Αέλια – Μέρος 5ο

Προηγούμενο

Ο αέρας της Σικελίας δεν κατάφερε να στεγνώσει τα δάκρυά της, που έτρεχαν ασταμάτητα όταν μπήκε στο νοσοκομείο. Έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας της και η ψυχή της ξεριζώθηκε όταν είδε πόσο χλωμή και αδύναμη ήταν. Μητέρα και κόρη είχαν εκείνη τη στιγμή την ίδια όψη.

Έψαξε με το βλέμμα της τον πατέρα της και βγήκε στο μπαλκόνι όπου τον είδε να στέκεται με το κεφάλι σκυμμένο. Όρμησε κοντά του με αγωνία και μίλησαν για ώρα. Η μητέρα της είχε μεταφερθεί πριν δύο μέρες εκεί με αφόρητους πόνους και είχε υποβληθεί σε εξετάσεις. Η διάγνωση, καρκίνος. Έπρεπε να είναι και οι δύο δυνατοί και να την στηρίξουν στην δοκιμασία που θα ακολουθούσε.

Οι μέρες έγιναν βδομάδες και η Αέλια δεν έφυγε από το πλευρό της, αφήνοντας τα πάντα πίσω της για να την φροντίσει. Όταν ένιωθε τις ελπίδες της να χάνονται, πήγαινε και κρυβόταν στην εκκλησία Μαρτοράνα. Εκεί έβρισκε η καρδιά της ζεστασιά, ανακούφιση, ηρεμία. Έγινε το καταφύγιό της, μυστικό ολόδικό της, μια σκέπη που έσταζε αιώνια ζωή.

Μήνες αργότερα, στην πλατεία έξω από την εκκλησία, καθισμένος σε ένα παγκάκι, ο Πέτρος στριφογύριζε έναν χάρτη προσπαθώντας να αποφασίσει προς τα πού να πάει. Ήταν ένα ζεστό ανοιξιάτικο μεσημέρι από εκείνα που μοσχοβολούν τριαντάφυλλο και παγωτό βανίλια.

«Πρώτη φορά στο Παλέρμο;»

«Ναι, κυρία μου και νομίζω πως έχω χαθεί. Ψάχνω την καλύτερή μου φίλη που με εγκατέλειψε και γύρισε πίσω στην πατρίδα της, μόνιμα πιστεύω, αν και εκείνη δεν το παραδέχεται. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχω αναλάβει εγώ τον Όμιλο και παλεύω με νύχια και με δόντια να μην τον επιστρέψω διαλυμένο στην οικογένειά της»

«Τελείωσες;»

«Ναι»

«Πάρε με μια αγκαλιά τότε. Μου έλειψες»

«Και μένα. Κάθε μέρα. Πες μου τώρα πώς πάει η Ναταλί. Είναι καλά;»

«Κρατάς τσιγάρα;»

Ο Πέτρος κούνησε θετικά το κεφάλι του σαν να ήταν συνένοχος σε διακίνηση κακών συνηθειών. Περπάτησε δίπλα της και την άκουσε προσεχτικά.

Σε μισή ώρα με το τρένο έφτασαν στο νοσοκομείο. Ο Πέτρος την ρώτησε τι θα μπορούσε να πάρει από το εστιατόριο απέναντι για να φάνε όλοι μαζί. Έτσι, μπήκαν στο δωμάτιο κρατώντας χάρτινες σακούλες που μοσχοβολούσαν ψητά λαχανικά και σούπες.

«Στο είχα πει ότι την επόμενη φορά που θα σε έβλεπα ήθελα να φάμε μαζί», του είπε η μητέρα της και ο Πέτρος κοκκίνησε που το θυμήθηκε και εκείνη.

«Ποιος να μου το έλεγε ότι τόσα χρόνια μετά, στο τιμόνι του Ομίλου θα καθόταν ο γιος του καλύτερου μου φίλου», συγκινήθηκε ο πατέρας της.

«Πάρτε λίγο χρόνο σήμερα να δει ο Πέτρος την πόλη», είπε η μαμά της και του έπιασε το χέρι. «Συμφωνείς;», τον ρώτησε ικετευτικά.

«Ναι, κυρία Ναταλί. Θα το ήθελα πολύ»

«Άντε να ξεχαστείτε λίγο», είπε με βαριά φωνή ο Χριστόφορος και φίλησε την κόρη του.

«Κυρία Ναταλί, θα τα πούμε σύντομα. Στο επόμενο γεύμα», υποσχέθηκε ο Πέτρος.

«Σε ευχαριστώ, γλυκέ μου. Σε ευχαριστώ πολύ»

Πήραν ξανά το τρένο και κατέβηκαν στην Ιταλική Ριβιέρα με τα πολύχρωμα χωριά της, όπου η Αέλια συνήθιζε να παραθερίζει μικρή με τους γονείς της όταν γυρνούσαν στην πατρίδα. Γραφικά σοκάκια και μια χρωματική ουτοπία απλωνόταν ολόγυρά τους. Μυρωδιές ξεπηδούσαν από τα φρεσκοψημένα ψωμιά και ψάρια σε χωνιά που κρατούσαν οι τουρίστες που τριγυρνούσαν δίπλα τους. Στην ακτή Αμάλφι, το απρόσιτο στολίδι του Ποζιτάνο ήταν γεμάτο πολύχρωμα σπίτια, που λες και κρέμονταν από τους βράχους. Στο κέντρο, η θέα της θάλασσας έμοιαζε κλεμμένη από πίνακα που οι καλλιτέχνες του δρόμου πάσχιζαν να τον αντιγράψουν. Κατέβηκαν σε μια παραλία με σκούρα νερά και μαύρη άμμο που έκαιγε κάτω από τον ήλιο. Σε ένα μικρό ταβερνάκι στον παραλιακό πεζόδρομο, ξεκούρασαν το ανήσυχο πνεύμα τους που ρουφούσε αχόρταγα τον επίγειο ιταλικό παράδεισο.

Τελείωσε το καλοκαίρι και η Ναταλί κατάφερε να επιστρέψει σπίτι με την οικογένειά της. Η κόρη της αρνιόταν πεισματικά να την αφήσει μόνη και δεν ήθελε να γυρίσει στην Ελλάδα.

Ένα πρωινό, η Αέλια ξύπνησε ευδιάθετη και τράβηξε τις κουρτίνες για να αφήσει τον ήλιο να κατακλύσει το δωμάτιο. Τα πουλιά τραγουδούσαν πάνω στις ελιές και τις λεμονιές στον απέραντο κήπο του πατρικού της. Φόρεσε ένα αέρινο ροζ φόρεμα, μια κορδέλα στα μαλλιά και κατέβηκε στον κήπο όπου η Ναταλί έπαιρνε το πρωινό της.

«Σαν να σε βλέπω ξανά μικρούλα να τρέχεις στους κήπους μας. Τι όμορφο πρωινό! Με κάνεις να νιώθω και εγώ νέα ξανά»

«Είσαι νέα. Καλημέρα και σε σένα, μαμά μου»

Το τραπέζι γεμάτο με φρυγανιές με βούτυρο και σπιτική μαρμελάδα βατόμουρο, πίτες λεμόνι και φρεσκοστυμμένους χυμούς. Στα βάζα νάρκισσοι και τριαντάφυλλα. Ο κηπουρός στο βάθος περιποιόταν την περίφραξη και ο πατέρας της μιλούσε στο τηλέφωνο μπροστά από το σιντριβάνι όταν είδε την Αέλια και την χαιρέτισε σηκώνοντας το χέρι του.

«Περιμένουμε καλεσμένους το μεσημέρι», ανακοίνωσε όταν έκατσε στο τραπέζι μαζί τους. «Ευχαριστώ, κύριε Ρενέ. Ενημερώστε το υπόλοιπο προσωπικό για πέντε επισκέπτες τη μια το μεσημέρι», είπε στον οικονόμο που σέρβιρε τον καφέ του.

«Μάλιστα, κύριε»

«Η πτήση του Πέτρου φτάνει στις δώδεκα και οι Φουκάλι είναι ήδη εδώ από το προηγούμενο βράδυ. Μόλις υπογράψει ο Αγκουστίνο την πώληση, θα ανακοινώσω στον Πέτρο ότι θα τον κάνω συνέταιρο στον Όμιλο», είπε ξαφνικά ο Χριστόφορος.

Η Αέλια κατάπιε απότομα το κομμάτι της πίτας και έβηξε χτυπώντας δυνατά το στήθος της.

«Δεν ξέρω αν ο Πέτρος έχει τη δυνατότητα να γίνει συνέταιρος, μπαμπά»

«Μα δεν πρόκειται για τα χρήματα, γλυκιά μου. Έχω μιλήσει για αυτό με τους εταίρους. Θα του παραχωρήσω ένα μέρος από τις δικές μου μετοχές. Είναι μια κίνηση σαν φόρος τιμής στην οικογένειά του»

«Λίγο ξαφνικό δεν είναι;»

«Όχι, δεν είναι. Είναι κάτι που δεν σου έχω πει ποτέ», έσκυψε προς το μέρος της. «Ο πατέρας του Πέτρου είχε ζητήσει ένα δάνειο από εμάς που δεν κατάφερε να ξεπληρώσει και πούλησε τη μισή του εταιρεία σε έναν επιχειρηματία τόσο δολοπλόκο, που κατάφερε μέσα σε λίγους μήνες να του πάρει τα πάντα»

«Μπαμπά, τι λες;»

«Όταν το έμαθα θύμωσα πολύ μαζί του, γιατί ποτέ δεν ήθελα να καταφύγει σε τέτοια λύση ο πατέρας του για να ξεπληρώσει το χρέος του. Ποτέ δεν τον πίεσα να επιστρέψει τα χρήματα, αλλά νιώθω ότι αυτός ήταν ο λόγος που άρχισαν όλα. Έπειτα πούλησε ένα ένα όλα του τα ακίνητα για να συντηρήσει την οικογένειά του, εκτός από το διαμέρισμα και το εξοχικό στο Κάϊρο. Μέχρι και το πατρικό της γυναίκας του βγήκε σε δημοπρασία»

«Τα υπόλοιπα τα ξέρεις κορίτσι μου», είπε ήρεμα η μαμά της. «Ο κύκλος μας τους απομόνωσε γιατί μαθεύτηκε ότι αυτός ο αδίστακτος επιχειρηματίας ήταν μπλεγμένος με τη μαφία. Το μέλλον του Πέτρου είχε ήδη αρχίσει να φαίνεται αβέβαιο. Δεν είχε πια πουθενά να στηριχτεί, η οικογένειά του δεν θα μπορούσε να του εξασφαλίσει ούτε τις σπουδές του»

«Και το αναλάβατε εσείς μετά αυτό»

«Ναι», είπε ο μπαμπάς της και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. «Με αυτή τη συμφωνία όμως θα σφραγίσει την επαγγελματική του αποκατάσταση»

«Δεν ξέρω τι να πω», ξεφυσηξε η Αέλια αφήνοντας τα μαχαιροπίρουνα πάνω στο πιάτο της. Ένιωθε ακόμα μεγαλύτερο βάρος στην συνείδησή της τώρα που ήξερε όλη την αλήθεια.

«Κύριε, σας ζητούν στο τηλέφωνο»

«Έρχομαι αμέσως, Ρενέ», σηκώθηκε και πήγε να απαντήσει.

«Νομίζω ότι οι Φουκάλι έχουν και ένα γιο», αναρωτήθηκε δήθεν αδιάφορα η μαμάς της ενώ γέμιζε το ποτήρι της με χυμό.

«Δεν θυμάμαι, μαμά»

«Είσαι πολλά χρόνια μόνη σου. Δες το σαν μια ευκαιρία να ολοκληρώσεις την ζωή σου. Πόσο θα ήθελα να σε δω ντυμένη νυφούλα πριν φύγω από αυτόν τον κόσμο»

«Ιταλίδες και Ελληνίδες μαμάδες, όλες με τον ίδιο καημό»

«Απλώς πιστεύω ότι θα ήσουν πιο ευτυχισμένη με έναν σύντροφο δίπλα σου. Αρκετά υπηρέτησες τον Όμιλο, την οικογένειά σου, τις φιλανθρωπίες. Ώρα να κάνεις κάτι για τον εαυτό σου, δεν νομίζεις; Αλήθεια, πότε ήταν η τελευταία φορά που ερωτεύτηκες;»

«Δεν μπορώ να ακούω άλλο αυτή τη λέξη», είπε και πετάχτηκε όρθια. «Θα τα πούμε στο γεύμα, μαμά. Πάω μια βόλτα»

