Η Άχνα και η αρρώστια

Η αρρώστια ήρθε μέσα σε ένα απόγευμα χωρίς άνεμο. Δεν προηγήθηκε σημάδι στον ουρανό, ούτε προειδοποίηση στις ειδήσεις. Μόνο μια παράξενη κόπωση που κύλησε στους ανθρώπους σαν λεπτή σκόνη. Ένας πυρετός που ανέβαινε τη νύχτα και μια σιωπή που απλωνόταν τη μέρα. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι δρόμοι άδειασαν, τα σπίτια έκλεισαν τα παντζούρια τους, τα τηλέφωνα χτυπούσαν λιγότερο και τα ονόματα άρχισαν να σβήνουν.

Στο τελευταίο σπίτι του τελευταίου δρόμου έμενε μια γυναίκα. Κανείς δεν ήξερε πια το όνομά της· δεν είχε μείνει κανείς να το προφέρει. Είχε όμως μια γάτα, μαύρη σαν μελάνι, με μάτια κίτρινα που άναβαν στο σκοτάδι. Η γάτα λεγόταν Άχνα…

Η αρρώστια μπήκε στο σπίτι τους ένα βράδυ που το ρεύμα έπεσε. Γλίστρησε κάτω από την πόρτα σαν κρύος καπνός. Η γυναίκα το κατάλαβε αμέσως — όχι από πόνο, αλλά από τη σιωπή. Ήταν μια σιωπή διαφορετική, βαριά, σαν κάποιος να είχε αφαιρέσει τον αέρα και να είχε αφήσει μόνο βάρος.

Ο πυρετός ήρθε αργά. Έκαιγε χωρίς φλόγα. Τα κόκαλά της πονούσαν σαν να τα τραβούσε κάποιος από μέσα. Μα δεν φώναζε. Δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει. Μόνο η Άχνα.

Η γάτα δεν έφευγε από το πλάι της. Κοιμόταν στο στήθος της, σαν να φύλαγε την ανάσα της. Κάθε φορά που η γυναίκα έβηχε, η Άχνα σήκωνε το κεφάλι και την κοιτούσε επίμονα, σαν να μετρούσε πόση ζωή, της είχε απομείνει.

Οι μέρες άρχισαν να μπερδεύονται. Το φως από το παράθυρο έμπαινε και έβγαινε χωρίς σημασία.
Το νερό τελείωσε…
Το ψωμί μούχλιασε…
Και ο κόσμος έξω, είχε σταματήσει να ακούγεται.

Η αρρώστια δυνάμωνε όσο το σώμα της γυναίκας λιγόστευε. «Είμαι εδώ», της ψιθύριζε μέσα από τον πυρετό. «Είμαι ό,τι απέμεινε». Μα η γυναίκα, με χείλη σκασμένα και μάτια μισόκλειστα, ψιθύρισε: «Όχι». Δεν το είπε δυνατά. Το είπε με το χέρι της, που βρήκε τη ράχη της γάτας και την χάιδεψε αργά.

Η Άχνα άρχισε να γουργουρίζει. Ο ήχος ήταν μικρός, μα σταθερός. Μια δόνηση ζωής μέσα σε ένα σπίτι που μύριζε τέλος. Η αρρώστια αναδεύτηκε. Δεν της άρεσε αυτός ο ήχος. Ήθελε σιωπή. Ήθελε παραίτηση. Το γουργούρισμα όμως συνέχιζε, σαν ρολόι. Σαν δεύτερη καρδιά.

Το τελευταίο βράδυ, η γυναίκα δεν μπορούσε πια να σηκωθεί. Η ανάσα της έβγαινε ρηχή, κοφτή. Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στο ταβάνι, όπου οι σκιές έμοιαζαν να κινούνται. Η αρρώστια στάθηκε από πάνω της σαν αόρατη μορφή. «Τελειώσαμε», είπε. Η γυναίκα δεν απάντησε. Μόνο έστρεψε το βλέμμα της στη γάτα. Η Άχνα ανέβηκε στο στήθος της και ακούμπησε το μέτωπό της στο πηγούνι της γυναίκας. Το γουργούρισμα έγινε πιο δυνατό. Πιο επίμονο. Σαν να έραβε την ανάσα της με αόρατη κλωστή. Κι εκεί, μέσα στη νύχτα, η γυναίκα πέθανε.

Η αρρώστια περίμενε να θεριέψει, να γεμίσει το σπίτι, να απλωθεί. Μα δεν υπήρχε πια τίποτα να πάρει. Δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος. Δεν υπήρχε φόβος. Δεν υπήρχε κραυγή. Μόνο μια γυναίκα νεκρή. Και μια γάτα που δεν έφυγε.

Οι μέρες πέρασαν. Η αρρώστια έμεινε στο σπίτι, αδύναμη τώρα, χωρίς νέο σώμα να κατοικήσει. Προσπάθησε να κρατηθεί στους τοίχους, στα σεντόνια και στον αέρα. Μα η Άχνα περιφερόταν στα δωμάτια αθόρυβα, με μάτια ανοιχτά. Κοιμόταν δίπλα στο άψυχο σώμα και έγλειφε τα παγωμένα δάχτυλα της γυναίκας και κάθε βράδυ γουργούριζε.

Ο ήχος δεν είχε αποδέκτη πια. Ή μήπως είχε;

Λένε πως οι γάτες βλέπουν πράγματα που οι άνθρωποι δεν βλέπουν. Ίσως η Άχνα να έβλεπε τη γυναίκα να στέκεται ακόμη εκεί, ελαφριά πια, απαλλαγμένη από τον πυρετό.

Με τον καιρό, η αρρώστια άρχισε να σβήνει. Δεν είχε πια τι να φάει. Έμεινε στο σπίτι σαν σκιά που ξεθωριάζει το σούρουπο. Κι ένα πρωί, όταν το φως μπήκε από το παράθυρο και έπεσε πάνω στη γάτα, η σκιά δεν σηκώθηκε ξανά. Η αρρώστια πέθανε μόνη. Στο σπίτι βρέθηκε μόνο μια γυναίκα ήσυχη, σαν να κοιμόταν. Και δίπλα της, μια μαύρη γάτα με μάτια που δεν έδειχναν θλίψη — μόνο γνώση.

Από τότε λένε πως οι αρρώστιες χρειάζονται σώματα για να ζήσουν. Μα οι ψυχές, αν έχουν συντροφιά, δεν τις φοβούνται.

Μαρία Διαμαντή

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading