Ένα πρόσωπο με μια μάσκα κολλημένη. Όχι γιατί είναι Απόκριες· ούτε γιατί φοβάται τις αρρώστιες. Φοβάται μονάχα την αλήθεια. Την κοιτάζει με αγάπη όταν εκείνη χαμογελά, μα κάποιες φορές, άθελά του, η μάσκα γλιστρά κι εκείνη αντικρίζει την οργή του. Τη συμπονάει όταν κλαίει, μα δεν είναι λίγες οι στιγμές που η μάσκα τρεμοπαίζει και φανερώνεται ένα χαμόγελο γεμάτο χαιρεκακία.
Α, ξέχασε — τα μάτια μένουν ακάλυπτα. Δεν διαβάζει άραγε το βλέμμα του; Όχι. Επιλέγει να μη το διαβάζει. Εθελοτυφλεί. Για εκείνη είναι το πιο όμορφο βλέμμα. Έχει βάθος — κι εκείνη λατρεύει να το εξερευνά, να σεργιανίζει στον κόσμο του, να τον αποκρυπτογραφεί. Κι έτσι γράφει στίχους, διηγήματα — όλα εμπνευσμένα από εκείνο το βλέμμα.
«Ξύπνησε» για λίγο ένα πρωί, όταν του έδωσε ένα τετράδιο με ποιήματα γραμμένα για εκείνον. Την κράτησε σφιχτά, την ευχαρίστησε. Της είπε πως δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτό το δώρο. Το επόμενο πρωί, καθώς περπατούσε στη γειτονιά, βρήκε το τετράδιο στα σκουπίδια. Το τετράδιο που κρατούσε όλα της τα αισθήματα. Ένα κομμάτι της ψυχής της. Κι εκείνη τη μέρα έμοιαζε σαν να πέταξε κι ένα κομμάτι της μαζί του. Μα υπήρχαν ακόμη πολλά κομμάτια της πιστά, αφοσιωμένα σε εκείνον. Κι έτσι συνέχισε να παλεύει για το «εμείς», ακόμη κι ελλιπής. Συνέχισε να γράφει — στα κρυφά πια, για να ξαλαφρώνει την ψυχή της. Μόνο που τώρα τα κομμάτια της κουβαλούσαν, εκτός από αγάπη, λίγο σκοτάδι, λίγο πόνο, λίγη καταχνιά. Δεν του αφιέρωσε ξανά ούτε στίχο.
Πέρασε καιρός μέχρι να ανέβουν στη συνείδησή της όλες εκείνες οι σιωπηλές διαπιστώσεις που κατοικούσαν στο ασυνείδητο. Να καταλάβει πως δεν μπορεί να δίνει μάχη για το «εμείς» όταν εκείνος στέκεται παθητικός και πίσω από τη μάσκα του κρύβεται λίγη ειρωνεία για τις μάχες της. Αποφάσισε να αποχωρήσει από τη ζωή του. Μα πρώτα ήθελε μια τελευταία νύχτα μαζί. Μια νύχτα μόνο. Να του δείξει πόσο σημαντικός υπήρξε. Πως θα μπορούσε να είναι για πάντα τα «πάντα» της, αν τολμούσε να αλλάξει — αν άφηνε επιτέλους τη μάσκα. Δεν περίμενε τίποτα. Ήθελε μονάχα να λυτρωθεί, δείχνοντάς του τα αληθινά της αισθήματα, που από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα θα ανήκαν μόνο στο χαρτί.
Ετοίμασε την πιο όμορφη ατμόσφαιρα. Εκείνος έδειξε χαρούμενος όταν την είδε — κι όμως εκείνη διέκρινε, πίσω από τη μάσκα του, μια σκιά ενόχλησης. Σαν να σκεφτόταν πως όλο αυτό ήταν κάπως παιδιάστικο, δίχως νόημα. Του έδωσε αγάπη και έρωτα όσο απόθεμα είχε ακόμη στην καρδιά της.
Και για λίγες στιγμές τον είδε να μαλακώνει. Να αφήνεται στο «εμείς». Να αφήνεται πίσω από τη μάσκα. Λίγες στιγμές — που την έκαναν να πιστέψει πως ίσως κάτι ένιωσε κι ο αληθινός του εαυτός. Λίγες στιγμές που θα γίνονταν παρηγοριά όταν θα ήταν πια μακριά του και όλα θα έμοιαζαν άδεια. Λίγες στιγμές που θα κρατούσε σαν θησαυρό — και ίσως να τις μεγαλοποιούσε λίγο όταν θα τις μετουσίωνε σε ποίηση.
Η νύχτα τελείωσε. Το πρωί του ανακοίνωσε την απόφασή της. Έδειξε να πληγώνεται — ακόμη και πίσω από τη μάσκα. Μα ποτέ δεν παραδέχτηκε τα λάθη του. Δεν ξανασυναντήθηκαν. Κι εκείνη, για πρώτη φορά, κοίταξε ένα βλέμμα χωρίς να εθελοτυφλεί. Το δικό της βλέμμα. Παρατήρησε πως κάτω από τα μάτια της υπήρχαν έντονοι μαύροι κύκλοι, από την κούραση που της είχε αφήσει ο αγώνας που έδινε τόσο καιρό με μία μάσκα. Για λίγο την κυρίευσαν οι σκέψεις μήπως τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν αλλιώς. Σκεφτόταν τις στιγμές που έδειξε αληθινά αισθήματα για εκείνη πίσω από τη μάσκα του, μήπως με την αγάπη της μπορούσε να τον αλλάξει. Μα μέσα της ήξερε πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει — πως πάντα θα υπερισχύει η σκιά πίσω από αυτή τη μάσκα. Κι έτσι αποφάσισε να ζήσει σε έναν κόσμο που, για αρχή, θα της φαινόταν κενός, γιατί έλειπε εκείνος.
Τα γραπτά της σιγά σιγά άλλαζαν. Δεν μιλούσε για ανθρώπους που φορούν μάσκες, μα για βλέμματα ανθρώπων που λοξοδρομούν τη στιγμή που η αλήθεια φανερώνεται μπροστά τους. Έπαψε να θρηνεί. Κράτησε μονάχα τα διδάγματα και μερικές όμορφες αναμνήσεις.
Ένα πρωί τον συνάντησε στη γειτονιά, εκεί κοντά στον κάδο όπου είχε πετάξει τα ποιήματά της. Έμοιαζε σαν το δέρμα του να είχε απορροφήσει πλήρως το υλικό της μάσκας· ήταν πλέον ένα. Με ένα χαμόγελο τη χαιρέτησε· κι ας μη φαινόταν η έκφρασή του πίσω από τη μάσκα, τον πρόδιδαν τα μάτια του… Σκοτεινά και οργισμένα. Κατάλαβε τότε πως πάντα το βλέμμα του έτσι ήταν, μα εκείνη, με την πλανεύτρα φαντασία της, έβλεπε κάτι άλλο πίσω από αυτό. Πια δεν εθελοτυφλούσε, αλλά δεν ένιωθε μήτε θυμό για εκείνον. Μονάχα μια ευγνωμοσύνη που πέρασε από τη ζωή της και την έμαθε να διακρίνει πρόσωπα πίσω από τις μάσκες, που την έμαθε να αποκρυπτογραφεί βλέμματα ανθρώπων. Λίγο της πήρε εκείνη την παιδική αθωότητα, που την είχε κρατήσει για χρόνια, παρότι ήταν μεγάλη όταν τον γνώρισε. Μα ήξερε πως σε αυτόν τον κόσμο δεν επιβιώνουν οι παιδικές ψυχές — οπότε είχε άλλον έναν λόγο να του είναι ευγνώμων.
Ιωάννα Χαντζαρά