«Πού θα πας;»

«Οποιουδήποτε»

Όσο πλησίαζε το μεσημέρι, τόσο πιο εκνευρισμένη ένιωθε. Περίμενε ανυπόμονα να φτάσει ο Πέτρος για να τον δει. Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά και ήδη οι πρώτοι καλεσμένοι έφτασαν με δώρα και μεγάλες ανθοδέσμες. Στην μεγάλη τραπεζαρία με την περίτεχνη ροτόντα και τα αμέτρητα έργα τέχνης, στρώθηκε πλούσιο γεύμα. Έκατσαν στις προκαθορισμένες θέσεις, οι οικοδεσπότες στην κορυφή του τραπεζιού, τριγύρω οι καλεσμένοι και η Αέλια δίπλα στον Ρομπέρτο, τον γιο των Φουκάλι. Έβαζε τη λινή πετσέτα στα πόδια της όταν επιτέλους είδε τον Πέτρο να εμφανίζεται καθυστερημένος κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί. Έκατσε απέναντί της και άκουσε τον Χριστόφορο να αναλαμβάνει τις συστάσεις και παρακάλεσε να μιλάνε στα αγγλικά για να συμμετέχει και ο Πέτρος.

«Φαίνεται ότι δεν είσαι γέννημα θρέμμα Σικελός», είπε ο Ρομπέρτο, δίνοντας το βούτυρο στον Πέτρο. «Οι Ιταλοί δεν φέρνουν κρασί σε γεύμα, γιατί ο οικοδεσπότης φροντίζει να έχει πάντα το καλύτερο»

«Είμαι σίγουρος ότι η κυρία Ναταλί γνωρίζει ότι δεν είχα πρόθεση να την προσβάλω», απάντησε ο Πέτρος και κοίταξε την Αέλια για επιβεβαίωση.

Ήταν ξεκάθαρο ότι ο άντρας είχε σκοπό να κολακεύσει τις οικοδέσποινες και να υποτιμήσει τον ξένο. Ο Πέτρος προσπαθούσε όπως σε κάθε γεύμα με πλούσιους να καταλάβει πόσο αντέχουν τα όριά του. Ο πειρασμός δεν τον άφηνε ήσυχο και ήταν βέβαιος ότι η οικογένειά της ήθελε να τον κάνει μάρτυρα στο προξενιό της Αέλιας. Η Ναταλί από την άλλη, δεν είχε καταλάβει τίποτα και ήταν πολύ ευχαριστημένη με την επιλογή των θέσεων που έκανε και απολάμβανε το φαγητό της μιλώντας για την ανακαίνιση που θα έκανε στη μπουτίκ της.

Κλείνοντας την πόρτα του γραφείου, ο Χριστόφορος έδειξε στον Πέτρο την πολυθρόνα δίπλα στη βιβλιοθήκη για να καθίσει.

«Είχες καλό ταξίδι;», τον ρώτησε.

«Ναι, κύριε, είχε μια μικρή καθυστέρηση αλλά ήταν καλό»

«Πίνεις ουίσκι;», ρώτησε και άφησε ένα κοντό ανάγλυφο ποτήρι μπροστά του. Ο Πέτρος έγνεψε καταφατικά και το ουίσκι γέμισε μέχρι τη μέση το ποτήρι του. «Σκέτο το πίνω και εγώ», παρατήρησε ο Χριστόφορος και έκατσε απέναντί του αφήνοντας μια ανάσα ικανοποίησης. «Λοιπόν, παιδί μου, θέλω να σου πω δυο κουβέντες. Ξέρεις καλά ότι ο πατέρας σου και εγώ ήμασταν πολύ στενοί φίλοι και η απώλειά του μου έχει στοιχίσει τρομερά. Σε θεωρώ μέλος αυτής της οικογένειας. Τώρα που αποφάσισα να αποσυρθώ, θέλω να αλλάξω το συμβόλαιο που σου έκανε η κόρη μου. Και θέλω να δεχτείς την δική μου πρόταση»

«Και ποια είναι η πρότασή σας, κύριε;»

«Θέλω να αναλάβεις εσύ τον Όμιλο όταν αποσυρθεί η κόρη μου για να κάνει οικογένεια»

«Τι θα κάνει; Με ποιον;», του ξέφυγε.

«Τι εννοείς, παιδί μου; Με τον Ρομπέρτο βέβαια. Είναι ένας εξαίρετος νέος από μεγάλη ιταλική οικογένεια και ανυπομονώ να έρθει η ώρα να ανακοινώσω τον αρραβώνα τους»

«Δεν το πιστεύω», μουρμούρισε.

«Μα τι έπαθες; Μόλις σου ανακοίνωσα ότι θα γίνεις αντιπρόεδρος και εσύ ρωτάς για την κόρη μου. Ξέρω ότι την νοιάζεσαι και την αγαπάς», είπε και τα μάτια του Πέτρου μαλάκωσαν. «Μεγαλώσατε μαζί άλλωστε σαν παιδιά. Όμως δεν μπορείς άλλο να είσαι υπάλληλος. Τώρα θα είσαι αφεντικό. Είσαι έτοιμος για αυτό. Παρακαλώ, περάστε!»

Τους διέκοψε το χτύπημα στην πόρτα και η Αέλια μπήκε διστακτικά και έκλεισε πίσω της την πόρτα.

«Σου το είπε;», ρώτησε τον Πέτρο.

«Ναι. Μου το είπε. Είμαι πολύ… ενθουσιασμένος», ήπιε το υπόλοιπο ουίσκι μονορούφι.

«Ξέρω ότι όλα θα πάνε καλά», του είπε εκείνη ήρεμα.

«Ναι. Φυσικά. Δέχομαι την θέση», ανακοίνωσε και ξέσφιξε απότομα την γραβάτα του.

«Συγχαρητήρια», είπαν ταυτόχρονα και οι δύο και ο πατέρας της ξεκίνησε ήδη τα τηλεφωνήματα για το δελτίο τύπου.

«Αντίο, κύριε», χαιρέτισε τον Χριστόφορο δίνοντας το χέρι του.

«Αντίο. Και όρθωσε το ανάστημά σου, παιδί μου!», του έσφιξε το χέρι.

Ο Πέτρος ανατρίχιασε ολόκληρος και η Αέλια που τον κρατούσε από το μπράτσο το ένιωσε.

«Είσαι σίγουρη για αυτό;», την ρώτησε ενώ επέστρεφαν στην τραπεζαρία.

«Ναι, είναι απόφαση του πατέρα μου, αλλά εννοείται ότι συμφωνώ και εγώ»

Ο Πέτρος γέλασε με πικρία.

«Ελπίζω μόνο να μην το μετανιώσεις. Θέλω να είσαι ευτυχισμένη»

«Πέτρο, μην ανησυχείς. Είναι η καλύτερη απόφαση και για τους δύο μας»

Έξι μήνες αργότερα ήταν οι προγραμματισμένες επαναληπτικές εξετάσεις της Ναταλί και η κόρη της την συνόδευσε στην κλινική. Δεν είχε περάσει μέρα που να μην δέχονται στο σπίτι ανθοδέσμες από τον Ρομπέρτο και η μητέρα της είχε γοητευτεί, ελπίζοντας ότι η κόρη της θα προχωρήσει σύντομα σε κάτι περισσότερο. Αυτή η σκέψη της έδινε κουράγιο και αισιοδοξία να ξεπερνάει τις άσχημες σκέψεις για την υγεία της.

«Μην ενθουσιάζεσαι», είπε στην μαμά της ενώ διάλεγε φόρεμα για να συναντήσει τον Ρομπέρτο σε δείπνο.

«Γιατί όχι; Εύχομαι απόψε να δεις πόσο καλός είναι και να αποφασίσεις…»

«Μαμά. Φτάνει, σε παρακαλώ. Δεν θέλω να στεναχωριέσαι, αλλά δεν πρόκειται για το ραντεβού που νομίζεις και δεν θέλω με τίποτα να απογοητευτείς. Θα τα πούμε όταν επιστρέψω»

Το τραπέζι που έκλεισε ο Ρομπέρτο στο ακριβό εστιατόριο ήταν δίπλα στο πιάνο που έπαιζε ο μουσικός. Τράβηξε την καρέκλα της για να καθίσει και προσπάθησε να φιλήσει το χέρι της μα εκείνη το τράβηξε μακριά του.

