Μαραμένη μαργαρίτα

Με λένε Μαρία. Το όνομά μου απλό, κοινό, όπως και ολόκληρη η ζωή μου. Τίποτα διαφορετικό από πολλές γυναίκες εκεί έξω. Τίποτα αξιοπρόσεχτο ή ιδιαίτερο.

Παντρεύτηκα στα είκοσι δύο μου. Έναν άντρα πέντε χρόνια μεγαλύτερό μου. Οι γονείς μου τον ενέκριναν ή… για να είμαστε πιο ειλικρινείς… τον επέλεξαν. Είχα φτάσει σε μια ηλικία που ο γάμος ήταν μονόδρομος. Η άλλη επιλογή ήταν το… ράφι. Κι όχι, η κόρη του Γιάννου του Μπούρναλη, δεν θα έμενε στο ράφι! Να μας συζητάνε στο χωριό!

Γιατί έμεινα ανύπαντρη μέχρι τότε; Μη γελάς… στην εποχή μου, μια γυναίκα ανύπαντρη στα είκοσι δύο της, ήταν… πώς το λέτε εσείς οι νέοι σήμερα… red flag! Αυτό! Για να μην “είχε στραβωθεί κανένας να με ζητήσει μέχρι τα τότε”, σίγουρα κάποιο κουσούρι είχα. Κατά γενική ομολογία δηλαδή… Βέβαια, η δική μου περίπτωση ήταν διαφορετική. Όμορφη ήμουν -δεν το καταλάβαινα τότε, αλλά τώρα που κοιτώ καμιά φορά παλιές φωτογραφίες, το αντιλαμβάνομαι. Έξυπνη ήμουν -όχι καμιά μορφωμένη, ένα δημοτικό έβγαλα κουτσά στραβά και μετά στο σπίτι να… μορφωθώ στα οικοκυρικά, να γίνω μια σωστή σύζυγος και μητέρα. Να μην γίνω του δρόμου αν πάω στο γυμνάσιο φοβούνταν οι γονείς μου, αλλά… δεν κρατώ κακία, τόσα ήξεραν, έτσι ήταν τότες τα πράγματα. Νοικοκυρά ήμουν -όχι ότι θα μπορούσα να μην είμαι, με μάνα την κυρά Θοδώρα, που όλοι είχαν να λένε για τη νοικοκυροσύνη και τις μαγειρικές της… Όλα τα είχα. Τίποτις δε μου έλειπε. Τίποτις, εκτός απ’ τη δύναμη που ίσως θα έπρεπε να είχα, για να επιλέξω αυτά που ήθελε η καρδιά μου. Αλλά τότες δεν ήταν όλα τόσο απλά.

Γεννήθηκα σ’ ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου. Μια χούφτα άνθρωποι ζούσαμε εκεί. Ήσυχοι άνθρωποι, νοικοκυραίοι. Ήμουν δεν ήμουν δύο χρονών όταν έληξε ο εμφύλιος κι έτσι μεγάλωσα κι εγώ, όπως όλα τα παιδιά τότε, στερημένα, μιας κι όλη η Ελλάδα προσπαθούσε απεγνωσμένα να στηριχτεί στα πόδια της μετά από χρόνια δυσκολιών. Ήμουν απ’ τους τυχερούς, που μεγάλωσα και με τους δυο μου γονείς, μιας και τόσοι και τόσοι χάθηκαν τότε στις μάχες. Μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι, ήταν μεγάλη η μάνα μου όταν παντρεύτηκε τον πατέρα μου και δεν κατάφεραν να κάμουν άλλο παιδί.

Μοναχοπαίδι, μα μη φανταστείς πως με είχαν και τίποτα χαϊδεμένο… όχι. Από μικρή στα χωράφια να βοηθάω, να πλένω, να ζυμώνω… Μα δεν με πείραζε, σάμπως ήξευρα κι άλλη ζωή; Έβλεπα και παιδιά που οι γονιοί τους ήταν σκληροί και βίαιοι καμιά φορά, κι ένιωθα τυχερή που οι δικοί μου ήταν αυστηροί μεν, μα συχνά μου γλυκομιλούσαν και μ’ αγκάλιαζαν. Θυμάμαι ακόμη τη μυρωδιά της μάνας μου όταν μ’ έκλεινε στην αγκαλιά της! Πράσινο σαπούνι και λεμόνι μύριζα στο στήθος της! Κι ο πατέρας, ο θεόρατος, με τις μουστάκες του, δεν θυμάμαι να μ’ αγκάλιαζε, μα “Περδικομάτα” με φώναζε, που του θύμιζαν τα μάτια μου, αυτά της μάνας του, της Σμυρνιάς, που πήρα και τ’ όνομά της.

Εκεί στο χωριό γνώρισα και τον Πετρή. Μαζί μεγαλώσαμε, σε παραδιπλανά σπίτια. Μια ηλικία ήμασταν, μόνο που εκεινού τον σταμάτησε η μάνα του απ’ το δημοτικό απ’ την τετάρτη τάξη. Έπρεπε να βοηθήσει στα χωράφια, σαν μοναδικό σερνικό της οικογένειας.

Τρεις αδερφάδες είχε ο Πετρής κι εκείνος ήταν ο μικρότερος. “Μόλις τις επαντρέψω, θα έρθω να σε ζητήσω”, μου είχε πει με το βλέμμα κατεβασμένο στο χώμα, ένα απόγευμα που είχαμε κρυφά συναντηθεί στο ποτάμι. Κι εγώ… εγώ κοίταξα μια τα κατεβασμένα μάτια του και μια το ποτάμι που έρεε γαλήνιο δίπλα μας. “Άματις δεν παντρευτώ εσένα, κάλλιο να πνιγώ στο ποτάμι, Πετρή μου…”, σκέφτηκα, μα λέξη δεν είπα, κορίτσι πράμα, δεν μου έπρεπαν τέτοιες δηλώσεις. Και πήρα τη μαργαρίτα που μου απίθωσε στα χέρια, την έκρυψα στην ποδιά μου και γύρισα τρέχοντας στο σπίτι, μη με δει κανένα μάτι και με κακοχαρακτηρίσουν στο χωριό.

Ήμουν δεν ήμουν δεκατέσσερα τότε κι από την ημέρα εκείνη, η καρδιά μου τάχτηκε στα μάτια του. Κοιμόμουν και ξυπνούσα με το όνομά του στα χείλη μου κι έκανα προσευχές στην Παναγιά να παντρευτούν γρήγορα οι αδερφές του, για να έρθει κι η δική μας ώρα. Θα περίμενα, όσο καιρό χρειαζόταν θα περίμενα, δυο ζωές θα μπορούσα να τον περιμένω, μα… άματις κάνει ο άνθρωπος σχέδια, ο Θεός γελάει, δε λένε;

Τρία χρόνια είχαν περάσει από εκείνη τη μέρα που είχα φυλάξει τη μαργαρίτα του Πετρή πίσω από το μικρό εικονοστάσι που είχα στην κάμαρή μου. Φωνές, κακό στη γειτονιά, αχάραγα ακόμη και πετάχτηκα στο παραθύρι μου όπως ήμουν, με τη μάλλινη μακριά νυχτικιά μου και τα μαύρα μαλλιά μου δεμένα σε σφιχτές πλεξούδες. “Πάει ο κυρ Νικόλας! Τέσσερα ορφανά αφήνει! Η χήρα… απαρηγόρητη!”, λέξεις διάσπαρτες απ’ τους χωριανούς που περνούσαν βιαστικοί έξω απ’ την αυλόπορτά μας. Προσπαθούσα να καταλάβω τι γινόταν, ώσπου ήρθε μπροστά στο παράθυρο η μάνα μου και με κοίταξε μ’ εκείνο το άγριο παγωμένο βλέμμα που είχε κάθε φορά που φοβόταν μη ντροπιαστούμε. “Μπες μέσα στην κάμαρή σου, που βγήκες με τα νυχτικά να σε δει ο κόσμος!”, είπε μέσα απ’ τα δόντια της. Κι εγώ που ήξερα πως αυτό το βλέμμα δεν σήκωνε ερωτήσεις, έκλεισα ντροπιασμένη τα παράθυρα.

Ο κυρ Νικόλας, ο πατέρας του Πετρή μου, πέθανε το βράδυ στον ύπνο του. Στην κηδεία του πήγε όλο το χωριό. Κι εγώ, στο πλευρό των γονιών μου, να ρίχνω κλεφτές ματιές στον καταρρακωμένο Πετρή, που βαστούσε τη μάνα του σφιχτά, μη του πέσει, έτσι αδύναμη και διαλυμένη που ήταν. Και μετά… μετά γίναν όλα τόσο γρήγορα…

Ούτε μήνας δεν είχε περάσει απ’ το θάνατο του κυρ Νικόλα και μου ‘στειλε ο Πετρής ραβασάκι με την Ελένη, την ξαδέρφη του, να τον συναντήσω το βράδυ στο ποτάμι. Απ’ το παραθύρι μου το έσκασα μόλις κοιμήθηκαν οι γονιοί μου, γιατί πού να τους έλεγα πως θα πάω μέσα στη νύχτα; Κάτι είχε ψυλλιαστεί κι η μάνα μου τελευταία, και με είχε από κοντά. Ντυμένη στα μαύρα, γλίστρησα σα σκιά στο σκοτάδι κι έβαλα στα πόδια μου φτερά να φτάσω, να προλάβω, μην πολυαργήσω και φύγει.

Τον βρήκα να με περιμένει καθισμένος πάνω σε μια πέτρα, δίπλα στο ποτάμι. Σηκώθηκε όρθιος μόλις κατάλαβε ότι έφτασα και χωρίς να πει λέξη με πήρε στην αγκαλιά του και με έσφιξε τόσο πολύ, που ένιωσα την καρδιά μου να σταματάει. Σαν να είχε μεγαλώσει απότομα μου φάνηκε. Τα χέρια του δεν ήταν πια παιδικά, σαν να είχε γίνει άντρας μέσα σε λίγες μέρες. Και τα μάτια του… θολά, έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι.

“Μαριώ, θα φύγω”. Τρεις λέξεις βγήκαν απ’ τα χείλη του κι ένιωσα τα γόνατά μου να κόβονται. Σαν να το κατάλαβε, και με κράτησε πιο σταθερά. Με κοίταξε βαθιά στα μάτια και τον κοίταξα κι εγώ με χείλη που έτρεμαν. “Θα πάω με τον ξάδερφο της μάνας μου στα καράβια. Τα λεφτά είναι καλά και…”, είπε κι οι λέξεις έβγαιναν απ’ το στόμα του με κόπο. “Καταλαβαίνω…”, είπα μόνο και κατέβασα το βλέμμα. “Θα με περιμένεις;”, είπε ψιθυριστά και τα μάτια του έψαχναν μέσα στο σκοτάδι απεγνωσμένα τα δικά μου. Και σήκωσα το κεφάλι και τον κοίταξα. Και σαν ενώθηκαν οι ματιές μας, φώτισε θαρρείς ο τόπος όλος! Άστραψε θαρρείς το ποτάμι! Και λέξη δεν είπα, παρά μόνο σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου κι άγγιξα απαλά με τα χείλη μου τα δικά του.

Έφυγε γρήγορα απ’ τον τόπο μας. Πήρε μαζί του μόνο μια παλιοκαιρισμένη τσάντα με δυο ρούχα, την ευχή της μάνας του και τη σκέψη των αδερφάδων του. Κι εγώ… εγώ του έδωσα τη μαργαρίτα που μου είχε δώσει χρόνια πριν κι ακόμη είχα κρατημένη. “Θα σε περιμένω να μου την ξαναδώσεις πίσω”, του είχα πει. Μα δεν περίμενα… όχι όσο άντεχα… όχι όσο θα ‘θελα…

Σύντομα άρχισε η μάνα μου να με μουρμουρά, πως στο ράφι θα τους μείνω και πως παραμεγάλωσα και έπρεπε επιτέλους να δεχτώ κάποιο προξενιό, απ’ τα πολλά που έφταναν στην πόρτα μας. Κι εγώ, τι να της έλεγα; Πως περιμένω τον Πετρή να γυρίσει απ’ τα καράβια να με ζητήσει; Κι όλο της έλεγα: “θα δούμε μάνα, δεν πρέπει και να μ’ αρέσει;”, έτσι, για να κερδίσω χρόνο, μα για πόσο θα μπορούσα να κρύβομαι;

Τέσσερα χρόνια πέρασαν που είχε φύγει ο Πετρής κι η μόνη μας επικοινωνία ήταν τα βιαστικά γραμμένα γράμματα που ανταλλάσσαμε μέσω της ξαδέρφης του. Και σ’ όλα έκλεινε με: “σ’ αγαπώ Μαρία μου”, μα σε κανένα δε μιλούσε για το πότε θα γυρνούσε. Κι ο καιρός περνούσε, κι εγώ μεγάλωνα, κι η μάνα μου γκρίνιαζε, κι ο πατέρας μου αγριοκοιτούσε, και το χωριό μας συζητούσε. Μα όταν έφτασα πια στα εικοσιένα μου, μ’ έπιασε η μάνα μου σε μια γωνιά στο πλυσταριό και με κατσάδιασε για τα καλά: “Άκου να δεις! Ξέρω γιατί δεν θες κανένα προξενιό. Ξέρω και για τα γράμματα που ανταλλάσσεις με τον Πετρή! Και κάνω τα στραβά μάτια, μπας κι έρθει εδώ να σε ζητήξει, μα πέρασε ο καιρός σου, τόσα χρόνια λείπει, δεν το βλέπεις πως δε θα ξανάρθει; Κοίτα να κουκουλωθείς γρήγορα, γιατί με το ζόρι τον βαστάω τον πατέρα σου να ξέρεις, που θέλει να σε δώσει χωρίς να σε ρωτήξει καν!”. Κι ήταν αυτό το τελεσίγραφο που πια δε μπορούσα να αγνοήσω. Έστειλα ένα ακόμη γράμμα στον Πετρή, εξηγώντας του πως θένε να με δώκουν σε άλλον, μα όσο κι αν περίμενα, απάντηση δεν πήρα…

Ο γάμος μου έγινε λίγους μήνες αργότερα. Ο πατέρας μου έδωσε τα χέρια με το Γιώργη, έναν έμπορο απ’ το διπλανό χωριό. Αν τον ερωτεύτηκα; Όχι, η καρδιά μου έμεινε πάντα ταγμένη στον Πετρή. Αν τον αγάπησα; Ναι, με τα χρόνια τον πόνεσα, τον νοιάστηκα, τον συνήθισα, αν θες…

Την αλήθεια την έμαθα καιρό μετά το γάμο μου… Εκείνο το τελευταίο γράμμα που του είχα στείλει, που του ζητούσα να γυρίσει γιατί με επαντρεύανε χωρίς τη θέλησή μου, δεν το έλαβε ποτέ. Και καιρό μετά, που έγραψε ξανά στην ξαδέρφη του να ρωτήσει γιατί δεν είχε νέα μου, η Ελένη του είπε ότι είχα πια παντρευτεί. Κι εκείνος σταμάτησε να γράφει πια, γιατί πίστευε πως τον εξέχασα. Κι εγώ νόμισα πως με εξέχασε και πως δεν με αγαπούσε πια. Και κάπως έτσι η ζωή μας όρισε να ζήσουμε χώρια.

Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Πετρής γύρισε μόνιμα πια στο χωριό. Είχε καταφέρει να παντρέψει τις αδερφές του, η μάνα του στο μεταξύ είχε φύγει, να συναντήσει τον άντρα της κι απόμεινε εκείνος μοναχός στο πατρικό του σπίτι.

Κυριακή ήταν, κι η ξαδέρφη του έκανε τη βάφτιση του τέταρτου παιδιού της. Ήμασταν καλεσμένοι όλοι, μα ήταν η πεθερά μου άρρωστη κι έμεινε ο Γιώργης να την προσέχει στο σπίτι μας. Εγώ πήρα τα δυο παιδιά μας και πήγαμε, είχαμε και καιρό να δούμε τη μάνα μου, που την είχαμε έννοια από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας μου. Και τότε τον ξανάδα, τόσα χρόνια μετά. Κι ένιωσα τα γόνατά μου να κόβονται, όπως τότε, εκείνο το βράδυ δίπλα στο ποτάμι. Και ταξίδεψε το βλέμμα μου σε κάθε γωνιά του προσώπου του, σε κάθε σπιθαμή του κορμιού του. Κι σαν ενώθηκαν οι ματιές μας, τι μαγεία! άστραψε θαρρείς ο τόπος όλος, όπως τότε!

Φεύγοντας απ’ την εκκλησία, κρατώντας το γιο μου στο δεξί μου χέρι -η μάνα μου δυο βήματα πιο πέρα, κρατούσε την κόρη μου-, ένιωσα ένα άγγιγμα στην αριστερή μου παλάμη. Από ένστικτο έκλεισα το χέρι μου και δεν γύρισα καν να κοιτάξω τον Πετρή που απομακρύνθηκε με γρήγορα βήματα. Όταν φτάσαμε στο σπίτι, κρύφτηκα στην παιδική μου κάμαρη και είδα στην ιδρωμένη μου παλάμη μια μικρή, μαραμένη μαργαρίτα κι ένα μικρό χαρτάκι που έγραφε μόνο: “Το βράδυ θα σε περιμένω στο ποτάμι”. Ένιωσα το σώμα μου και την καρδιά μου να έχουν πάρει φωτιά.

Βρήκα μια δικαιολογία για να μείνουμε το βράδυ στο πατρικό μου, κοίμισα τα παιδιά κι αφού βεβαιώθηκα πως είχε αποκοιμηθεί κι η μάνα μου, ντυμένη στα μαύρα, γλίστρησα σα σκιά μέσα στη νύχτα, όπως τότε. Κι έβαλα στα πόδια μου φτερά να φτάσω, να προλάβω, μην πολυαργήσω και φύγει. Μη μου ξαναφύγει!

Με περίμενε όρθιος, δίπλα στο ποτάμι. Γύρισε, με κοίταξε και χωρίς να πούμε λέξη, τρέξαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, με τη λαχτάρα ενός μεγάλου έρωτα που δεν κατάφερε ποτέ να ανθίσει και τη δύναμη μιας αγάπης που το μπόρεσε και παρέμεινε ζωντανή μια ολόκληρη ζωή.

Εκείνη τη νύχτα, το ποτάμι έγινε μάρτυρας μιας ένωσης που χρόνια παρέμενε εγκλωβισμένη σε λάθη, αναμονές και “πρέπει”. Εκείνη τη νύχτα, ο Πετρής έγινε άντρας μου ξανά και ξανά κι εγώ του παρέδωσα ψυχή και σώμα με τη δίψα που είχα μέσα μου από πάντα για κείνον. Ήταν μια νύχτα. Μόνο μια νύχτα. Και μετά γίναμε και πάλι “ξένοι”. Όπως έπρεπε… μα… έτσι έπρεπε, αλήθεια;

Με λένε Μαρία. Το όνομά μου απλό, κοινό, όπως και ολόκληρη η ζωή μου. Τίποτα διαφορετικό από πολλές γυναίκες εκεί έξω. Τίποτα αξιοπρόσεχτο ή ιδιαίτερο. Μια ακόμη γυναίκα, που έφτασε στη δύση της ζωής της χωρίς να μπορέσει να ζήσει όπως ήθελε, χωρίς να μπορέσει να κάνει τις επιλογές και τα λάθη της. Μια ακόμη γυναίκα που βούλιαξε στα “πρέπει” και έπνιξε κάθε “θέλω”, μη και την κακοχαρακτηρίσουν…

Κική Γιοβανοπούλου

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading