“Η Ελλάδα διώχνει τα παιδιά της”, αυτό στριφογύριζε μέρες στο μυαλό του Στράτου, με το αίσθημα της απογοήτευσης να τον κυριεύει. Ίσως και να μετάνιωνε που δεν άκουγε τους γονείς του όταν έπρεπε και ήταν αδιάφορος για τα μαθήματα, χωρίς όνειρα για σπουδές. Όπου υπήρχε θέση εργασίας, πήγαινε. Και σε ταβέρνες και σε μπαράκια και σε καφετέριες και delivery. Μπορεί να μην ήταν μορφωμένος, αφού με το ζόρι περνούσε τις τάξεις και τελείωσε κακήν κακώς το λύκειο, αλλά είχε φιλότιμο, εντιμότητα και μπέσα. Δυστυχώς δεν του έβγαινε πάντα σε καλό, αν αναλογιστεί κανείς το πόσες δουλειές άλλαξε, αφού πολλά αφεντικά τον εκμεταλλεύτηκαν.
Περίμενε να περάσουν τα χρόνια κι έκανε υπομονή. Μέχρι που έφτασε στην ηλικία των είκοσι ενός, που θα μπορούσε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, να πάρει δίπλωμα οδήγησης Δ κατηγορίας, για λεωφορείο. Είχε ήδη Β κατηγορίας από όταν ενηλικιώθηκε και μόλις έκλεισε τα είκοσι ένα, έβγαλε το πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας (ΠΕΙ) επιβατών, που επιβαλλόταν. Οι γονείς του και η λατρεμένη του γιαγιά, τον στήριξαν οικονομικά για τις κινήσεις αυτές που απαιτούσαν πολλά έξοδα.
Όταν ανέβηκε πρώτη φορά στο αστικό, ως υπάλληλος, για δρομολόγια εντός πόλεως, η χαρά του ήταν απερίγραπτη. Ώρες, μετά το τέλος του ωραρίου του, γυάλιζε το όχημα. Πέρασε και από το σπίτι της γιαγιάς του, την πήρε με το αμάξι του μπαμπά του και την πήγε στο χώρο στάθμευσης του αστικού. Η γιαγιά του γεμάτη καμάρι τον έβλεπε στη θέση του οδηγού χαμογελαστό, να την προτρέπει να καθίσει από πίσω του. Από τον καθρέφτη, οι ματιές τους ακτινοβολούσαν αγάπη.
– Ψυχή μου, ανοιχτούς και καλούς δρόμους να έχεις, να προσέχεις τον εαυτό σου και τους επιβάτες σου.
– Ευχαριστώ πολύ, γιαγιά μου. Να ανέβεις μια μέρα, να σε έχω παρέα σε όλη τη διαδρομή.
– Ναι καρδιά μου, θα το κάνουμε.
Το όνειρο κράτησε τρεις μέρες. Την τέταρτη μέρα, σε έναν στενό δρόμο, με πολλά παρκαρισμένα αυτοκίνητα τριγύρω, θέλοντας να στρίψει στο φανάρι, λίγο τα εμπόδια, λίγο που δεν υπολόγισε καλά, λίγο η απειρία του, χτύπησε ένα Ι.Χ σταθμευμένο. Κοκάλωσε, χωρίς καν να μπορεί να αναπνεύσει. Σε κλάσματα δευτερολέπτου άρχισε να ακούει φωνές, βρισιές, απειλές. Έβλεπε έναν μεσήλικα έξαλλο, να κάνει χειρονομίες και να πλησιάζει στην πόρτα του απειλητικά. Πάτησε το κουμπί να ανοίξει η πόρτα και το τι άκουσε δεν λέγεται. Τι άχρηστο, τι ανίκανο, τι να αφήσει το τιμόνι αφού δεν κατέχει το άθλημα, τι κάθε χθεσινό τσουτσέκι παίρνει ένα τιμόνι στα χέρια του και όποιον πάρει ο χάρος… Δεν κατάφερε όχι μόνο να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά ούτε να βγάλει μιλιά. Ήταν σε κατάσταση σοκ. Το περιστατικό ανέλαβε η ασφαλιστική και όλα λύθηκαν, αφού όπως λέει η γνωστή ρήση, “οι λαμαρίνες φτιάχνονται”. Ο Στράτος όμως απολύθηκε, το όνειρο του γκρεμίστηκε και η ψυχολογία του ισοπεδώθηκε.
Το άλλοτε λατρεμένο του τιμόνι, τον απωθούσε. Τον παρακαλούσε η μαμά του να την πάει με το αυτοκίνητο να τελειώσει δουλειές ή μια βόλτα, χωρίς αποτέλεσμα. Έβαλαν και τα μεγάλα μέσα, την γιαγιά, χωρίς επιτυχία. Ήταν ανένδοτος, ένιωθε αποτυχημένος και δεν θα ξαναέπιανε τιμόνι.
Την λύση την σκηνοθέτησε η γιαγιά, που δεν άντεχε να τον βλέπει έτσι. Οι γονείς του εγγονού της έλειπαν στη δουλειά κι εκείνη, έδωσε την μεγαλύτερη παράσταση της ζωής της. Έκανε ότι ξαφνικά δεν ανέπνεε καλά, ότι πονούσε στο μέρος της καρδιάς κι ότι την προλάβαιναν δεν την προλάβαιναν. Ο Στράτος πανικόβλητος, πήρε το κινητό να καλέσει ασθενοφόρο και η γιαγιά του, υποκρινόμενη ότι ήταν τόσο άσχημα, με τον χρόνο να είναι πολύτιμος και του υπέδειξε να την πάει εκείνος στο νοσοκομείο. Ο νεαρός υπάκουσε, την βοήθησε να μπει στο αμάξι και έβαλε μπρος. Στη μισή διαδρομή, η γιαγιά, ανακτούσε σιγά σιγά την υγεία της, μέχρι που του έσκασε το παραμύθι.
– Ρε γιαγιά, αλήθεια τώρα; Με κοψοχόλιασες για να με κάνεις να οδηγήσω;
– Κάπως έπρεπε να επανέλθεις, παιδάκι μου.
– Να επανέλθω… όχι να με χάσετε! Αμάν ρε γιαγιά! Πήγα στον άλλο κόσμο και γύρισα από την αγωνία μου, που λες και συ όλη την ώρα!
– Το ίδιο παθαίνουμε οι γονείς σου κι εγώ τόσο καιρό που σε βλέπουμε να έχεις παραιτηθεί από τη ζωή.
Κοιτάχτηκαν, άναψε αλάρμ, σταμάτησε και αγκαλιάστηκαν.
Όλοι μαζί, σαν οικογένεια, πολύ καιρό έψαχναν ποια ήταν η καλύτερη λύση. Δυστυχώς στις πιο μικρές πόλεις, γνωρίζονται περισσότερο μεταξύ τους οι άνθρωποι και τα νέα διαδίδονται. Ντρεπόταν να ζητήσει δουλειά στα αστικά ξανά, μετά από αυτό που έγινε, αλλά και στο υπεραστικό ΚΤΕΛ. Υπήρχε η σκέψη να πάει για δίπλωμα γερανών, αλλά δεν θα συμμετείχε η ψυχή του σε αυτό και οι δικοί του ήθελαν να είναι ευτυχισμένος στον εργασιακό του χώρο. Έτσι πάρθηκε η απόφαση να φύγει στο εξωτερικό. Οι θέσεις εργασίας στους οδηγούς είχαν καλό μισθό, με αμειβόμενη την περίοδο εκπαίδευσης. Εκείνο το ξεχασμένο πτυχίο αγγλικών, που είχε βγάλει την ψυχή της μαμάς του για να το πάρει, το lower, θα χρειαζόταν να το αναβαθμίσει. Σε ένα χρόνο εντατικών μαθημάτων κατάφερε να πάρει το ανώτερο, το proficiency και αφού ήταν κανονισμένα όλα, ήταν έτοιμος να φύγει.
Η τελευταία νύχτα στο σπίτι ήταν δύσκολη. Το μοναχοπαίδι τους, ο λατρεμένος εγγονός, θα έφευγε μακριά. Για καλό, για να ανοίξει τα φτερά του, για να κάνει αυτό που αγαπούσε τόσο, αλλά… μακριά… στην ξενιτιά.
Δεν χόρταιναν τις αγκαλιές. Ο κόμπος στο λαιμό δεν έφευγε. Τα δάκρυα δεν στέρευαν. Οι υποσχέσεις για καθημερινή επικοινωνία με όλους τους τρόπους, βιντεοκλήσεις, μηνύματα, τηλέφωνα, δεν είχαν τελειωμό. Οι συμβουλές, “να τρως καλά, να προσέχεις στους δρόμους, να ντύνεσαι ζεστά, να κουβαλάς ομπρέλα, να φέρεσαι με αγάπη σε όλους, σα να έχεις απέναντί σου εμάς”, δίνονταν με λυγμό. Τα λόγια αγάπης “θα τα καταφέρεις, να πετάξεις ψηλά, να είσαι ευτυχισμένος με αυτό που θα κάνεις, να θυμάσαι ότι είμαστε περήφανοι για σένα και ότι σε λατρεύουμε”, από καρδιάς. Θέλανε να τον αφήσουν να κοιμηθεί, είχε μεγάλο ταξίδι μπροστά του, μα ο Στράτος δεν έφευγε από την αγκαλιά τους. Ήξερε πως και για κείνους, εκείνες οι τελευταίες στιγμές μαζί του, ήταν πολύτιμες.
Μια νύχτα μόνο… και μετά, απόσταση και μετά μοναξιά και μετά άδειες αγκαλιές. Θα ήταν για καλό, αυτό κρατούσαν φυλαχτό όλοι και περίμεναν αγκαλιασμένοι το ξημέρωμα, μεταγγίζοντας ο ένας στον άλλον αγάπη, νοιάξιμο, σκέψη και την υπόσχεση για το ταξίδι των τριών τους στην Αγγλία, όσο πιο σύντομα μπορούσαν.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
