Κάποτε, σε ένα χωριό της Κρήτης, υπήρχε μια βεντέτα που κρατούσε 30 ολόκληρα χρόνια. Τον λόγο δεν τον θυμόταν κανείς πια. Οι δύο οικογένειες όμως εξακολουθούσαν και δεν αντάλλαζαν ούτε μιλιά ούτε βλέμμα.
Στο ίδιο καφενείο δεν είχαν τολμήσει να μπουν όλοι μαζί. Έτσι και συναντιόνταν στο χωριό, άλλαζαν δρόμο. Τα παιδιά τους δεν τα άφηναν να παίζουν με τα άλλα. Είχαν χωριστεί σε στρατόπεδα και δεν υπήρχε περίπτωση να υποχωρήσει καμία από τις δύο πλευρές.
Μέχρι και οι ίδιοι είχαν ξεχάσει την αφορμή αυτής της παρεξήγησης. Οι κάτοικοι του χωριού έλεγαν πως έγινε για την γη. Μα κανείς δεν ήξερε συγκεκριμένα. Περισσότερο ήταν το πείσμα και ο εγωισμός να υπερασπιστούν το όνομα και την τιμή τους, παρά να παραδεχτούν την αλήθεια. Τα σημάδια πάντα υπάρχουν για να τα δούμε καθαρά. Αλλά τις περισσότερες φορές κλείνουμε μόνοι μας τα μάτια. Καλύτερα τυφλοί παρά νικημένοι, αυτό σκέφτονταν και κρατούσαν ζωντανή την έχθρα τους. Η ζωή όμως έχει τους δικούς της κανόνες. Για να θυμόμαστε ότι ακόμα έχουμε επιλογή.
Έτσι λοιπόν, ένα πρωινό, ανέβηκε ο Μανώλης στο βουνό να μαζέψει χόρτα και μανιτάρια. Το ήξερε σαν την παλάμη του και ησύχαζε το μυαλό του εκεί πάνω. Απόλυτη ησυχία σε ένα τοπίο μαγευτικό που έκρυβε πολλά μυστικά. Και σύντομα θα φύλαγε και ένα μυστικό δικό του. Είχε πατήσει τα τριάντα και ήταν μικρό κοπέλι όταν πρωτόμαθε για την βεντέτα. Μπορεί να μην είχε καταλάβει πολλά τότε, αλλά ο πατέρας του και ο συγχωρεμένος ο παππούς του ήταν απόλυτοι. Του είχαν επιβάλει τη δική τους αλήθεια. Έτσι έπρεπε να είναι τα πράγματα. Όφειλε σαν αρσενικό να στηρίξει την δική τους οικογένεια. Να τους αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι. Καμία συναναστροφή δεν επιτρεπόταν. Έπρεπε να φτύνει όπου πατούν και να αλλάζει δρόμο. Έτσι έμαθε, έτσι έκανε.
Ο ήλιος είχε καλοβγεί πια και η υγρασία υποχωρούσε. Κοιτούσε κάθε βήμα του προσεχτικά όσο προχωρούσε. Το χώμα ήταν βρεγμένο και μύριζε νερό και ο αέρας αίμα.
«Αίμα!», ψέλλισε μόλις χώθηκε η μυρωδιά στα ρουθούνια του και τον ακινητοποίησε. Από πού ερχόταν;
Κοίταξε γύρω του μήπως υπήρχε τίποτα πεθαμένο. Κοίταξε μην είχε προσελκύσει κανένα άγριο ζώο. Έψαξε με προσοχή τριγύρω. Δεν έβλεπε τίποτα μα ήξερε ότι ήταν κοντά του.
Προχώρησε ως την άκρη του γκρεμού και έσκυψε κάτω να ρίξει μια ματιά. Ανάμεσα στους βράχους και τα κλαδιά του φάνηκε ότι είδε ένα ανθρώπινο σώμα. Έκανε τον σταυρό του τρεις φορές. Έψαξε να βρει ένα σημείο να κατέβει. Ήταν όμως πολύ απότομα και δεν μπορούσε. Έκανε τον γύρο και βγήκε από την άλλη πλευρά. Περπάτησε όσο πιο γρήγορα γινόταν προς το σημείο. Τα πόδια του είχαν βραχεί ως τα γόνατα. Οι μπότες του ήταν βαριές σαν πέτρες. Παραμέρισε τα κλαδιά και έφτασε πάνω από το σώμα του άντρα. Του φάνηκε πως ο άνθρωπος ακόμα ανάσαινε. Όμως δεν του έμενε πολύς χρόνος.
«Βοήθεια», σαν να ακούστηκε από τον νεαρό άντρα και ο Μανώλης έσκυψε πάνω από το πρόσωπό του για να ακούσει καλύτερα. Πρέπει να ήταν στην ίδια ηλικία. Γύρω στα τριάντα και αυτός.
Ο Μανώλης κοίταξε ψηλά την κορυφή του γκρεμού. Υπέθεσε ότι ο άντρας βγήκε στο βουνό πριν λίγες ώρες, να κυνηγήσει πριν σηκωθεί ο ήλιος. Θα παραπάτησε και θα γκρεμοτσακίστηκε. Θα χτύπησε το κεφάλι του στον βράχο και θα περίμενε τόσες ώρες μια βοήθεια ή το τέλος του. Ό,τι θα έφτανε πρώτο. Ούτε φωνή δεν έβγαινε από το στόμα του να ζητήσει βοήθεια. Κανείς δεν θα τον έβρισκε εκεί ζωντανό. Σκύλο δεν είχε μαζί του. Η καραμπίνα ήταν ακόμα στο χέρι του. Φάνηκε σαν να προσπάθησε να την χρησιμοποιήσει μια τελευταία φορά. Ο πόνος πρέπει να ήταν αφόρητος. Η απελπισία αδιανόητη.
«Πώς σε λένε;», τον ρώτησε ο Μανώλης ενώ σκεφτόταν με ποιον τρόπο θα μπορούσε να τον μεταφέρει πίσω στο χωριό. Το χτύπημα στο κεφάλι ήταν πολύ άσχημο και έπρεπε να βιαστεί.
«Γιώργο. Δρακάκη»
«Δρακάκης είπες;», κόλλησε το αυτί στο στόμα του άντρα και παρακαλούσε να μην άκουσε καλά.
Μα δεν παράκουσε. Ήταν ο εχθρός. Λαβωμένος στα χέρια του.
«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο Μανώλης ο Φραγκιαδάκης είμαι! Άτυχος είσαι!»
Ξαφνικά, ο Γιώργος σήκωσε την καραμπίνα και έκανε να του την δώσει.
«Όχι… Δεν μπορώ να σε σκοτώσω!»
Ο Μανώλης είδε την απελπισία στα μάτια του άντρα που μόλις άκουσε την απάντηση βούρκωσαν. Αυτή ήταν η τελευταία του ελπίδα να φύγει γρήγορα.
«Ούτε να σε σώσω μπορώ. Είναι προδοσία!», του ερχόταν να τραβάει τα μαλλιά της κεφαλής του. Στο μυαλό του όρμισαν όλα τα λόγια και οι ορμηνιές των παππούδων του και πάλευαν με την λογική. Όμως με αυτές μεγάλωσε. Αυτές ήξερε. Αυτό ήταν το σωστό. Έτσι του είχαν πει. Δεν είχε άλλη επιλογή.
«Θα φύγω. Εύχομαι να μην αργήσει το τέλος», του είπε και γύρισε την πλάτη. Ένιωσε σαν ένα χέρι να τον τραβά πίσω. Σαν να είχαν κολλήσει τα πόδια του στην λάσπη. Φώναζε το μυαλό και ούρλιαζε η καρδιά του. Γύρισε πίσω στον άντρα και τον σήκωσε στα χέρια του.
«Τσιμουδιά! Ακούς Δρακάκη; Σε κανέναν!»
Όταν γύρισε σπίτι, τον είδε ο πατέρας του ταλαιπωρημένο με τα αίματα στα ρούχα και τον σταμάτησε στην πόρτα.
«Πού ήσουνα; Τι έπαθες;» τον ρώτησε αγριεμένος ο πατέρας του.
Ένα βλέμμα μόνο του έριξε ο γιος του. Μια ματιά σκληρή γεμάτη πόνο που έλεγε πολλά όμως κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει. Γιατί ο εγωισμός ήταν το αφεντικό τους για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Και αυτή ήταν η δική τους επιλογή.
Ο Γιώργος δεν του απάντησε ποτέ στην ερώτησή του. Δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Είχε πια το δικό του μυστικό. Ένα μυστικό που έμοιαζε με προδοσία. Και το φυλούσε ο εχθρός του.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