«Χαίρομαι πολύ που δέχτηκες να φάμε μαζί και ας δείχνεις ακόμα απόμακρη», είπε και γέμισε το ποτήρι της με κόκκινο κρασί.

«Δέχτηκα για να σου πω πρόσωπο με πρόσωπο να σταματήσεις να περιμένεις κάτι παραπάνω εκτός από την φιλία της οικογένειάς μου»

«Αυτό που λες, αγαπητή μου, δεν γίνεται»

«Απόψε τρώμε σαν φίλοι και μόνο έτσι θα συναντιόμαστε. Οι οικογένειές μας συνδέονται και επαγγελματικά, οπότε το ενδιαφέρον μου τελειώνει εκεί»

«Μην είσαι απόλυτη. Ίσως σε κάνω να αλλάξεις γνώμη», σκούπισε τα χείλη του στην πετσέτα. Το πρόσωπό του ήταν μακρύ, τα ζυγωματικά του έντονα, τα φρύδια πυκνά και το χρώμα στα μάτια του τόσο σκούρο όσο και το βλέμμα του. Φαινόταν ένας άντρας που δεν δέχεται το όχι σαν απάντηση και δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να την γοητεύσει ο χαρακτήρας του.

«Πρέπει να νιώσεις κάτι πολύ δυνατό για να αλλάξουν τα συναισθήματά σου από τη μια στιγμή στην άλλη. Η αγάπη γεννιέται με τον έρωτα και αν ένιωθα κάτι τόσο έντονο θα το ήξερα πιστεύω»

«Ποιος μίλησε για έρωτα; Το επαγγελματικό ενδιαφέρον με αφορά. Ένας γάμος θα ένωνε την εξουσία των οικογενειών μας και θα τους έκανε παντοδύναμους στην αγορά. Κακώς δεν το σκέφτεσαι έτσι. Νομίζω πίσω από αυτά τα μεγάλα μάτια κρύβεται η αγάπη για εξουσία περισσότερο από την ανάγκη για έρωτα και αγάπες»

«Κάνεις λάθος, Ρομπέρτο»

«Ποτέ δεν κάνω. Δεν έχω μάθει να μην παίρνω αυτό που θέλω. Και αυτό που θέλω είναι μια γοητευτική σύζυγο δίπλα μου με τις δικές σου προδιαγραφές. Πλούσια, έξυπνη και με όμορφο παρουσιαστικό. Αυτά φτάνουν»

«Δεν είμαι τρόπαιο και δεν έχω ξανασυναντήσει άνθρωπο που να θέλει να με παντρευτεί για να κάνει δουλειές μαζί μου»

«Καλή όρεξη, αγαπητή μου», της είπε μόλις ο σερβιτόρος άφησε τα κυρίως πιάτα. «Θέλω να είσαι σίγουρη ότι δεν σε θεωρώ τρόπαιο. Θα είσαι ισότιμο μέλος αυτής της συμφωνίας, όπως και εγώ. Δεν έχω σκοπό να σε μειώσω. Σίγουρα κάποιος άλλος θα γοητευόταν από τις ρομαντικές σου απόψεις, θα λαχταρούσε να φιλήσει τα σαρκώδη χείλη σου και θα σε ερωτευόταν κεραυνοβόλα. Δεν είμαι όμως τέτοιος άντρας. Είμαι κάποιος που δεν έχει μάθει να χάνει αυτό που θέλει», είπε και άφησε ένα κουτάκι δεμένο με κορδέλα δίπλα στο ποτήρι της.

«Τι είναι αυτό;»

«Άνοιξέ το»

«Δεν θέλω»

«Μη φοβάσαι. Ο σκοπός είναι κοινός, θέλουμε και οι δύο το συμφέρον της οικογένειάς μας. Κι αν σε καθησυχάζει, σου υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να σε αγγίξω»

Η Αέλια αηδίασε και μόνο στην ιδέα να την χαϊδεύουν τα χοντρά του χέρια, αλλά ούτε και ησύχασε στην υπόσχεσή του ότι θα κοιμόντουσαν σε ξεχωριστές κρεβατοκάμαρες.

«Δεν το πιστεύω όλο αυτό»

«Έχω ήδη κοπέλα», της ψιθύρισε. «Μπορείς και εσύ να έχεις όποιον θες, αρκεί να μην σας δουν ποτέ μαζί»

«Αρκετά άκουσα απόψε», είπε πετώντας την πετσέτα της στο τραπέζι.

«Κάτσε κάτω και μην διανοηθείς να κάνεις σκηνή», την πρόσταξε και τα μάτια του σκοτείνιασαν ακόμα πιο πολύ. «Εκτός κι αν θες να μάθει ο Πέτρος ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο που σκότωσε τους γονείς του»

«Πώς στο καλό ξέρεις εσύ τέτοιο πράγμα!», είπε σφίγγοντας τα δόντια της.

«Μα σου απάντησα ήδη. Όταν θέλω κάτι το πετυχαίνω με κάθε τρόπο και είμαι έτοιμος να χρησιμοποιήσω κάθε μέσο»

«Είσαι αδίστακτος!»

«Και εσύ μάλλον αφελής και με υποτιμάει, γιατί είσαι η επιλογή μου. Και δεν κάνω λάθος στις επιλογές μου. Δεν θα αφήσω να είσαι η εξαίρεση, για αυτό μη με υποτιμήσεις ξανά, αγαπητή μου. Α! Τέλεια, ώρα για το γλυκό. Θα δοκιμάσεις το σουφλέ;»

Εκείνη έστρεψε από την άλλη το πρόσωπό της με αηδία και δεν μίλησε. Ο Ρομπέρτο κατάλαβε ότι δεν σιχαινόταν το γλυκό και συνέχισε να την εξωθεί στα άκρα.

«Αλήθεια, δεν μου είπες πώς καταφέρατε και θάψατε τις έρευνες;»

«Τι είναι αυτά που λες; Ο Πέτρος ποτέ δεν θέλησε να μάθει ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο»

«Εντάξει, μην αναστατώνεσαι. Τι λόγο έχω να μην σε πιστέψω; Όμως περιμένω και από σένα να με πιστέψεις», είπε αφήνοντας το κουτάλι στην πετσέτα. «Θα του τα πω όλα αν δεν βγεις απόψε έξω από το εστιατόριο φορώντας το δαχτυλίδι»

«Αυτό είναι εκβιασμός»

«Όχι βέβαια», απάντησε και γέλασε δυνατά.

«Γελάς μόνο και μόνο για να μας ακούσουν»

«Κάνω μια μικρή πρόβα, κακό είναι και αυτό;»

«Το ότι είσαι υποκριτής ή ότι με εκβιάζεις;»

«Δεν κάνω κανένα από τα δύο. Εκβιασμός θα ήταν να σε ρωτούσα αν οδηγεί ο Πέτρος. Απάντησέ μου σε αυτό»

«Οδηγεί», είπε και σκούπισε τα δάκρυα που έσταξαν στα μάγουλά της.

«Να του πεις να προσέχει»

«Δεν θα τολμούσες!»

«Μην παίρνεις όρκο»

«Γιατί σε ενδιαφέρει τόσο πολύ ο Πέτρος;»

«Εσένα ενδιαφέρει. Νομίζεις ότι δεν το κατάλαβα στο γεύμα; Αυτό είναι το αδύναμο σημείο σου και για αυτό χάνεις. Γιατί ο πλούτος, η δύναμη και η εξουσία δεν σε κάνουν ποτέ αδύναμο»

«Σε κάνουν όμως άπληστο και πάντα θα είσαι μόνος σου»

«Μην προσπαθείς να με μάθεις, άδικος κόπος»

«Δεν έχω κάτι να μάθω από εσένα ούτως ή άλλως. Ο φόβος και ο εξαναγκασμός είναι δικοί σου δάσκαλοι»

Ο Ρομπέρτο τέντωσε το χέρι του και ειδοποίησε τον σερβιτόρο να φέρει το λογαριασμό.

«Ετοιμάσου, γιατί θα πάμε να ανακοινώσουμε τον αρραβώνα μας στους γονείς σου. Και θέλω να είσαι καλή μαθήτρια από εδώ και στο εξής. Αν όχι, δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι όλα θα πάνε καλά. Κάποια στιγμή θα καταλάβεις ότι με θέλεις σύμμαχό σου. Όχι μόνο για εσένα, αλλά και για τον αγαπημένο σου φίλο σου, τον Πέτρο»

CC

Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 5ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading