Το δεύτερο ραντεβού

Μια νύχτα μόνο φτάνει για να καταλάβεις πολλά. Περισσότερα από όσα θα ήθελες. Για τον Δημήτρη όμως χρειάζονταν δύο νύχτες. Έτσι, ετοιμάστηκε για το πρώτο του ραντεβού με εκείνη την κοπέλα που γνώρισε μέσα από μια κοινωνική πλατφόρμα. Φαίνονταν να έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα. Τους άρεσε η καλή μουσική, τα βιβλία και οι γάτες. Τρία στα τρία πέτυχε και ανυπομονούσε πολύ να την γνωρίσει.

Πάντα πήγαινε νωρίτερα στα ραντεβού του. Ήθελε να δώσει την επιλογή στην κοπέλα να μπορεί να φύγει μόλις τον δει. Θα κέρδιζαν πολύτιμο χρόνο και οι δύο. Και του είχε συμβεί να ακούσει την πόρτα ενός εστιατορίου να ανοίγει, τακούνια να πηγαίνουν προς το μέρος του και να σταματούν. Ύστερα να φεύγουν και η πόρτα να ανοίγει και να κλείνει ξανά γρήγορα. Ήξερε ότι ήταν το ραντεβού του. Για αυτό καθόταν πάντα κοντά στην πόρτα.

Εκείνο το βράδυ, η Χριστίνα δεν έφυγε. Μπήκε στην καφετέρια και τον αναγνώρισε. Πλησίασε με το αέρινο φόρεμά της να ανεμίζει και τα κοσμήματα στα χέρια να κουδουνίζουν. Έκατσε στο τραπέζι και συστήθηκε ενθουσιασμένη. Ήταν καλός ο Δημήτρης. Ψηλός με ωραία ζυγωματικά, λίγο αξύριστος με ανέμελα μαλλιά αλλά περιποιημένος. Φορούσε ένα μπλε τζιν και λευκό πουκάμισο. Είχε κουμπώσει λάθος το τελευταίο κουμπί. Φορούσε αθλητικά και απαλό άρωμα. Το δικό της ήταν έντονο, γέμιζε τις αισθήσεις. Σταύρωσε τα πόδια και κοίταξε τα ψηλά της πέδιλα. Σκέφτηκε ότι άδικα τα φόρεσε εκείνο το βράδυ.

«Δεν βλέπεις καθόλου;», τον ρώτησε.

«Όχι, σου το είπα αυτό»

«Σκέφτηκα ότι ίσως έβλεπες λίγο. Σκιές για παράδειγμα. Έτσι έχω ακούσει»

«Κάποιοι, ναι. Εγώ, όχι», έσφιξε τα χείλη του.

Εκείνη μόρφασε. Ευτυχώς εκείνος δεν είδε την έκφρασή της. Ήταν πάντα ξεκάθαρος, πάντα ειλικρινής. Έδινε ακόμα και το προβάδισμα στις κοπέλες να φύγουν πριν κάτσουν στο τραπέζι μαζί του. Δεν ήθελε ούτε να χάνει τον χρόνο του ούτε να τον σπαταλάει. Να τον προσφέρει απλόχερα ήθελε σε εκείνη που θα εκτιμούσε τα χαρίσματά του και δεν θα στεκόταν σε τίποτα άλλο.

Η συζήτηση κύλησε όμορφα και η Χριστίνα έκανε αστεία και γελούσαν. Του είπε για τις σπουδές και τα ταξίδια της. Για τους φίλους και την οικογένειά της. Τον ρώτησε για την ζωή και τα ενδιαφέροντά του. Τον ρώτησε και τον λόγο που δεν βλέπει. Ο Δημήτρης απάντησε σε όλα, ακόμα και αν κάποιες από τις ερωτήσεις τον έκαναν να νιώσει άβολα και να θυμηθεί πράγματα που ήθελε να ξεχάσει. Ύστερα είπαν τι ζητάνε από έναν σύντροφο και πώς φαντάζονται το μέλλον. Στο τέλος, ο Δημήτρης ζήτησε τον λογαριασμό και πλήρωσε εκείνος. Της πρότεινε να βγουν και το επόμενο βράδυ σε ένα πολύ ωραίο, εκλεπτυσμένο εστιατόριο στο κέντρο και η Χριστίνα μόλις άκουσε το όνομα δέχτηκε με χαρά.

Αυτή τη φορά δεν φόρεσε τζιν και πουκάμισο. Έβγαλε το αγαπημένο του κοστούμι. Το επέβαλε η βραδιά άλλωστε. Το εστιατόριο που θα πήγαιναν ήταν από τα καλύτερα της πόλης και ήθελε να κάνει καλή εντύπωση. Πρόσεξε κάθε λεπτομέρεια στην εμφάνισή του. Και βγήκε ξανά στον αφιλόξενο δρόμο με την ελπίδα να φτάσει σώος όπως ευχόταν κάθε φορά.

Είχε αγωνία για το δεύτερο ραντεβού μα ήθελε να είναι συγκρατημένος. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που είχε απογοητευτεί. Πίστευε πάντα όμως ότι θα τα καταφέρει. Γιατί άξιζε την αγάπη και το ήξερε καλά. Είχε πολλά να προσφέρει, πολλά να μάθει και να ζήσει ακόμα. Κάθε φορά γινόταν και καλύτερος. Χωρίς να βλέπει, μπορούσε να ακούει περισσότερο. Κάτι που δεν το κάνουν όλοι.

Η Χριστίνα έφτασε μισή ώρα αργότερα στο εστιατόριο. Ακουγόταν διαφορετική. Δεν είχε τον χθεσινό ενθουσιασμό. Ζήτησε συγγνώμη που άργησε και έπιασε τον κατάλογο να παραγγείλει. Ο Δημήτρης δεν παρεξήγησε, αντίθετα είπε ψέματα πως και εκείνος άργησε για να μην την κάνει να νιώσει άσχημα. Άκουσε το παντελόνι της που τρίφτηκε στην καρέκλα. Πρέπει να φορούσε τζιν. Άκουσε ένα φερμουάρ να κατεβαίνει και κατάλαβε από τις κινήσεις που έκανε για να το βγάλει, ότι ήταν μπουφάν. Το πόδι της πάτησε στο πάτωμα και δεν ακούστηκε τακούνι όπως χτες. Είχε βάλει αθλητικά. Το άρωμά της δεν μπορούσε να το μυρίσει γιατί δεν είχε φορέσει. Ένιωσε μόνο μία ανάλαφρη ριπή αέρα από την αλογοουρά που είχε πιάσει τα μαλλιά της.

Έφαγαν σχεδόν αμίλητοι και μόνο εκείνος έκανε προσπάθεια να ανοίξει την κουβέντα. Ήξερε πολύ καλά τι είχε συμβεί. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μια γυναίκα νόμιζε ότι ένας τυφλός δεν καταλαβαίνει την διαφορά επειδή δεν την βλέπει. Μα για το ραντεβού τους θα ήταν η τελευταία. Την αποχαιρέτισε γλυκά, δεν κρατούσε κακία. Καταλάβαινε την ανάγκη μιας γυναίκας να δέχεται κομπλιμέντα. Να ετοιμάζεται, να στολίζεται, να κάνει τόσο κόπο και να μπορεί να απολαύσει το βλέμμα θαυμασμού του άντρα που την συνοδεύει. Και αυτό δεν θα μπορούσε να το έχει ποτέ καμία μαζί του με αυτό τον τρόπο. Μπορεί να μην έβλεπε, μπορούσε όμως να νιώσει απόλυτα με κάθε άλλη αίσθηση και να εκτιμήσει στο έπακρο εκείνη που είχε δίπλα του.

Δεν έχασε το θάρρος του και ακόμη ήλπιζε ότι κάποια μέρα θα έβρισκε την γυναίκα που θα πίστευε ότι άξιζε να είναι περιποιημένη δίπλα του. Γιατί με κάθε της κίνηση μπορούσε να καταλάβει πόσο όμορφη ήταν. Από τον ήχο που έκαναν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά, τα κοσμήματά της. Δεν μπορούσε να δει αλλά πάντα ήξερε. Και εκείνο το βράδυ, φύλαξε πίσω στην ντουλάπα το καλό του κοστούμι μέχρι την επόμενη φορά. Μέχρι την τελευταία φορά.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading