Ένα τραπέζι στον Νότο

Ένα τραπέζι κάπου στον Νότο, ήταν πάντα κρατημένο για την Νικόλ, μια τουρίστρια από την Αυστρία, που ερχόταν κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα για είκοσι συνεχόμενα χρόνια. Ο λόγος που ερχόταν, ήταν ένα μυστικό που μόνο εκείνη το ήξερε.

Την μικρή ταβέρνα πάνω στο κύμα την είχε ο Κωστής, ένας μόνιμα μουτρωμένος ντόπιος πενηντάρης. Το χαμόγελό του δεν το είχε δει ποτέ κανείς. Στους πελάτες μιλούσε σύντομα και κοφτά. Έκανε αυτήν την δουλειά από μικρό παιδί. Υπάλληλος ξεκίνησε στο μαγαζί και όταν βγήκε στην σύνταξη ο ιδιοκτήτης, έγινε αυτός το αφεντικό. Την αγαπούσε την δουλειά, ήταν όλη του η ζωή. Η συναναστροφή με τους πελάτες δεν ήταν το φόρτε του. Μεγάλωσε πολύ φτωχικά, δέκα αδέρφια ήταν όλα μαζί. Μόνο αυτός έμεινε στην πατρίδα, τα άλλα παιδιά έφυγαν στα ξένα και κάποια δεν κατάφεραν να επιβιώσουν. Δύσκολες εποχές, θέριζε η πείνα. Έτσι, όταν ήταν μικρός, τον έβγαλε ο δρόμος του μέχρι εκείνη την ταβέρνα να ζητήσει ένα κομμάτι ψωμί. Και τον λυπήθηκε ο συγχωρεμένος ο ιδιοκτήτης και τον πήρε στην δούλεψή του. Αλάφρωσε το σπίτι που είχε ένα στόμα λιγότερο να ταΐζει. Πόσα περισσότερα να έκανε η καημένη η μάνα του, εκείνη η ακούραστη γυναίκα με τα απαλά γαλανά μάτια που μόνο αγάπη είχε να δώσει σε όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως. Πόσα πέρασε στην ζωή της μόνο εκείνη ήξερε.

Στο τραπέζι της Νικόλ, υπήρχε πάντα ένα ποτήρι με βασιλικό. Ήταν το σημάδι ότι ήταν κρατημένο για εκείνη. Όλοι το ήξεραν και ο βοηθός του Κωστή στην κουζίνα και οι άλλοι πελάτες. Γιατί αν τύχαινε να πάει κάποιος άλλος να κάτσει, έβρισκε ένα σωρό δικαιολογίες ο Κωστής και τους έβαζε σε άλλο τραπέζι. Όλος ο Αύγουστος ήταν κλεισμένος γιατί ήταν ο μήνας της. Κάθε μεσημέρι εκεί, στο ίδιο τραπέζι.

«Τι θα πάρεις;» την ρώτησε και τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο πάτωμα.

«Ντάκο», είπε με σπαστά ελληνικά. Κάθε χρόνο μάθαινε και μερικές καινούργιες λέξεις. «Ψάρι. Φρέσκο», πρόσθεσε.

«Τι θα πιείς;»

«Ούζο», απάντησε μα φάνηκε περισσότερο σαν ερώτηση.

«Ρακί θα σου φέρω. Αμάν πια με το ούζο», αποφάσισε μόνος του, το σημείωσε στο τετράδιο και έφυγε.

Όταν επέστρεψε, είχε βάλει στον δίσκο και τηγανιτές πατάτες, μια φάβα και χοχλιούς μπουμπουριστούς.

«Ε… Δεν…»

«Ναι, δεν τα ζήτησες. Το ξέρω. Φάε να καρδαμώσεις που είσαι πετσί και κόκαλο»

Η Νικόλ δεν κατάλαβε λέξη. Κοίταξε το πιάτο με τους χοχλιούς και προσπάθησε να του εξηγήσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να το φάει αυτό.

«Δεν ξέρετε να τρώτε», βούτηξε το πιάτο και το πήρε πίσω.

Γύρισε αργότερα να δει αν χρειαζόταν κάτι άλλο. Όλα τα πιάτα ήταν άδεια. Τα μάζεψε ευχαριστημένος.

«Ωραίο το φρέσκο ψάρι, ε;», την ρώτησε και εκείνη κούνησε θετικά το κεφάλι.

«Άντε να πας στο καλό τώρα», σχεδόν την σήκωσε από το τραπέζι.

«Πάω θάλασσα σήμερα», του έδειξε την τσάντα της. «Έρθω βράδυ πάλι»

«Ναι, ναι. Το ξέρω. Λες και δεν έχει πουθενά αλλού να πας»

Η Νικόλ του χαμογέλασε αμήχανα και έφυγε. Και αυτός έμεινε ακίνητος να αναρωτιέται όπως κάθε φορά που την έβλεπε. Εκείνα τα μάτια της του ήταν τόσο γνώριμα, τόσο οικεία. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε περάσει η ώρα. Θα έφευγε να πάει να δει την μάνα του. Τα ογδόντα είχε φτάσει εκείνη η ακούραστη γυναίκα, που πια ο χρόνος και ο πόνος την είχαν καθηλώσει στο κρεβάτι.

Έφτασε στο πατρικό του και βρήκε την Ελένη, την κόρη του, να της κρατά παρέα. Είπε στον μπαμπά της ότι η γυναίκα που την προσέχει έφυγε μια ώρα πριν και δεν είχε καταφέρει να την ταΐσει.

«Έφερα σούπα, μάνα», έσκυψε από πάνω της και την φίλησε στο μέτωπο.

«Άλαδη;», του είπε σιγανά για να του θυμίσει ότι κρατά την νηστεία της Παναγίας.

«Ναι, δεν έβαλα λάδι. Αφού σου είπε και ο παπάς δεν είναι ανάγκη να κρατάς το αλάδωτο. Είσαι αγύριστο κεφάλι. Δεν καταλαβαίνω γιατί κάνεις τόσο αυστηρή νηστεία»

«Αυτός ξέρει», έδειξε με το δάχτυλό της τον ουρανό. «Αυτός και εγώ»

«Καλά, δεν σας πάω κόντρα. Μπορώ άλλωστε; Λενιώ, άντε, παιδί μου, να γυρίσεις στα διαβάσματά σου», χαιρέτισε την κόρη του και έκατσε στο κρεβάτι μπας και πείσει την μάνα του να φάει.

«Πώς τα πάει το παιδί;», ρώτησε η γιαγιά.

«Καλά. Θα το πάρει το πτυχίο»

«Και μετά πώς θα το σπουδάξουμε;»

«Μην το ‘χεις έγνοια. Θα βρω την λύση, μάνα. Έλα, άνοιξε το στόμα να φας δύο κουταλιές, τζάμπα στην έφτιαξα την σούπα;»

Έτσι, λίγο λίγο, κατάφερε ο Κωστής και έκανε την μάνα του να φάει το μισό πιάτο.

«Καλό να σου κάμει», την σκούπισε με μια πετσέτα και έπλυνε το πιάτο.

«Σε ευχαριστώ, γιε μου. Καλά είσαι εσύ; Σκεφτικός μου φαίνεσαι. Ίντα ‘χεις;»

Την κοίταξε στα μάτια, σε εκείνα τα απαλά γαλανά μάτια που μόνο αγάπη του είχαν δώσει. Σε εκείνα τα μάτια που θα τα αναγνώριζε παντού. Ξεφύσηξε και έβαλε το χέρι πάνω στο πόδι του. Της είπε πως δεν είχε τίποτα. Δεν είχε τίποτα ούτε εκείνη τη φορά. Γιατί δεν έβρισκε το θάρρος να της πει αυτό που φοβόταν η καρδιά του να παραδεχτεί.

«Πάλι εδώ;», της τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει.

«Γειά σου, Κωστής»

«Τι θα πάρεις;», έβγαλε το τετράδιο και το μολύβι και περίμενε από πάνω της.

«Λέω, καλαμαράκι…»

«Τηγανιτό, ψητό; Άσε, στην σχάρα θα στο κάνω, είναι φρέσκο», δεν την άφησε να ολοκληρώσει την πρότασή της. «Θα σου βάλω ντολμαδάκια και ανθούς να δεις νόστιμοι που είναι»

«Και πατάτες…»

«Ναι, να πάρεις κανένα κιλό, κοντεύει ο μήνας και δεν πήρες πράμα. Και τι θα πιείς; Άσε, θα σου φέρω το ούζο να σου φύγει η πεθυμιά»

«Σε ευχαριστώ», μουρμούρισε κατακόκκινη γιατί πάλι δεν κατάλαβε λέξη από όσα της είπε.

«Μα, να σε ρωτήσω. Εσύ έχεις παιδιά;»

«Έχω…», άνοιξε το μικρό λεξικό που είχε στην τσάντα της και έψαξε την λέξη. «Μια ανιψιά…», τον κοίταξε στα μάτια.

«Μάλιστα», πήγε πέρα δώθε αμήχανα. «Από την αδερφή σου;»

«Από τον αδερφό μου»

Ο Κωστής δεν είπε τίποτα. Έκανε μεταβολή και γύρισε στην κουζίνα. Έστειλε τον βοηθό να την σερβίρει. Ήταν σίγουρος πια. Μα δεν μπορούσε να πει τίποτα. Δεν μπορούσε να προσβάλει την μάνα του.

Το τελευταίο βράδυ πριν φύγει η Νικόλ, της έβαλε ο Κωστής στο τραπέζι μια μεγάλη ανθοδέσμη. Η γυναίκα έκατσε στην θέση της και κοίταξε τον ίδιο Αυγουστιάτικο ήλιο που έβλεπε να δύει μπροστά της τα τελευταία είκοσι χρόνια. Πήρε μια μεγάλη ανάσα λες και προσπάθησε να κρατήσει μέσα της όλα τα αρώματα της Κρήτης. Ήξερε ότι ήταν η τελευταία της χρόνια εκεί. Ήξερε ότι ήταν η τελευταία της νύχτα. Η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε.

«Ό,τι θες εσύ», του είπε μόλις εμφανίστηκε με το τετράδιο του για να πάρει την παραγγελία της. «Ό,τι θες εσύ, Κωστής»

Εκείνο το βράδυ, έβαλε όλη του την τέχνη και ετοίμασε το πιο πλούσιο τραπέζι για εκείνη. Τα ωραιότερα πιάτα άφησε μπροστά της. Οι μυρωδιές την μάγεψαν και έφαγε με πολλή όρεξη. Απόλαυσε το ούζο μπροστά από το ηλιοβασίλεμα. Ήταν ευγνώμων για όλα. Για κάθε ένα καλοκαίρι. Για τις ξέγνοιαστες στιγμές, την φιλοξενία, τους ντόπιους, το φαγητό, τον ήλιο, την θάλασσα. Για τον Κωστή.

Όταν έφτασε η ώρα να φύγει, δεν την άφησε ο Κωστής να πληρώσει. Το έκανε συχνά, μα εκείνο το βράδυ επέμενε. Διαφωνήσαν έντονα. Εκείνος στην γλώσσα του και εκείνη στην δική της. Η Νικόλ κρατήθηκε να μην δακρύσει. Έτσι φανταζόταν πως θα ήταν η ζωή τους.

«Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ, Κωστής»

Εκείνος της έκανε ένα νεύμα. Και το πρόσωπό του κοκκίνησε και τα μάτια του γλύκαναν. Και σαν να χαμογέλασε λίγο. Για πρώτη φορά.

Λίγους μήνες μετά, μόλις είχε ανοίξει ξανά για σεζόν, τον φώναξε ξαφνικά η κόρη του να πάει γρήγορα στο σπίτι. Έμεινε ο βοηθός στο πόδι του και ο Κωστής έτρεξε να προλάβει. Είχε έρθει η ώρα.

«Μάνα…», έσκυψε από πάνω της και την φίλησε στο μέτωπο όπως έκανε πάντα.

«Είχα εσένα τουλάχιστον». Αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια. Έφυγε γρήγορα και ήσυχα.

Ο Κωστής σκεφτόταν αυτήν την κουβέντα για καιρό. Ήταν ο μόνος που είχε μείνει πίσω να την φροντίζει. Τα αδέρφια του είχαν διασκορπιστεί στα πέρατα της γης. Μα αν εννοούσε κάτι άλλο; Αν μιλούσε για την Νικόλ; Πώς να της έλεγε ότι είχε καταλάβει πως υπήρχε ένα εξώγαμο παιδί; Πώς να έλεγε τέτοια κουβέντα στην μάνα του; Πώς να έδινε τέτοια πίκρα στην γυναίκα που έδωσε το αίμα της να τον μεγαλώσει; Θα πέθαινε μια ώρα αρχύτερα από την ντροπή της. Έτσι, έμεινε με αυτήν την εντύπωση, πως η Νικόλ ήταν ένα παιδί εκτός γάμου και για αυτό κράτησε κρυφή την ύπαρξη της η μάνα.

Τελείωνε ο Αύγουστος και η θέση της Νικόλ είχε μείνει άδεια όλον το μήνα. Το ποτήρι με τον βασιλικό ήταν πάνω στο τραπέζι και ο Κωστής δεν άφηνε κανέναν άλλον να καθίσει. Μάταια του έλεγαν να ανοίξει το τραπέζι να κάτσει ο κόσμος μη χάνει τους πελάτες. Αγύριστο κεφάλι.

Τελευταία μέρα του καλοκαιριού, εμφανίστηκε ένας άντρας με κοστούμι στο μαγαζί. Τον κοίταξαν όλοι παράξενα και αναρωτήθηκαν τι να ήθελε. Ο άγνωστος άντρας έδωσε στον Κωστή ένα γράμμα που φαινόταν επίσημο και του είπε πως θα περίμενε την απάντησή του.

Πήγε και έκατσε σε μίαν άκρη να το διαβάσει μόνος του.

«Αγαπητέ Κωστής,
Σου γράφω με την βοήθεια του δικηγόρου μου. Έμαθα για την μάνα. Λυπάμαι πολύ για την απώλειά σου. Συγχώρα την, Κωστής. Μου έγραφε συχνά. Με έβαλε να υποσχεθώ πως όσο ζει δεν θα πω τίποτα σε κανέναν. Είμαι η Νικολέτα. Ήμουν δίδυμη με την Αναστασία. Όταν πέθανε εκείνη, ήταν σαν να πέθανα και εγώ. Δεν με χωρούσε ο τόπος. Ζούσα σαν σκιά. Το έβλεπε η μάνα. Ήταν δύσκολες εποχές. Πονούσαμε. Υποφέραμε. Ήσουν μικρός, μα θα θυμάσαι πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα. Έτσι με έδωσε για υιοθεσία. Σε εσάς είπε ότι πέθανα και εγώ. Ίσως ντρεπόταν. Ίσως πίστευε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία μου. Ότι θα είχα μια καλύτερη ζωή μακριά. Έζησα όντως μια όμορφη ζωή. Αποφάσισα να έρχομαι τα καλοκαίρια στην πατρίδα για να σε βλέπω. Δυστυχώς τα υπόλοιπα αδέρφια δεν κατάφερα να τα γνωρίσω. Ευχαριστώ το Θεό όμως που γνώρισα εσένα. Και την κόρη σου. Είμαι άρρωστη, Κωστής. Πολλά χρόνια αντέχω σιωπηλά. Νομίζω ότι πια το τέλος πλησιάζει. Τώρα που έφυγε η μαμά ήθελα να σου πω την αλήθεια. Ελπίζω να καταφέρεις να με συγχωρέσεις και εμένα. Έπρεπε να κρατήσω την υπόσχεσή μου. Θα αφήσω το σπίτι που ζω στην Ελένη. Να το πουλήσει να σπουδάσει. Αυτή είναι η επιθυμία μου. Εύχομαι να το δεχτείς. Σε ευχαριστώ πολύ για όλα.
Με αγάπη,
η αδερφή σου»

«Λοιπόν;», πλησίασε ο άντρας που ακόμα περίμενε.

«Γιώργη!», φώναξε τον βοηθό του. «Κράτα το μαγαζί!»

«Τι έγινε; Πού πας;»

«Στην Αυστρία;»

«Πώς μωρέ; Κολυμπώντας; Εσύ δεν έχεις μπει ποτέ σε αεροπλάνο!»

«Κράτα το μαγαζί σου λέω. Εγώ φεύγω! Την απάντηση θα της την πω από κοντά!», είπε στον άντρα και πέταξε την ποδιά του στο πάτωμα.

Έτσι, σε λίγες ώρες, ο Κωστής ήταν για πρώτη φορά στον αέρα. Κρατούσε το γράμμα σφιχτά κολλημένο στον μπέτη του. Και όσο έβλεπε την γη να μικραίνει κάτω από τα πόδια του, τόσο μεγάλωνε ο ουρανός μέσα του. Ήταν η ώρα. Να συγχωρήσει την μάνα του. Και να αγκαλιάσει την Νικόλ. Εκείνη την τουρίστρια με τα απαλά γαλανά μάτια που επί είκοσι χρόνια ερχόταν στην Ελλάδα και στο μαγαζί του μόνο και μόνο για να μπορεί να τον βλέπει. Ακόμα κι αν δεν μπορούσε να του πει ποια ήταν. Ακόμα κι αν δεν τους έμενε πολύς χρόνος. Έστω και τώρα, θα αγκάλιαζε σφιχτά την αδερφή του.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading