πλησίασε, την έπιασε από την μέση και κουνήθηκε κι αυτός στο ρυθμό.
Στην τουαλέτα της ντίσκο, η Μαίρη, μάθαινε την εξέλιξη και βοηθούσε την φίλη της να αλλάξει στολή.
– Πώς θα ζήσω μετά από αυτό;
– Έλα ρε φιλενάδα, άσε το δράμα! Θα δεις, όλα θα πάνε καλά!
– Μαίρη, η σύνδεσή μας ήταν εξωπραγματική!
– Πάμε τώρα να δούμε τι κάνουν, να μη δώσουμε στόχο, άντε!
Οι δύο πιγκουίνοι, συνέχισαν την βραδιά μασκέ. Ο ένας από τους δύο, όλη την υπόλοιπη ώρα, δεν πήρε τα μάτια του από το σκυλί της Δαλματίας που πριν λίγο είχε μαζί του την πιο όμορφη στιγμή της μέχρι τότε ζωής του.
Ο Βασίλης παρατηρούσε την Στέλλα και συλλογιζόταν πόσο διαφορετική ήταν η επαφή τους πριν λίγο, σα να ξανασυστήθηκαν. Οι ματιές τους, το φιλί τους! Αυτό το φιλί, Θεέ, αλλιώτικο, έντονο, γεμάτο συναίσθημα, σα να φίλησε άλλο κορίτσι και λαχταρούσε να το επαναλάβει. Την πλησίασε και ένωσαν τα χείλη τους. Μα τίποτα δεν ήταν το ίδιο όπως πριν λίγα λεπτά. Σε τίποτα δεν έμοιαζε το πριν λίγο με το τώρα. Αυτό το φιλί τους ήταν όπως όλα τα άλλα, τόσους μήνες. Η μαγεία είχε εξαφανιστεί, τόσο ξαφνικά, όσο ξαφνικά είχε κάνει την περίεργη εμφάνισή της. Ο Βασίλης γυρνούσε γύρω γύρω σαν κάτι να έψαχνε, σαν κάτι να είχε χάσει. Η Στέλλα θεώρησε τις κινήσεις του, χορευτικές φιγούρες και συνέχιζε να διασκεδάζει.
Η Έρση πιο πέρα, ακίνητη, είχε καταλάβει. Το έβλεπε στην έκφρασή του. Δεν ήταν στην φαντασία της λοιπόν αυτό που συνέβη. Το ένιωσε κι εκείνος. Δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα, πνιγόταν. Ήθελε να βγει έξω, να πάρει αέρα. Πέρασε από δίπλα του τρέχοντας, χωρίς να στρέψει το κεφάλι της προς το μέρος του. Απευθείας, κάτι στον αέρα, έκανε τον Βασίλη να κοκαλώσει. Αυτό το άρωμα… τόσο ξένο και γνώριμο ταυτόχρονα, τον ανατρίχιασε. Σα μαγεμένος, ακολούθησε τα βήματα του πιγκουίνου χωρίς να ξέρει το γιατί.
Στο πάρκιγκ της ντισκοτέκ, σταμάτησε να τρέχει η Έρση και έβγαλε το προσωπείο του χαμογελαστού πιγκουίνου. Το κρατούσε στο χέρι της, σήκωσε το κεφάλι της ψηλά και εισέπνεε αχόρταγα, να γεμίσει οξυγόνο τα πνευμόνια της. Άφησε τα δάκρυα να τρέχουν λυτρωτικά στα μάγουλά της και κάποια λεπτά μετά, έκανε αναστροφή. Θα έμπαινε μέσα, να πάρει το παλτό της, την τσάντα της, για να φύγει πια από αυτόν τον χορό, από αυτήν την κατάσταση που την βασάνιζε. Μπροστά της στεκόταν απορημένος ο Βασίλης.
Ταράχτηκε η κοπέλα, με τίποτα δεν περίμενε να τον δει φάντη μπαστούνι μπροστά της. Με μία κίνηση, τράβηξε την σκυλίσια μάσκα που έκρυβε το πρόσωπό του και με έκδηλη την απορία στον τόνο της φωνής του, απευθύνθηκε σε κείνη.
– Έρση;
– Βασίλη, τι… τι κάνεις εσύ εδώ έξω;
– Ακολούθησα το άρωμά σου. Δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ μέσα στη στολή.
– Το άρωμά μου; Γιατί;
– Αυτό ψάχνω κι εγώ να βρω.
Την κοίταζε ερευνητικά, ψάχνοντας τις απαντήσεις στα λόγια, στις εκφράσεις, στις κινήσεις της. Εκείνη άρχισε να νιώθει πολύ άβολα και προσπάθησε να τον προσπεράσει και να μπει μέσα στο μαγαζί.
– Όχι τόσο εύκολα, της είπε και την έπιασε από το μπράτσο.
– Κρύωσα. Θέλω να μπω μέσα.
– Πρώτα θα μου λύσεις μια απορία.
– Τι απορία;
Έπιασε με τις παλάμες του, το πρόσωπό της και απαλά, σχεδόν ευλαβικά, ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Κάθε δισταγμός, κάθε φοβία, κάθε θλίψη της, παραδόθηκαν σε ‘κείνη τη στιγμή. Όταν άνοιξαν και οι δύο τα μάτια τους στο τέλος του φιλιού τους, άφησαν το χρόνο να κυλήσει. Η Έρση είχε ανάγκη να πιστέψει ότι συνέβαινε στην πραγματικότητα κι όχι στη φαντασία της κι ο Βασίλης να συνειδητοποιήσει ότι μόλις φίλησε μια άλλη κοπέλα κι όχι την κοπέλα του και όχι μόνο δεν αισθανόταν άσχημα, αλλά ποθούσε τα χείλη της σα τρελός.
– Εσύ ήσουν λοιπόν!
– Βασίλη, να σου εξηγήσω…
– Δεν θέλω να μου εξηγήσεις. Θέλω να με φιλήσεις.
– Όχι, όχι, στάσου. Πρέπει να…
– Πρέπει να είμαστε μαζί!
Την άρπαξε παθιασμένα και φιλήθηκαν ξανά, ξανά και ξανά. Ήταν τόσο ευτυχισμένη!
Μα… τι θόρυβος ήταν αυτός! Κουνούσε τα χέρια της στον αέρα, να διώξει τον θόρυβο. Έριξε κάτω το κινητό της και πετάχτηκε από τον ύπνο. “Θεέ μου, ήταν όνειρο! Πόσο ζωντανό!”. Έφερε τα δάχτυλα στα χείλη της, σα να ήθελε να σφραγίσει τα φιλιά τους κι ας ήξερε πια ότι ήταν μόνο στο όνειρό της. Αναστέναζε απογοητευμένη. “Μόνο στα όνειρα μπορώ να σε αγγίζω…, που λέει και το τραγούδι”, μονολογούσε, όταν χτύπησε το κουδούνι. Παρακοιμήθηκε και η Μαίρη θα την μάλωνε. Άνοιξε την πόρτα και την είδε να χαμογελάει πονηρά! “Έχω ένα σχέδιο!”, της είπε και όταν την είδε να βγάζει από την τεράστια σακούλα που κρατούσε δύο στολές σκυλιά Δαλματίας, γούρλωσε τα μάτια και αναφώνησε “αποκλείεται!”.
Χρυσούλα Καμτσίκη
