Το βράδυ κατέβηκε σαν βελούδο πάνω στην πόλη. Ο αέρας μύριζε καμένη ζάχαρη και κρασί. Είχα βγει γιατί δεν άντεχα την ησυχία του σπιτιού, ελπίζοντας πως ο θόρυβος της γιορτής θα κάλυπτε τις δικές μου, ενοχλητικές σκέψεις.
Σταμάτησα μπροστά σε μια σκοτεινή βιτρίνα. Ανάμεσα στις αντανακλάσεις των φώτων, είδα για μια στιγμή μια πορσελάνινη φιγούρα να στέκεται ακριβώς πίσω από τον ώμο μου. Γύρισα απότομα. Δεν ήταν κανείς˙ μόνο μια σερπαντίνα που σερνόταν στο πεζοδρόμιο σαν φίδι. Περπάτησα προς την πλατεία, εκεί που όλοι μαζεύονταν σαν να τους τραβούσε ένα αόρατο νήμα.
Οι άνθρωποι δεν ήταν πια άνθρωποι˙ υπερήρωες, κλόουν, ιππότες, πριγκίπισσες, ένα ολόκληρο σύμπαν από πλάσματα της φαντασίας και των παραμυθιών ξεχύνονταν στους δρόμους και παρήλαυναν μπροστά στο χαρούμενο πλήθος. Στα πρόσωπά τους έλαμπαν μάτια από χρυσάφι, κατακόκκινα χείλη, πλατιά χαμόγελα που έμοιαζαν ζωγραφισμένα για να μη σβήσουν ποτέ.
Κι όμως… τίποτα δεν είναι πιο εύθραυστο από ένα χαμόγελο που δεν γεννήθηκε μόνο του.
Ο Βασιλιάς Καρνάβαλος περνούσε πάνω σε ένα άρμα, ψηλός σαν ψέμα που όλοι συμφωνούμε να πιστέψουμε για μια νύχτα. Έριχνε πονηρές ματιές, χαιρετούσε, μοίραζε υποσχέσεις που θρυμματίζονταν στον αέρα πριν ακουμπήσουν στο αυτί. Γύρω του, φτερά, πούπουλα, λάμψη. Ήξερα ήδη το τέλος του: θα ερχόταν η στιγμή που θα τον έριχναν στην πυρά. Έτσι γίνεται κάθε χρόνο. Έτσι “καθαρίζει” το πλήθος τα λάθη του, καίγοντας ένα σύμβολο αντί να κοιτάξει τον καθρέφτη.
Τότε, ανάμεσα στο παραλήρημα, την είδα ξανά: μια πορσελάνινη μάσκα με μαύρα δάκρυα ζωγραφισμένα κάτω από άδειες κόγχες ματιών. Σε αντίθεση με το πολύχρωμο ρεύμα που χόρευε, το άτομο που τη φορούσε στεκόταν ακίνητο. Το περίεργο ήταν πως κανείς δεν την πρόσεχε. Ένα παιδί πέρασε από δίπλα της, την κοίταξε με τρόμο και τράβηξε το παλτό της μητέρας του, αλλά εκείνη παρατηρούσε το άρμα, τυφλή μπροστά στην παρουσία της. Πλησίασα σαν υπνωτισμένος.
«Ό,τι λάμπει είναι χρυσός;», άκουσα έναν ψίθυρο.
«Κάποιες φορές είναι απλώς στολίδι», απάντησα. «Κάποιες άλλες… είναι παγίδα. Γιατί φοράς αυτή τη μάσκα;», ρώτησα.
Η φωνή βγήκε από μέσα μου πριν τη φιλτράρω. Δεν ήξερα αν ρωτούσα εκείνη ή τον εαυτό μου.
«Για να μη με βρουν», είπε. «Για να ουρλιάξω με όλη μου τη δύναμη και να ξορκίσω όσα με πονάνε. Για να πνίξω τις πίκρες στο ποτάμι των δακρύων μου. Για να γελάσω επιτέλους με την καρδιά μου, όσες φορές ντράπηκα να χαρώ. Για να κοροϊδέψω τους φόβους μου, μήπως, έστω για λίγο, καταφέρω να τους νικήσω. Για να ξεσπάσω». Πήρε μια ανάσα. «Κι εσύ; Γιατί είσαι εδώ;»
Σκέφτηκα όλες τις φορές που φόρεσα ένα χαμόγελο για να μην προκαλέσω, εκείνες που προσποιήθηκα τον θλιμμένο για να με αφήσουν ήσυχο, αυτές που έκλεισα τα μάτια και ευχήθηκα να αλλάξω˙ όλα τα μικρά ψέματα που λέμε για να επιβιώσουμε, όλα τα «είμαι καλά» που δεν ήταν ποτέ αλήθεια.
«Για να ξεχάσω ποιος είμαι», είπα. «Ή για να θυμηθώ».
Τότε, η μάσκα άπλωσε το χέρι. Μόλις τα δάχτυλά της άγγιξαν το δέρμα μου, αισθάνθηκα ηλεκτρισμό να διαπερνά το κορμί μου. Η πραγματικότητα γύρω μου ράγισε σαν κρύσταλλο. Ένιωσα το κομμάτι που έκρυβα κάτω από τα τακτοποιημένα μου πρόσωπα, το δικό μου τέρας, να ξυπνάει, ρουφώντας τη ζωή γύρω του.
Ξαφνικά, ο κόσμος άλλαξε. Ήθελα να πιστέψω πως φταίει το ποτό, τα φώτα, η κούραση, μα τα μάτια μου έβλεπαν την αλήθεια πίσω από τη γιορτή. Μια ομάδα κλόουν πέρασε δίπλα μου τρέχοντας. Ένας απ’ αυτούς γύρισε και πίσω από το πλαστικό χαμόγελό του είδα κάτι μαύρο, κενό, σαν να μην υπήρχε πρόσωπο από κάτω. Δίπλα μου σταμάτησε ένας ιππότης. Το κράνος του άνοιξε˙ αντί για δέρμα, υπήρχε χαρτί, στρώσεις από παλιές αφίσες κολλημένες η μία πάνω στην άλλη. Το μελάνι είχε τρέξει κι έσταζε από τον λαιμό του σαν μαύρος ιδρώτας.
Η μουσική δυνάμωσε. Το πλήθος μας κατάπιε. Τα φώτα τρεμόπαιξαν. Ανάμεσα στις σερπαντίνες είδα για μια στιγμή χάρτινα πρόσωπα να αιωρούνται χωρίς ανθρώπους. Μια τράπουλα στριφογύριζε μόνη της στον αέρα.
Μα κανένα παραμύθι δεν κρατάει μέχρι το πρωί.
Η πυρά άναψε. Το πλήθος ξέσπασε σε έναν φρενήρη, απόκοσμο χορό γύρω από τον Καρνάβαλο που άρχισε να λιώνει. Ο αέρας γέμισε ασφυκτικά με άρωμα από καμένη μπογιά και ιδρώτα.
Και μετά… μετά έβλεπα το πλήθος να σκίζει κομμάτια από τα δικά του ρούχα, φωτογραφίες, ακόμα και τούφες από τα μαλλιά του και να τα ρίχνει στις φλόγες. Και τότε, μέσα στην καρδιά της φωτιάς, είδα τη δική μου μάσκα, το πρόσωπο που νόμιζα πως ήταν το αληθινό μου.
«Όχι!» ούρλιαξα.
Όρμησα προς την πυρά, απλώνοντας τα χέρια μέσα στη λάμψη. Ήθελα να την αρπάξω, να σώσω έστω και ένα κομμάτι από αυτό που υποκρινόμουν πως ήμουν. Αλλά οι κλόουν και οι ιππότες έγιναν ένας τοίχος από χαρτί και μέταλλο. Με έσπρωχναν πίσω με γέλια που έμοιαζαν με κραυγές, χορεύοντας γύρω μου, εμποδίζοντάς με να φτάσω στη φωτιά. Είδα το πρόσωπό μου να γίνεται στάχτη μαζί με έναν ένα σωρό από μάσκες που καίγονταν μαζί με τον Βασιλιά, σαν αποθέματα ψυχών που θυσιάζονταν.
Οι φωνές έσπασαν σε κουρασμένα, υστερικά γέλια. Έψαξα πανικόβλητος με το βλέμμα μου την πορσελάνινη μάσκα, μα το χέρι της είχε γλιστρήσει από το δικό μου. Είχε χαθεί. Ίσως να είχε φύγει νωρίς. Ίσως να μην υπήρξε ποτέ. Ίσως να ήταν ένα κομμάτι του δικού μου εαυτού που αποφάσισε, για λίγες ώρες, να αποκτήσει σώμα και να με οδηγήσει εκεί που φοβόμουν να κοιτάξω.
Όταν χάραξε, τα φώτα έχασαν τη γοητεία τους και έμειναν να τρεμοπαίζουν σαν κακής ποιότητας λαμπιόνια. Η μαγεία άρχισε να διαλύεται σαν κομφετί πάνω στο πεζοδρόμιο.
Η πλατεία γέμισε ίχνη: σπασμένες σερπαντίνες, γυαλιστερά κομμάτια χαρτιού, καπέλα γυρισμένα ανάποδα σαν αδειανά κρανία˙ σαν κομμάτια από ένα παζλ μιας νύχτας που δεν μπορεί να ενωθεί ξανά. Και μέσα σ’ αυτά, είδα μάσκες πεταμένες: παγωμένα χαμόγελα, χρυσόσκονη, πλαστικά δάκρυα. Κάποιοι μάζευαν βιαστικά τα πράγματά τους, σκυφτοί, σαν να ήθελαν να θάψουν ό,τι τόλμησαν να γίνουν, σαν να ντρέπονταν που είχαν υπάρξει τόσο ελεύθεροι.
Γύρισα σπίτι. Κλείδωσα την πόρτα πίσω μου με τρεμάμενα χέρια και πήγα κατευθείαν στον καθρέφτη.
Όμως, το είδωλό μου δεν ήταν δικό μου. Αντίκρυσα μαύρα δάκρυα ζωγραφισμένα κάτω από τα μάτια μου. Το δέρμα μου ήταν τόσο χλωμό και σκληρό, ολόιδιο με το χρώμα της πορσελάνινης μάσκας. Άνοιξα τη βρύση, έριξα μανιωδώς νερό στο πρόσωπό μου, έτριψα το δέρμα μου μέχρι να ματώσω. Μα τα δάκρυα δεν έφευγαν. Ήταν πια μέρος της σάρκας μου.
Ό,τι λάμπει είναι χρυσός;
Ή είναι απλώς μια χρυσόσκονη… πάνω από κάτι που δεν θέλουμε να δούμε, μέχρι να πέσουν οι μάσκες;
Άπλωσα το χέρι στο ράφι και πήρα τη δεύτερη μάσκα˙ την καθημερινή˙ την «κανονική».
Τη φόρεσα πάνω από το αληθινό, δακρυσμένο μου πρόσωπο.
Κι ένιωσα ανακούφιση, την πιο τρομακτική ανακούφιση απ’ όλες.
Ερωδίτη Παπαποστόλου
