Η Νυχτερινή

Στην άκρη ενός δάσους που δεν φαινόταν σε κανέναν χάρτη, εκεί όπου τα δέντρα έγερναν σαν να ψιθύριζαν μυστικά μεταξύ τους, υπήρχε ένα ξέφωτο που οι χωρικοί απέφευγαν να πλησιάσουν. Το έλεγαν «Το Πέρασμα». Όχι γιατί ήξεραν τι ήταν — αλλά γιατί το ένιωθαν.

Κάθε νύχτα χωρίς φεγγάρι, όταν ο αέρας μύριζε υγρό χώμα και παλιές αναμνήσεις, μια πεταλούδα εμφανιζόταν από το σκοτάδι. Δεν είχε τα χρώματα της άνοιξης· τα φτερά της ήταν βαθιά, μελαγχολικά, σαν βελούδο βουτηγμένο στη στάχτη. Αν την κοίταζες προσεκτικά, έβλεπες πάνω τους να σχηματίζονται πρόσωπα — στιγμές, γέλια και δάκρυα. Ήταν οι ψυχές που κουβαλούσε. Την έλεγαν Νυχτερινή.

Η Νυχτερινή δεν γεννήθηκε από αυγό, ούτε από κάμπια. Γεννήθηκε από έναν τελευταίο αναστεναγμό. Κάθε φορά που μια ψυχή άφηνε το σώμα της, εκείνη την άκουγε, μέσα από τις λεπτές ίνες των φτερών της. Πετούσε τότε αθόρυβα στο παράθυρο, γλιστρούσε μέσα από χαραμάδες, και στεκόταν πάνω στο στήθος του νεκρού. Η ψυχή δεν έμοιαζε με φάντασμα. Ήταν μια μικρή λάμψη, εύθραυστη σαν φλόγα κεριού. Κι όπως η φλόγα τρεμοπαίζει πριν σβήσει, έτσι κι εκείνη δίσταζε. Η πεταλούδα άνοιγε τα φτερά της και η λάμψη έβρισκε καταφύγιο ανάμεσά τους.

Το ταξίδι προς τον άλλο κόσμο δεν ήταν σύντομο. Πετούσαν πάνω από ποτάμια που κυλούσαν αντίστροφα, μέσα από δάση όπου τα δέντρα είχαν ρίζες στον ουρανό, υπήρχε κι ένα γεφύρι πιο εκεί, φτιαγμένο από κόκκαλα και ομίχλη κι από κάτω του απλωνόταν το κενό. Εκεί πολλές ψυχές φοβούνταν. «Δεν θέλω να ξεχάσω», ψιθύριζαν. Η Νυχτερινή τότε τίναζε απαλά τα φτερά της. Οι αναμνήσεις τους χαράζονταν επάνω της σαν σκοτεινά σχέδια. Τίποτα δεν χανόταν στ’ αλήθεια· απλώς άλλαζε μορφή.

Μα υπήρχε ένας νόμος που ούτε η ίδια δεν μπορούσε να παραβεί: Δεν επιτρεπόταν να επιστρέψει μια ψυχή πίσω.

Μια φορά, όμως, συνάντησε ένα παιδί στο Πέρασμα. Δεν είχε ακόμη πεθάνει — μα στεκόταν εκεί, ανάμεσα στον ύπνο και στον πυρετό. Η ψυχή του είχε γλιστρήσει πρόωρα έξω, μισοσβησμένη. «Δεν είμαι έτοιμος», είπε. Η πεταλούδα δίστασε. Στα φτερά της υπήρχαν χιλιάδες ιστορίες, μα καμία τόσο ελαφριά. Αν το έπαιρνε μαζί της, δεν θα υπήρχε επιστροφή. Αν το άφηνε, ίσως ο πόνος το τραβούσε πίσω.

Για πρώτη φορά, τα φτερά της ράγισαν και η ρωγμή, απλώθηκε σαν κεραυνός πάνω στο σκοτεινό της πέπλο. Από μέσα ξεχύθηκαν όλοι οι ψίθυροι, οι φωνές και τα ονόματα που κουβαλούσε.
Τότε η Νυχτερινή, έκλεισε τα φτερά της γύρω από το παιδί — όχι για να το φυλακίσει, αλλά για να το ζεστάνει. Και αντί να πετάξει προς το γεφύρι, κατευθύνθηκε προς το παράθυρο απ’ όπου είχε έρθει.

Το σώμα του παιδιού ανέπνευσε απότομα και η ψυχή, επέστρεψε. Από εκείνη τη νύχτα, η πεταλούδα δεν ήταν πια ολόκληρη. Στο ένα της φτερό έμεινε για πάντα μια αχνή,  φωτεινή κηλίδα — το σημάδι της ανυπακοής της. Και λένε πως ακόμη πετά μέχρι και σήμερα, αλλά πιο αργά και πιο βαριά από πριν. Κι όταν μια σκιά περνάει από το δωμάτιο την ώρα που κάποιος αφήνει την τελευταία του ανάσα, δεν είναι για να τον τρομάξει… Είναι η Νυχτερινή.

Και αν τύχει να δεις μια σκοτεινή πεταλούδα να στέκεται για λίγο στο περβάζι σου, μη φοβηθείς… Ίσως απλώς ξεκουράζεται, κουβαλώντας έναν ολόκληρο ουρανό από ψυχές.

Μαρία Διαμαντή 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading