Ένας άντρας, ένα φιλί, μία αγκαλιά, μία βραδιά

Η Λουίζ ξύπνησε άκεφη εκείνο το πρωινό. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον ουρανό του κρεβατιού της. Κάθε πρωί το πρώτο πράγμα που αντίκρυζαν τα υπέροχα γαλάζια μάτια της, ήταν το αραχνούφαντο πέπλο που έπεφτε αέρινα στους τέσσερις ξύλινους στύλους, στο χρώμα κι αυτό του γαλάζιου, ταιριάζοντας απόλυτα με την ταπετσαρία στον τοίχο. Τα στολίδια αυτά δεν ήταν τυχαία, ήταν έργα τέχνης που απεικόνιζαν εικόνες από τον βυθό, στα χρώματα της θάλασσας, ειδική παραγγελία για εκείνη.

Έπειτα, αφού σηκώθηκε άκεφα, έριξε απαλά την ρόμπα της από μπροκάρ λευκό ύφασμα καλύπτοντας το καλοσχηματισμένο σώμα της, κάθισε στην πολυθρόνα με τα περίτεχνα σκαλίσματα στα χερούλια, σταύρωσε τα γυμνά της πόδια και περίμενε με ύφος βαριεστημένο. Μερικές φορές προτιμούσε να ήταν εκείνη μία από τις υπηρέτριές της, να μην ήταν υποχρεωμένη να ακολουθεί κανένα πρωτόκολλο. Είχε πολλά πλούτη και όμως δεν μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε.

Ήταν ένα τόσο ατίθασο πλάσμα από την φύση της, η δε ξεχωριστή ομορφιά της είχε γίνει θέμα συζήτησης στα σαλόνια του παλατιού τον τελευταίο καιρό. Εκείνη όμως προτιμούσε μία διαφορετική ζωή, επιθυμούσε βαθιά στην ψυχή της να τρέχει ανέμελα στα δάση, να ιππεύει το άλογό της, να πηγαίνει για κυνήγι μαζί με τον άντρα της. Άντρα που θα τον αγαπούσε και θα την λάτρευε μέχρι το μεδούλι της, όχι σύζυγο κατά ανάγκη και φυσικά όχι εραστή! Αρνιόταν να ακολουθήσει την πεπατημένη τακτική της τάξης της, που έβρισκε τις περισσότερες νεαρές της ηλικίας της στο κρεβάτι ενός μαρκησίου, κόμη ή ακόμη και του ίδιου του βασιλιά.

Σήμερα, Δευτέρα, θα πρέπει να αρχίσει τις προετοιμασίες από πολύ νωρίς, για να φανεί αντάξια της θέσης της σαν κόρη του Δούκα του Milland που ήταν. Ο βασιλιάς όμως δεν ήταν ένας τυχαίος, ήταν ο βασιλιάς Ήλιος! Τρεις φορές την εβδομάδα, από τον Οκτώβρη μέχρι το Πάσχα, το παλάτι του συγκέντρωνε όλη την αριστοκρατία. Κάθε απόγευμα, οι κήποι, οι τεράστιες αίθουσες, όπως αυτή του Απόλλωνα ή ακόμη και τα προσωπικά δωμάτιά του, γέμιζαν με ευγενείς που το μόνο που έκαναν ήταν μία επίδειξη πλούτου, δύναμης, χλιδής, ματαιοδοξίας και μόδας!

Η Λουίζ αφέθηκε στις περιποιήσεις των υπηρετριών της με το βλέμμα στραμμένο στο παράθυρο. Τουλάχιστον τα πουλιά είναι ελεύθερα, τα παρατηρούσε και η καρδιά της πετούσε μαζί με αυτά, μέχρι την στιγμή που της ήρθε μία ιδέα από το πουθενά. Να μεταμφιεστεί και να το σκάσει. Ναι, έτσι θα έκανε! Μόλις μπήκαν οι υπηρέτριες, τις έδιωξε αμέσως σχεδόν όλες, κρατώντας μόνο την πιο έμπιστη, κοντά στην ηλικία την δική της. Η μικρή Νικολέτ, ένα νεαρό κορίτσι στα δεκαεπτά, ένιωσε αμήχανα μένοντας μόνη με την κυρία της, ‘τι να με θέλει άραγε;’, αναρωτήθηκε από μέσα της.
«Θέλω την βοήθειά σου. Θέλω να φύγω από εδώ, δεν αντέχω άλλο τα γλέντια και τους χορούς, με έχουν κουράσει! Για αυτό θα το σκάσω, δεν ξέρω… για μία μέρα; Δύο… τρεις; Ποιος ξέρει; Πήγαινε και φέρε μου μία αλλαξιά δικιά σου να φορέσω και εγώ θα σε ανταμείψω για αυτό. Να, πάρε αυτά, είναι για σένα, αρκεί να μην πεις σε κανένα τίποτα!».

Η νεαρή κοπέλα άνοιξε το συρτάρι του μικρού σεκρετέρ, πήρε ένα μικρό πράσινο βελούδινο σακουλάκι και το έδωσε στην υπηρέτριά της που την κοίταγε με τα μάτια γουρλωμένα μη πιστεύοντας στα μάτια της. Τι να της πει τώρα εκείνη, τι να απαντήσει;
«Μερσί, αλλά δεν χρειάζεται να μου δώσετε τίποτα, θα σας φέρω ό,τι μου ζητάτε, όμως φοβάμαι για την ασφάλειά σας! Μόνη εκεί έξω, είναι επικίνδυνα για μία νεαρή κοπέλα σαν και εσάς! Να έρθω μαζί σας τουλάχιστον, να σας συνοδεύω όπου κι αν πάτε!»
«Καλά, πήγαινε να μου φέρεις ό,τι σου ζήτησα και θα το σκεφτώ αν θα έρθεις μαζί μου». ‘Μα τι παιδί είναι αυτή η μικρή! Ούτε που την ένοιαξαν τα χρήματα!’, σκέφτηκε από μέσα της.

Σε λίγο η Νικολέτ επέστρεψε με ένα φόρεμα, ήταν το δεύτερο που είχε, ένα που φόραγε καθημερινά για να κάνει τις δουλειές και αυτό το παλιό μεν, αλλά σε λίγο καλύτερη κατάσταση. Μα πόσο ντρεπόταν για τα ρούχα της! Να όμως που φάνηκαν χρήσιμα.

Η Λουίζ το πήρε στα χέρια της. ‘Μα καλά, δεν έχει κάτι άλλο καλύτερο να μου φέρει; Δεν πειράζει, καλά είναι και αυτά, δεν θα με προσέξει κανείς έτσι που θα είμαι ντυμένη’, σκέφτηκε.

«Άκου, αν νομίζεις ότι πρέπει να έρθεις μαζί μου, εντάξει, έλα, αλλά δεν θα είσαι κολλημένη δίπλα μου. Μην καρφωθούμε και γυρίσουμε πίσω την ίδια μέρα! Ωραία;».
Αλίμονο, τι να κάνει η μικρή, συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι.

«Τώρα θα βγεις με τρομαγμένο ύφος και θα πεις ότι δεν είμαι καλά σήμερα και πρέπει να μείνω στο κρεβάτι. Και ότι θα καθίσεις κοντά μου, μην χρειαστεί να μου φέρεις κάτι… δεν ξέρω τι, και έτσι δεν θα μας ενοχλήσει κανείς τουλάχιστον μέχρι αύριο. Μετά βλέπουμε»

Σε λίγη ώρα τίποτα δεν θύμιζε την λαμπερή Λουίζ, το φόρεμα της υπηρέτριας της ταίριαζε γάντι, φόρεσε και το άσπρο καπελάκι στα μαλλιά που τα έκρυψε με επιμέλεια να μην φαίνονται οι ξανθές της μπούκλες, έβαλε και τα φθαρμένα παπούτσια και έτοιμη για την φυγή της. Έμενε μόνο το πώς θα έφευγαν από το δωμάτιο, να μην τις δει κανένα περίεργο μάτι. Η Νικολέτ άνοιξε την πόρτα σιγά σιγά, έριξε μια γρήγορη ματιά και αφού δεν είδε κανέναν, έκανε νόημα στην κυρία της να βγει. Η Λουίζ δεν έδειξε κανένα φόβο, τα μάτια της έλαμπαν, ήταν έτοιμη να ζήσει την περιπέτεια της ζωής της. Ευτυχώς ήξερε όλους τους μυστικούς διαδρόμους στο κάστρο, που οδηγούσαν στον εξωτερικό χώρο και σε λίγη ώρα, μία αίσθηση ελευθερίας μαζί με τον φρέσκο αέρα φύσηξε το πρόσωπό της.

Οι δύο κοπέλες με τα κεφάλια σκυμμένα βρέθηκαν στον δρόμο. Περπατούσαν γρήγορα και σε δύο ώρες βρέθηκαν σε ένα σταυροδρόμι, ο δεξιός δρόμος οδηγούσε στις Βερσαλλίες, ο αριστερός στην εξοχή, ποιον να διαλέξουν;
«Ας πάμε δεξιά, να δούμε το παλάτι από μακριά. Θέλω να δω τις άμαξες που έρχονται, τα βαριεστημένα πρόσωπα των καλεσμένων, αλήθεια πώς μετά μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο, διαφορετικό, σιχαμερά διασκεδαστικό, δεν έχω καταλάβει. Μετά φεύγουμε, πάμε όπου θες εσύ Νικολέτ»

Η μικρή δεν είχε παρά να συμφωνήσει και έτσι τράβηξαν δεξιά. Περπατούσαν στην άκρη του δρόμου η μία δίπλα στην άλλη σαν να ήταν φίλες από παλιά, ενώ η Λουίζ της έπιασε την κουβέντα.
«Πες μου, από πού είσαι; Έχεις οικογένεια; Τι έκανες πριν έρθεις σε μας;», την ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Είμαι από ένα χωριό αρκετά μακριά από εδώ, δεν έχω κανένα στον κόσμο και το μόνο που μου είχε μείνει για να μην πεθάνω της πείνας, ήταν να φύγω και να ψάξω δουλειά σε κανένα σατώ (κάστρο) ή σε κανένα πανδοχείο. Η τύχη μου δεν με άφησε και βρέθηκα στα μέρη σας, εκεί με είδε μία υπηρέτρια που δούλευε σε σας, ήταν και αυτή από το χωριό μου και έτσι με πήρε κοντά της. Τα άλλα τα ξέρετε από μόνη σας»

Καθώς περπατούσαν έπεσαν πάνω σε μία άγρια καταδίωξη. Ένα άλογο με τον αναβάτη του έτρεχε σαν τρελό και από πίσω άλλα τέσσερα που τον καταδίωκαν. Έκαναν στην άκρη μην βρεθούν χτυπημένες. Ο μοναχικός αναβάτης ερχόταν από το παλάτι, ενώ οι άλλοι τέσσερις άντρες με τις στρατιωτικές στολές τους τον κυνηγούσαν, τα άλογά τους έτρεχαν σαν τρελά ακολουθώντας τις εντολές των αναβατών. Οι δύο κοπέλες μετά βίας κατάφεραν να μην βρεθούν κάτω από τις οπλές των μανιασμένων αλόγων και κοιτάχτηκαν με την απορία στα μάτια, τι να συμβαίνει άραγε; Ο περίεργος άντρας έριξε μια γρήγορη ματιά στην Λουίζ και σε δευτερόλεπτα οι ματιές τους συναντήθηκαν στον αέρα.

Η Λουίζ και η Νικολέτ συνέχισαν το περπάτημά τους, μέχρι που συνάντησαν ένα πανδοχείο, μία όαση στα κουρασμένα από το περπάτημα πόδια τους! Μόλις μπήκαν μέσα, όλα τα ζευγάρια μάτια, που ήταν αντρικά, γύρισαν και τις κοίταξαν, περισσότερο όμως ήταν στραμμένα στην Λουίζ. Όσο και να ήθελε να κρυφτεί κάτω από τα παλιοφθαρμένα ρούχα, ήταν αδύνατο να περάσει απαρατήρητη η ομορφιά της. ‘Μα πώς είναι δυνατόν δύο γυναίκες μόνες να περιπλανώνται στα δάση;’, σκέφτηκαν όλοι τους.

Εκείνες κάθισαν στην γωνία και ζήτησαν λίγο νερό να ξεδιψάσουν. Είχαν τις αισθήσεις τους τεντωμένες, γιατί αντιλήφθηκαν ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Η καταδίωξη στην οποία είχαν γίνει μάρτυρες, έκρυβε από πίσω της μια πανωλεθρία. Εκείνες ζήτησαν φαγητό και νερό για να πάρουν δυνάμεις. Οι άντρες, στην πλειοψηφία έμποροι και κυνηγοί, άρχισαν να μιλούν ψιθυριστά. Λίγο παραπάνω κρασί ήταν αρκετό για να ανοίξουν τα στόματα. Στα αυτιά τους έφτασαν τα τελευταία νέα από το βασίλειο. Μόλις είχε μπει το φθινόπωρο του 1685, ο Λουδοβίκος ανακάλεσε ξαφνικά το Έδικτο την Νάντης, με το οποίο οι Διαμαρτυρόμενοι της Γαλλίας απολάμβαναν την θρησκευτική τους ελευθερία. Ο βασιλιάς Ήλιος, έχοντας συγκεντρώσει πάνω του όλες τις εξουσίες, ήθελε η Γαλλία να έχει μία ομοιόμορφη θρησκεία, εκείνη του γαλλικανισμού. Αλίμονο αν οι άλλες θρησκείες παρέμεναν στην χώρα. Κανείς δεν θα ήταν κάτοικός της, παρά μόνο αν ασπαζόταν τον καθολικισμό. Οι δύο κοπέλες στο άκουσμα αυτών των νέων, σηκώθηκαν αμέσως και βγήκαν έξω με κομμένη την ανάσα. Έπρεπε να γυρίσουν στο κάστρο χωρίς να σταματήσουν πουθενά. Το σκοτάδι τους όμως τους είχε προλάβει, έτσι ήταν αναγκαία η διαμονή τους έστω για ένα βράδυ στο πανδοχείο. Ευτυχώς η Λουίζ είχε προνοήσει και είχε πάρει λίγα χρήματα μαζί της για περίπτωση ανάγκης.

Λίγο πριν ανέβουν στο δωμάτιό τους, μπήκε μέσα μια επιβλητική φιγούρα, που δεν ήταν άλλη παρά εκείνου του καταδιωκόμενου άντρα. Ήταν χτυπημένος σοβαρά και το αίμα είχε ποτίσει το πουκάμισό του. Η Λουίζ κατάλαβε ότι αυτός ο άντρας δεν ήταν τυχαίος. Το παρουσιαστικό του, τα ρούχα του, το καπέλο του, όλα έδειχναν ότι ήταν πλούσιος και ευγενής. Αλλά πάλι γιατί να έτρεχε σαν κυνηγημένος;

Ο κάπηλος, ένας μεσήλικας χωρίς πολλά μαλλιά, με μία μεγάλη κοιλιά που την είχε αποκτήσει από το πολύ κρασί, στάθηκε μπροστά στον άντρα και χωρίς να τον ρωτήσει πολλά, του άπλωσε το χέρι για να τον βοηθήσει. Έμοιαζε να γνωρίζονται από παλιά. Οι δύο άντρες σιωπηλοί, μιλούσαν μόνο με τα μάτια, χώθηκαν στο μαγειρείο να μην τους δει κανείς.

«Άρχοντά μου, τι συμβαίνει; Ποιος σας χτύπησε έτσι;», ρώτησε με αγωνία ο κάπηλος.

Ο ψηλός άντρας κάθισε στην καρέκλα πιέζοντας με το χέρι του το τραύμα, σε μία προσπάθεια να σταματήσει το αίμα. Ίσα που πρόλαβε να του πει για τον λόγο της καταδίωξής του από τους στρατιώτες του βασιλιά. Ανήκε και αυτός στους ουγενότους του βασιλείου και ο σκοπός του ήταν μία συνάντηση με τον Λουδοβίκο, να του εξηγήσει, να τον παρακαλέσει να παραμείνει στην χώρα. Μάταια, καμία συνάντηση δεν είχε γίνει, αντίθετα είχε βρεθεί στα σκοτεινά μπουντρούμια, στα πιο ανήλεα, στα πιο άθλια και βρώμικα υπόγεια δωμάτια του βασιλείου. Ποιος; Αυτός που είχε σχεδιάσει και χαράξει τα πιο ωραία και περίτεχνα ταπισερί του κόσμου. Ο ίδιος ο βασιλιάς τον είχε διορίσει επίσημο σχεδιαστή στην κατασκευή των Gobelins.

Το όνομά του, Ντανιέλ Μαρό, βρισκόταν στα χείλη των ευγενών, όχι μόνο της Γαλλίας αλλά και της Αγγλίας και της Ολλανδίας. Τα έργα του θαυμαστά από όλον τον κόσμο. Μόνο ο βασιλιάς Ήλιος είχε την τύχη να απολαμβάνει τέτοια περίτεχνα υφαντά μοναδικής αξίας. Αλίμονο, έπρεπε να δεχτεί την μοίρα του και να πάρει τον δρόμο της εξορίας.

Ο Ντανιέλ έχασε τις αισθήσεις του και σωριάστηκε στο πάτωμα στο λεπτό. Ο κάπηλος βγήκε έξω και έκανε νόημα σε άλλους δύο να τον ακολουθήσουν. Ευτυχώς ήταν άνθρωποι της εμπιστοσύνης του, σήκωσαν τον άντρα και τον οδήγησαν από την πίσω πόρτα στον επάνω όροφο. Πού να τον κρύψουν όμως, σε λίγο θα έφταναν και οι στρατιώτες, σίγουρα θα τον έψαχναν και εκεί.

Η Λουίζ και η Νικολέτ ανέβηκαν και εκείνες επάνω. Στην άκρη της σκάλας συνάντησαν τους άντρες, αλλά η Λουίζ δεν φοβήθηκε καθόλου. Έδειξε θάρρος μαζί και με περιέργεια ρώτησε τι συμβαίνει. Ο κάπηλος μην έχοντας άλλη λύση, ζήτησε την βοήθειά της. Να κρύψει τον άντρα στο δωμάτιό της. Εκείνη συμφώνησε αμέσως, ο Ντανιέλ βρέθηκε ξαπλωμένος στο ξύλινο παλιό κρεβάτι, ενώ η Λουίζ ζήτησε τα απαραίτητα για να περιποιηθεί το τραύμα του. Αυτό κι αν δεν ήταν τύχη!

Με λίγο ζεστό νερό, καθαρές πετσέτες και απαλές κινήσεις, η Λουίζ κατάφερε να σταματήσει την αιμορραγία. Ο άντρας κοιμήθηκε βαθιά αφήνοντας έναν βαθύ αναστεναγμό. Η Λουίζ δεν έκλεισε μάτι όλη την νύχτα, έμεινε στο πλευρό του. Είχε καταφέρει να αποσπάσει τις πληροφορίες που ήθελε, έτσι όταν άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες ηλιαχτίδες, έστειλε την Νικολέτ στο κάστρο να φέρει βοήθεια. Θα τον έπαιρνε μαζί της και μάλιστα θα τον έκρυβε ακόμη και στο δωμάτιό της. Εκεί σίγουρα δεν θα τον έψαχνε κανείς. Μετά θα έβλεπε πώς θα χειριζόταν το όλο θέμα.

Η Νικολέτ σάστισε, ‘μάλλον τα έχει χαμένα η κυρά μου’, σκέφτηκε, αλλά έπρεπε να υπακούσει.

Ευτυχώς ο καιρός ήταν σύμμαχός της, ήταν μία μουντή φθινοπωρινή μέρα, αρκετή να περάσει απαρατήρητη, έτσι σιγά σιγά ξεκίνησε για το κάστρο αλλά με προσοχή. Κανείς δεν έπρεπε να αντιληφθεί το παραμικρό, ούτε την απουσία της κυράς της, μα ούτε και την παρουσία ενός ξένου άντρα.

Αργά το απόγευμα είχε επιστρέψει με τον επιστάτη, έβαλαν με προσοχή τον άντρα στο κάρο και αφού τον σκέπασαν με σανό και παλιά τσουβάλια, πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν μπήκαν από την μυστική είσοδο στο κάστρο και μετά από λίγο ο Ντανιέλ βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι της Λουίζ. Εκείνη είχε ξαποστάσει για λίγο στο ανάκλιντρο, ίσα που πρόλαβε να αλλάξει ρούχα και ο ύπνος της έκλεισε τα μάτια μονομιάς.

Το επόμενο πρωί ο άντρας ξύπνησε απότομα κι έριξε μια ματιά γύρω του. Αμέσως αναγνώρισε την ταπετσαρία, αφού την είχε επιμεληθεί ο ίδιος. Ακόμη θυμάται τον άντρα με τα πυκνά μαλλιά που του την είχε παραγγείλει. Ήταν ο δούκας του Milland και την είχε ζητήσει αποκλειστικά για την μονάκριβη κόρη του. Μα πώς βρέθηκε σε αυτό το δωμάτιο; Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν δύο ζεστά γυναικεία χέρια να τον περιποιούνται και να τον φροντίζουν. Έριξε μία ματιά στο βάθος και τα μάτια του έπεσαν στην κοπέλα του ανάκλιντρου. Την αναγνώρισε, ήταν εκείνη που είχε συναντήσει στο δάσος, ήταν η ίδια που τον είχε φροντίσει στο δωμάτιο του πανδοχείου. Αν και φορούσε τότε άλλα ρούχα, φτωχικά, η ομορφιά της ήταν τόσο ξεχωριστή, που και ένας τυφλός θα μπορούσε να την διακρίνει στα σκοτάδια του.

Έκανε να σηκωθεί, η Λουίζ ξύπνησε αμέσως και κίνησε προς το μέρος του άντρα.
«Σιγά, θα ανοίξει πάλι η πληγή σας, μην κάνετε απότομες κινήσεις, κρίμα είναι», του είπε με την γλυκιά φωνή της
«Θέλετε να μου πείτε πώς βρέθηκα εδώ ή μάλλον εσείς πώς βρεθήκατε σε ένα μέρος τόσο επικίνδυνο για μία γυναίκα;», την ρώτησε με απορία

Εκείνη του εξήγησε για το σκασιαρχείο της και σε λίγο χτύπησε το κουδούνι για να έρθει η μικρή Νικολέτ. Σε λίγη ώρα ένα εύγεστο πρωινό από αυγά, φρούτα και φρέσκο ψωμί βρισκόταν στο τραπέζι. Από εκείνη την ημέρα και για έναν μήνα ακόμη, η Λουίζ και ο Ντανιέλ απολάμβαναν ωραίες γεύσεις καθισμένοι ο ένας απέναντι από τον άλλο. Οι εντολές ήταν σαφείς, να μην την ενοχλεί κανείς, ήταν άρρωστη και δεν είχε διάθεση να δει κανέναν. Ευτυχώς ο πατέρας της έλειπε ταξίδι και έτσι δεν ήταν υποχρεωμένη να κάνει δημόσιες εμφανίσεις.

Τις πρώτες μέρες ήταν διστακτικοί οι δύο τους, η Λουίζ όμως ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει περίεργα, μόλις τον κοίταζε στα μάτια νόμιζε ότι το στομάχι της θα ανέβαινε στο στόμα. Ο Ντανιέλ δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του. Τα βέλη του έρωτα είχαν βρει τον στόχο τους, ευτυχώς ήταν αμοιβαίος.

Ο καιρός περνούσε και έπρεπε να φύγει πια. Ο δρόμος για την εξορία ήταν πια αναγκαστικά ανοικτός μπροστά του. Λίγες μέρες πριν φύγει, ζήτησε μερικά λευκά χαρτιά και μολύβια και άρχισε να σχεδιάζει. Κανείς δεν έπρεπε να δει τα σχέδιά του. Η Λουίζ μάταια του ζητούσε να ρίξει μια ματιά, στο τέλος μόνο της αποκάλυψε το έργο του. Μα ήταν εκείνη ντυμένη με τα πέπλα της, με τα μαλλιά της να πέφτουν ανέμελα στους ώμους, καθισμένη στα ανάκλιντρο ανάμεσα σε πολλά λουλούδια.

Μόλις το είδε έβγαλε μία μικρή κραυγή θαυμασμού, δεν ήταν μόνο εκείνη τόσο όμορφη, αλλά το πόσο περίτεχνα έδεναν τα σχέδια και τα χρώματα αρμονικά μεταξύ τους.

Ο Ντανιέλ έσκυψε και της έδωσε ένα απαλό φιλί στο στόμα.
«Θέλω να με θυμάσαι με αγάπη Λουίζ», της είπε κοιτώντας την στα μάτια. Πήρε τα χέρια της και τα τοποθέτησε στα χείλια του. Εκείνη νόμιζε ότι θα λιποθυμούσε πραγματικά αλλά δεν άφησε τα χέρια της να πέσουν από αυτά τα όμορφα, ζεστά χείλη. Ανταπέδωσε το φιλί με την σειρά της, ήταν η πρώτη της φορά που φιλούσε έναν άντρα. Έτσι την φανταζόταν εκείνη την στιγμή, σαν να είναι καλοκαίρι και το αεράκι που έρχεται από την θάλασσα να δροσίσει το κορμί της από την ζέστη. Αχ και να μπορούσε να κρατήσει αυτό το φιλί για πάντα!

Ο Ντανιέλ την έσφιξε στην αγκαλιά του τόσο σφικτά, να μπορούσε να την πάρει μαζί του στην Ολλανδία! Με το τρέμουλο βαθύ στο στήθος, έπιασε με τα δύο του χέρια το πρόσωπό της και αφού την κοίταξε βαθιά στα μάτια της είπε:
«Μon amour, αγάπη μου, καταλαβαίνεις ότι ήρθε τώρα η στιγμή να φύγω, γιατί αν καθίσω θα μοιάζω με τον χειρότερο εγκληματία του κόσμου. Δεν μπορώ με τίποτα να εκμεταλλευτώ την φιλοξενία που μου έδωσες τόσο καιρό»

Η Λουίζ προσπάθησε να τον μεταπείσει, μία βραδιά μόνο ζητούσε, να περάσουν μαζί σφιχταγκαλιασμένοι, να τους λούσει το φως του φεγγαριού, να μυρίσουν μαζί την μυρωδιά των λουλουδιών το πρωί, να ακούσουν μαζί το κελάϊδισμα των πουλιών.
«Μία νύχτα μόνο, σε παρακαλώ, μείνε και φεύγεις αύριο. Σου ορκίζομαι, πριν βγει ο ήλιος θα σε αφήσω να φύγεις», αυτά του είπε με την φωνή να τρέμει από συγκίνηση.

Ο Ντανιέλ την ποθούσε τόσο πολύ, λες και ήταν πρωτάρης στον έρωτα, σαν νεαρός που έχουν βγει τα μουστάκια του και θέλει να αντρέψει γρήγορα. Δεν ήταν η Λουίζ σαν τις άλλες νεαρές, εκείνη ήταν τόσο ντελικάτη, τόσο όμορφη, τόσο δροσερή. Αχ τα μάτια της τα γαλάζια, σαν τον ουρανό χωρίς σύννεφα, σαν την θάλασσα που είναι ήρεμη. Την πήρε στην αγκαλιά του και όλο το βράδυ τα κορμιά τους ήταν αχώριστα. Δύο ανάσες, ένα φιλί, ένα σμίξιμο.

Είχε πανσέληνο εκείνο το βράδυ, το φεγγάρι έμοιαζε σαν χρυσή πληγή στον ουρανό που απλώνει το φως του στα σκοτάδια, να το βλέπουν οι ψυχές και να σιωπούν. Μία νύχτα μόνο ήταν αρκετή για να αφήσει τα σημάδια του ο έρωτας σε δύο πεινασμένα κορμιά. Πώς να τον αφήσει να φύγει από την αγκαλιά της; Πώς να υποκύψουν στην μοίρα δύο άνθρωποι που αγαπιόνται τόσο;

Το επόμενο πρωί, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, ο Ντανιέλ βρισκόταν πάνω στο άλογό του, χάθηκε μέσα στο λιγοστό φως που έπεφτε ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων. Η Λουίζ έμεινε στο κρεβάτι να κοιτάζει το αραχνούφαντο ύφασμα με τα μάτια θολά από τα δάκρυα, παραμένοντας στο δωμάτιό της για καιρό. Πραγματικά ήταν άρρωστη αυτή την φορά, χωρίς κανένα ίχνος προσποίησης.

Όταν ήρθε το καλοκαίρι και άρχισαν οι πρώτες ζέστες, έλαβε ένα δέμα. Κατάλαβε ότι ήταν από εκείνον. Ήταν μία ταπετσαρία μοναδικής ομορφιάς. Αναγνώρισε τον εαυτό της όπως καθόταν στο ανάκλιντρο με τα μαλλιά ανέμελα να πέφτουν στους γυμνούς της ώμους ανάμεσα στα λουλούδια. Έτσι θα έμενε βαθιά στην καρδιά της η μοναδική νύχτα που πέρασε μαζί του, με το βαρύ, περίτεχνο υφαντό ύφασμα στον τοίχο να της θυμίζει το πόσο αγάπησε και αγαπήθηκε. Αυτό δεν ζητούσε εξάλλου; Έναν άντρα, ένα φιλί, μία αγκαλιά, μία βραδιά!

Δήμητρα Καμπόλη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading