Ήταν 45 χρόνια που η κυρά Δέσποινα είχε χάσει τον άντρα της μια νύχτα που βγήκε με την βάρκα του στα ανοιχτά. Τον κατάπιε η θάλασσα και δεν τον ξανάδε άνθρωπος από τότε. Ένα άδειο μνήμα του έφτιαξε στο νεκροταφείο, να έχει έναν τόπο να πηγαίνει να θρηνεί.
Όλοι στο χωριό ήξεραν τον πόνο που σήκωνε αυτή η γυναίκα στην πλάτη της. Στα ογδόντα της περπατούσε με το κεφάλι ψηλά και το σώμα αλύγιστο. Στο κεφάλι είχε πάντα δεμένο άψογα το μαύρο μεταξένιο της μαντήλι. Το έδενε σφιχτά γύρω από το πρόσωπο και έκρυβε τελείως τα μαλλιά της. Μαύρα ρούχα φορούσε πάντα και τον χρυσό σταυρό κρεμασμένο στον λαιμό της. Κανένα άλλο κόσμημα δεν είχε. Μόνο την αξιοπρέπειά της.
Το μνήμα, αν και άδειο, το είχε πάντα περιποιημένο. Ήταν γνωστή για την καθαριότητά της, δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Και σήμερα πήγε για να αλλάξει τα λουλούδια, να αφήσει φρέσκα από τον κήπο της. Πρόσθεσε λάδι στο καντήλι και άναψε να λιβανίσει. Μύρισε ο τόπος γιασεμί. Κοίταξε την φωτογραφία του μακαρίτη. Το βλέμμα της άδειο, το πρόσωπο στεγνό. Δεν είχε άλλα δάκρυα πια να κλάψει.
Όποιος συναντούσε την κυρά Δέσποινα, κατέβαζε το κεφάλι από σεβασμό. Όλοι θαύμαζαν την χήρα που ζούσε σαν αγία τόσα χρόνια. Κάθε της βήμα ήταν προσεχτικό, την ματιά της δεν την χάριζε σε κανέναν. Μιλούσε αργά, χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά. Άλλον άντρα δεν τόλμησε ποτέ να κοιτάξει. Το πένθος είναι ιερό σε μια κλειστή κοινωνία. Η ζωή της ήταν μια θυσία για το χατίρι της αξιοπρέπειάς της.
Πλησίασε και έκατσε στο παγκάκι κάτω από ένα γέρικο δέντρο. Ο νοτιάς έλυσε το μεταξωτό μαντήλι και το έριξε στους ώμους της. Εκείνη το τύλιξε ξανά γύρω από το πρόσωπό της και το έδεσε πιο σφιχτά κάτω από το πιγούνι. Κοίταξε το μνήμα του άντρα της που δεν είχε τίποτα άλλο εκτός από το όνομά του.
«Γιάννη, τον λέγανε;»
Η κυρά Δέσποινα δεν σήκωσε τα μάτια της μόνο προσπάθησε να καταλάβει από την φωνή ποιος της μιλούσε.
«Ναι. Εσύ είσαι ο νέος δάσκαλος;»
«Σωστά. Εγώ είμαι. Και εσύ είσαι εκείνη η σπουδαία γυναίκα που άκουσα να λένε πως πενθεί σαν παλικάρι. Συγγνώμη που σε ενοχλώ, μα ήθελα πολύ να σε γνωρίσω»
«Δεν με ενοχλείς», του έκανε νόημα να κάτσει δίπλα της. «Αλλά να ξέρεις τι ακούς και τι γροικάς»
«Έχει διαφορά;»
«Φυσικά και έχει»
«Δεν είναι αλήθεια δηλαδή όσα λένε για εσένα;»
«Πράμα δεν είναι αλήθεια»
«Και γιατί τα λένε;»
«Γιατί αυτό βλέπουν. Γιατί αυτό τους άφησα εγώ να δουν»
«Και ποια είναι η αλήθεια, κυρά Δέσποινα;»
«Την αλήθεια την έθαψα εκεί μέσα», κοίταξε ξανά τον τάφο του άντρα της. Και ένιωσε εκείνη την στιγμή ότι είχε φτάσει η ώρα να την ξεθάψει.
45 χρόνια είχαν περάσει από την νύχτα που την εγκατέλειψε ο άντρας της. Σηκώθηκε και έφυγε σαν τον κλέφτη μέσα στο μαύρο σκοτάδι για μια μικρότερη γυναίκα. Της άφησε ένα γράμμα που τα εξηγούσε όλα. Ερωτεύτηκε. Μια άλλην γυναίκα. Καλύτερα να την μαχαίρωνε, λιγότερο θα την πονούσε. Της υποσχέθηκε ότι θα έφευγε για τα ξένα. Κανείς δεν θα τον έβλεπε ξανά, κανείς δεν θα μάθαινε την αλήθεια. Δεν θα την ντρόπιαζε στο χωριό που γεννήθηκε. Ήξερε πόσο κόστιζε η τιμή της.
«Πες πως πνίγηκα ή χάθηκα στο βουνό», το πρότεινε ο ίδιος, δική του ιδέα ήταν.
Έτσι, πριν βγει ο ήλιος, κατέβηκε η Δέσποινα στο λιμανάκι και έλυσε την βάρκα του Γιάννη να χαθεί στην θάλασσα. Γύρισε σπίτι να ξεθάψει από τις ντουλάπες τα μαύρα ρούχα, αυτά που θα φορούσε για την υπόλοιπη ζωή της. Και έπιασε στα χέρια της και το μεταξωτό της μαντήλι και χάιδεψε απαλά με αυτό το πρόσωπό της. Ένα κομμάτι ύφασμα που έγινε το σύμβολο της αγιότητάς της.
«Λοιπόν, τι έχεις να πεις τώρα; Είμαι ακόμα τόσο σπουδαία όσο νόμιζες;»
Ο δάσκαλος δεν μίλησε. Μόνο κούνησε το κεφάλι. Σαν να της έλεγε πως ακόμα και έτσι, ο σταυρός της ήταν μεγάλος.
«Δεν θα με κρίνεις;», τον ρώτησε και ξαφνικά θάμπωσαν τα μάτια της από τα δάκρυα και δεν έβλεπε τίποτα. Νόμιζε ότι δεν είχε άλλα πια, πως είχανε στερέψει.
«Προτίμησες την μοναξιά, από την κατακραυγή του κόσμου. Όχι, δεν θα σε κρίνω. Γιατί δεν έφταιγες εσύ. Εύχομαι μόνο να είχες διαλέξει την αλήθεια. Και να είχες ζήσει όπως ήθελες εσύ»
«Αλλού μεγαλωμένος είσαι, παιδί μου. Και δεν ξέρεις πώς έχουνε εδώ τα πράγματα»
«Ξέρω όμως ότι έφτιαξες δύο τάφους. Και μπήκες μόνη σου μέσα στον δικό σου. Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια… Δεν το ‘χεις μετανιώσει;»
«Όχι»
«Γιατί, κυρά Δέσποινα;»
«Γιατί έτσι αγόρασα τον σεβασμό τους»
Εκείνο το βράδυ, ο δάσκαλος μπήκε στο καφενείο και άκουσε να συζητούν ξανά για εκείνη. Κατέβασε το κεφάλι γιατί τώρα εκείνος ήξερε και την άλλη πλευρά της ιστορίας. Δεν είπε όμως ποτέ τίποτα σε κανέναν.
Εκείνο το βράδυ, η κυρά Δέσποινα κοιμήθηκε για πάντα καθισμένη σε εκείνο το παγκάκι κάτω από το γέρικο δέντρο. Μπροστά στον άδειο τάφο του άντρα της με το βλέμμα καρφωμένο στο όνομά του. Ο νοτιάς αγρίεψε και τα κατάφερε και έλυσε το μαύρο μεταξωτό μαντήλι από τα μαλλιά της και το πήρε επιτέλους μαζί του.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
