Τα γλαστράκια μου…

O,τι ποτίζεις μεγαλώνει και ανθίζει. Ριζώνει βαθιά και αναπτύσει μηχανισμούς «άμυνας» και τρόπους επιβίωσης…

Μας δίνονται πολλές γλάστρες κατά την διάρκεια της ζωής μας. Κάποιες τις περιποιούμαστε και τις καμαρώνουμε να ζωντανεύουν και να θεριεύουν μπροστά στα μάτια μας. Αλλες τις φροντίζουμε και φτάνει μια μέρα που ανακαλύπτουμε ότι μεγαλώσαμε ένα σαρκοβόρο φυτό που στην πρώτη ευκαιρεία μας δάγκωσε! Αλλες τις ξεχνάμε σε μια γωνιά, κάτω από τον καυτό ήλιο και γίνονται μούμιες… Ολες δικές μας είναι. Εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την διαχείρισή τους. Είμαστε υπεύθυνοι για την ζωή ή τον θάνατό τους.

Ξεκίνησα με πολλές γλάστρες στο μπαλκόνι μου. Κάποιες τις φύτεψα εγώ, κάποιες μου τις χάρισε η ζωή, κάποιες μου τις πήραν δώρο και κάποιες άλλες… δεν κατάλαβα ποτέ πώς βρέθηκαν εκει! ΟΛΟΙ ξεκινούν με πολλές γλάστρες. Και με πολύ νερό. Μεγάλη παγίδα αυτό! Είτε γιατί πιστεύεις ότι δεν θα στερέψει ποτέ, είτε γιατί νοιώθεις ότι θα κάνεις καλό «κουμάντο» στην διαχείρισή του, είτε γιατί σου δίνει την ψευδή βεβαιότητα ότι θα είναι πάντα εκεί όταν το χρειαστείς… Aσε που δεν ήσουν ποτέ καλή στη Χημεία. Οριακά θυμάσαι ότι το νερό μπορεί εύκολα να εξατμιστεί.

Και αρχίζεις την φροντίδα. Αρχικά καθημερινά. Απομακρύνεις τα ξερά φυλλαράκια, ποτίζεις, σκαλίζεις, ενισχύεις με «φάρμακο» όπου χρειαστεί. Σταδιακά αρχίζεις και αγνοείς κάποια από τα φυτά σου. Δείχνουν πιο ανθεκτικά. Τα καταφέρνουν. Θα την βρουν την άκρη τους… Τρεχεις εκεί που βλέπεις μεγαλύτερη ανάγκη. Ή εκεί που έχει περισσότερο νόημα να αφοσιωθείς. Και ελπίζεις. Ελπίζεις κάποιος να ρίχνει μια ματιά και σε εσένα. Να σε έχει στο νου του…

Διάλεξες σαν προτεραιότητα τα δύο μικρά γλαστράκια σου, που μόνο χώμα φάνηκαν να έχουν αρχικά. Πόσες αγκαλιές, προσευχές, δάκρυα και νερό – πολύ νερό- χρειάστηκε μέχρι να αρχίσεις να βλέπεις βλασταράκια! Και πόσο διαφορετικά βλασταράκια πετάξανε! Αλλαγή γλάστρας ΚΑΘΕ σεζόν. Μεγαλώνουν γρήγορα και γίνονται δέντρα! Λεπτός ο κορμός τους ακόμα, αλλά δέντρα!

Πρώτα βγήκε το πεύκο! Αγαπά το φως γι αυτό όλο και ψηλώνει. Στοχεύει πάντα ψηλά! Ανθεκτικό στην ξηρασία. Αειθαλές. Η ομορφιά του παραμένει εντυπωσιακή όλο το χρόνο! Σε αφήνει να πας όσο κοντά θέλει αυτό. Εχει τα αγκαθωτά του φύλλα και το ρετσίνι του για όπλα, για να κρύβει την ευαισθησία του, την τρυφερή του καρδιά και τα υγρά του ματάκια. Για να σου θυμίζει την κυριαρχία του στο παιχνίδι. Δεν είναι μόνο πεύκο. Είναι και Κριάρι! Σταδιακά ο κορμός του θα γίνει χοντρός και στιβαρός και το φύλλωμά του θα απλώσει να χαρίσει δροσιά και σκιά. Γύρω του μπορεί να αναπτυχθεί ένα ολόκληρο υγειές οικοσύστημα. Από μικρό το είχε αυτό το χάρισμα! Κάθε μέρα θα συγκεντρώνει γύρω του πουλάκια, μικρά και μεγάλα φυτά, ζουζούνια, ζωάκια, πεταλούδες, χρώματα, αρώματα (κυρίως)… τα πάντα! Πού και πού θα σου ρίχνει κανα κουκουνάρι στο κεφάλι, να σου θυμίζει την παιχνιδιάρικη συμπεριφορά και το χιούμορ του, χωρίς να σπάει ούτε ένα χαμόγελο, έτσι, για να σε «ψαρώσει»! Το πεύκο μου. Ο Κύρος μου.

Λίγο μετά ξεπρόβαλε και το πλατάνι μου! Αδύναμο αρχικά, μα μέσα μου ήξερα τι μπορεί να γίνει μεγαλώνοντας… Αρχισε να δένει το κορμάκι του και να αποκαλύπτει την ομορφιά του. Χρειάστηκε νερό. ΠΟΛΥ νερό. Πλατάνι είναι! Εδωσα από την δεξαμενή μου, όσο είχα. Στράγγιξα τα φύλλα μου, τις ρίζες μου, τα μάτια μου και «έδεσε». Εδεσε καλά! Αυτό είναι δέντρο φυλλοβόλο όμως. Οχι με τις εποχές, αλλά με τις διαθέσεις του. Αλλάζει και χρώμα στα φύλλα του πριν τα ρίξει, σαν μια μικρή «προειδοποίηση» για το τι μέλει να συμβεί. Μια μικρή προειδοποίηση για την ευαισθησία του και τον τρόπο σκέψης του. Χρειάζεται συχνά κλάδεμα, να του υπενθυμίζεις το σχήμα και την ομορφιά του… και αυτός μετά ανταποδίδει. Απλόχερα! Ξέρει πια ότι είναι αιωνόβιος και «παίζει» αδιάκοπα. Ο χρόνος δεν τον αγγίζει. Χαρίζει την σκιά και την δροσιά του σε όλους. Κανείς δεν εξαιρείται. Είναι πολύ σοφός. Αφήνει να περάσει το αεράκι ανάμεσα από τα φύλλα του και να σφυρίζει, έτσι που ακούγεται σαν να τραγουδά μικρό παιδί στο ντουζ! Απόλαυση και δροσιά μαζι! Ζωή! Το πλατάνι μου. Ο Ανέστης μου.

Και εκεί που στέκεσαι και καμαρώνεις και απολαμβάνεις, ξαφνικά κάτι δεν πάει καλά. Φαγούρα. Μα κάτσε, εγώ πότε ήπια τελευταία φορά νερό; Ξεραίνομαι. Οχι. Ξεράθηκα. Με την παραμικρή κίνηση κάθε κλαράκι σπάει. Με κούφιο ξερό ήχο και γίνεται σκόνη. Δεν έχω φύλλα πια. Μυρίζω μούχλα και αφροντισιά. Δεν μπορώ να θυμηθώ ΚΑΝ τι φυτό ήμουν πριν. Πριν γίνω αυτό το γκρι άχρωμο και οάοσμο πράγμα που βλέπω τώρα στον καθρέφτη μου.

Με ξέχασαν. Με ξέχασα πρώτη εγώ. Οι ρίζες μου έχουν ξεθαφτεί και μοιάζουν με τα άγρια λευκά μαλλιά που έκαναν την εμφάνισή τους στο κεφάλι μου τον Μάιο του ’15. Μα τι ειρωνία! Οι ρίζες να έρθουν στο κεφάλι! Γι’ αυτό κουνιέμαι… Κανείς δεν με είδε; Ενα υποστήλωμα ήθελα τότε. Κάπου να ακουμπήσω και λιγο νεράκι, μέχρι να ριζώσω πάλι. Ούτε εγώ με είδα; Η αλήθεια είναι πως δεν το «έμαθα» ποτέ αυτό. Δεν ήξερα καν ότι υπάρχει το αυτο-πότισμα. Νομιζα ότι όσο εγώ έχω το νου μου σε άλλα γλαστράκια, τόσο κάποιος θα έχει το νου του σε εμένα. Ναι καλα! Κοίτα που είμαστε τώρα…

Σκόνη. Το χώμα μου έχει μετατραπεί σε σκόνη και με το παραμικρό αεράκι φεύγει. Αδειάζω. Κούφωσα. Ελαφραίνω. Ελαφραίνω σαν φυτό και μέσα στο μυαλό μου νομίζω ότι αν κάνω το βάρος της γλάστρας «βάρος μου» θα αποκτήσω ξανά σταθερότητα και ενα νέο σημείο εκκίνησης. Βλακείες. Η πλήρης διάβρωση. Ξεραΐλα. Μα πώς ξεχάστηκα έτσι ρε γαμwto… και… πώς; Πώς βρέθηκα εδώ, στην άκρη άκρη της ταράτσας μακριά από τα άλλα γλαστράκια; Υποχωρώντας φυσικά. Υποχωρούσα στα σοβαρά. Βλέπεις δεν μπορώ τις σοβαρές εντάσεις. Δεν ξέρω να τις διαχειρίζομαι. Ακινητοποιούμαι.

Μεγάλωσα με καταιγίδες , με κεραυνούς και με ξεριζώματα. Εμαθα να εκτονώνομαι και να κάνω τη σπουδαία στα «μικρά» και στα ασήμαντα. Τα καθημερινά. Ανθισα κι εγώ κάποια στιγμή στο παρελθόν, φυσικά. Μπουμπούκιασα, λουλούδιασα, πρασίνισα, φούντωσα! Εχω υπάρξει όμορφη και καμαρωτή. Με ποτίσματα που δεν τους έδινα και πολύ σημασία, σαν να τα θεωρούσα δεδομένα πως θα είναι πάντα εδώ. Και εκεί, στα «πάνω» μου βρήκα και ταίρι. Το αγάπησα πολύ. Σιωπηλά αποφάσισα να υποχωρώ στα σοβαρά. Ετσι, μου έβγαιναν τα αγκάθια στα απλά. Στα καθημερινά…

Πήγα στην δική του ταράτσα. Είδα όοολα τα δικά του γλαστράκια που ήταν ήδη εκεί. Στην αρχή έστεκα όμορφη, δυνατή, φουντωτή στη μέση. Με μια μικρή έπαρση. Αισθανόμουν σπουδαία… Και άρχισε η καθημερινότητα και ο καθένας τη δουλειά του. Τα ποτίσματά του. Τις προτεραιότητές του. Αραγε πόσος καιρός είχε περάσει όταν ήδη είχα αρχίσει να μαραίνομαι; Το είδε κανείς; Εριξα όλο το είναι μου στα δεντράκια μου που μόλις είχαν αρχίσει να ξεμυτίζουν. Ολη τη σκέψη, την ενέργεια, τη διάθεση…

Το ταίρι πότιζε με όλο του το είναι τη δουλειά του. Τη δουλειά του και την οικογένειά του (όχι εμάς φυσικά!). Μεγάλωσε, άκμασε, έγινε το καμάρι του και η αυτοπραγμάτωσή του. Το βράδυ αργά, ξεκουραζόταν ανάμεσα στα δεντράκια μας, τα καμάρωνε, τους τραγουδούσε και με τον ήλιο πάλι πίσω. Στη δουλειά. Πότισμα, σκάλισμα, ξεβοτάνιασμα, ειδικές εγκαταστάσεις, εξοπλισμούς, καλωπισμούς, συντήρηση… συνεχώς και σχολαστικά. Ολη του η ενέργεια και όλο του το νερό εκεί. Παρόλο που παραμεγάλωνε αυτό το φυτό, το ταίρι ποτέ δεν ενοιωθε ότι είναι «αρκετό» . Ενα διαρκές κυνήγι απόδειξης της αξίας και του μόχθου. Μία διαρκής απουσία.

Αραγε είδε ποτέ ότι μαράθηκα; Πρόσεξε ότι περιμένοντας για λίγο νερό, λίγη προσοχή, λίγη φροντίδα άρχισα να συρρικνώνομαι; Ξέρω τι θα πεις. Δεν φταίει αυτός. Χέρια δεν είχες να απλώσεις; Να πιάσεις το λάστιχο μόνη σου; Να βγεις πιο έξω, στον ήλιο και τον καθαρό αέρα; Οχι. Στο είπα. Δεν είχα μάθει. Μεγάλη απογοήτευση.

Μεγάλη απογοήτευση και γι’ αυτόν όμως. Μεγάλη απογοήτευση, γιατί ανακάλυψε ότι δεν ήμουν «πλαστικό» διακοσμητικό φυτό. Με πήρε ολάνθιστη και φουντωτή και σκέφτηκε πως θα είμαι πάντα έτσι, από μόνη μου. Σκέφτηκε πως δεν έχω ανάγκη ούτε νερό, ούτε οξυγόνο, ούτε θάλασσα, ούτε τραγούδι, ούτε φίλους, ούτε αγκαλιά, ούτε μια απλή φωτογραφία να με βγάλει δίπλα στα δεντράκια μου που κόπιαζα καθημερινά ολομόναχη να συντηρήσω! Πλαστικό φυτό. Το πάμε και το φέρνουμε όπου χρειάζεται. Μένει ίδιο όσο κι αν το παραμελήσουμε. Πού και πού ρίχνω ένα ξεσκόνισμα, του παίρνω κι ένα σουβλάκι και βλέπουμε… Για νερό όμως, ούτε λόγος. Νομίζω ότι και ένα απλό «φτου σου κοπελιά» πού και πού θα αρκούσε… Ντρέπομαι που το λέω, αλλά ναι, θα ΜΟΥ αρκούσε, μια μικρή υγρασία θα την έφερνε.

Και πέρναγε ο καιρός. Ο καθένας φρόντιζε τις γλάστρες που είχε αναθέσει στον εαυτό του. Εγώ πότιζα και αρκετές που μου είχαν αναθέσει άλλοι, χωρίς να το καταλάβω… Και μόνο αυτές θεριεύανε. Οι άλλες μαραίνονταν, σκουριάζανε και πετιόντουσαν, να μην κάνουν και σημάδι στην ταράτσα! Εγώ με τα δεντράκια μου, που πλέον από την κούραση και την μονοτονία μου, από την μοναξιά και την ασημαντότητά μου, είχα «αλλάξει» και ως προς αυτά. Το ταίρι με την δουλειά του, με την οικογένειά του (Είπα. Οχι εμάς φυσικα), και με την δική του γλάστρα… Αλλαξε διατροφή, λιπάσματα, συνήθειες. Βρήκε χρόνο. Γι’ αυτόν. Γυμνάστηκε κιόλας! Από απλός κορμός, έγινε κορμάρα. Αλλαξε. Ικανοποιημένος πια με όσα έβλεπε γύρω του και επάνω του, όλα όσα συντηρούσε και φρόντιζε, γύρισε κάποια στιγμή και κοίταξε και πίσω του… «Ωπ! Εδώ είσαι εσύ…». Και τότε με είδε. Αν μπορούσε να με δει και καλά δηλαδή, γιατί η απόσταση είχε γίνει πια πολύ μεγάλη.

Ολα μου τα είπε. Οτι δεν ήμουν δίπλα του. Οτι δεν ένοιωθε την στήριξή μου. Οτι δεν βοήθησα σε τίποτα, δεν φάνηκα αντάξια σε όσα μου έδωσε (!)… και πόσα ακόμα. Τα άκουσα όλα με προσοχή. Σε μερικά ίσως και να του έδωσα δίκιο. Δεν ξέρω πώς να τα «δείξω» κάποια πράγματα. Νόμιζα πως φαίνονται μόνα τους. Πως μεταφέρονται με το συναίσθημα. Με το άγγιγμα. Α! Αυτό θα φταίει… Δεν ακουμπιόμασταν φυσικά! Από την αρχή! «Δεν τα χρειαζόμαστε αυτά εμεις. Είναι γελοιότητες», «Δεν χρειάζεται καν να καθόμαστε δίπλα δίπλα. Το ξερει ο κόσμος ότι ειμαστε μαζί», «Μην με πιάνεις, ζεσταίνομαι», «Κάνε πιο περα, στον σβέρκο μου θα κάτσεις;» … Ολα μου τα είπε και μου τα ξαναείπε. Ακόμα και ότι «θέλω να δω τι άλλο υπάρχει για εμένα εκεί έξω, σε άλλα μπαλκόνια, σε άλλες ταράτσες και εσύ με κρατάς εδω. Θέλω να ζήσω. Κοίτα πως έχεις γίνει»…

Ξέχασε να αναφέρει ότι όσο «έλειπε» σε δουλειές, ταξίδια, καφέδες, φαγητά, γήπεδα… ό,τι άφηνε πίσω του με κάποιο τρόπο μαγικό κατάφερνε να συντηρείται. Οχι απλά να συντηρείται, αλλά να διαπρέπει. Στα μάτια τρίτων μόνο, φυσικά… Σπίτι, παιδιά, δέντρα, φυντάνια, ψώνια, μαγειρέματα, διαβάσματα, βόλτες, παιδικά πάρτι, ξεχορταριάσματα, πλυσίματα, κουβαλήματα, σφουγγαρίσματα, λιπάσματα, κλάματα, διαμάχες, ισορροπίες, πέργκολες, ανακατατάξεις, καυγάδες, παιχνίδια, μπάνια, τραγούδια…. όλα! Όλα με ένα μικρό απόθεμα νερού, που σταδιακά έπαψε να βρίσκει τρόπο για ανεφοδιασμό. Ημουν λίγη τελικά. Ημουν λίγη τελικά; Με «τελεία» ή με «ερωτηματικο» να το γράψω τώρα αυτό…

Και τώρα;
Στεκόμαστε αντίκρυ από απόσταση και λέμε. Λέμε όσα έχουμε πει και ξαναπεί. Μάλλον δεν φτάνουν όμως τα λόγια μας στον απέναντι. Δεν ακούμε; Εγώ είμαι και τόσο άκρη που έχω και το μυαλό μου στο γκρέμισμα… Το εκούσιο. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Πώς έμεινα ξαφνικά μόνη, χοντρή, άνεργη και… στην άκρη; Βλέπω στα μάτια του πως αν δεν είχα τα δεντράκια μας, θα μου είχε δώσει ήδη μια κλωτσιά να φύγω από το οπτικό του πεδίο. Από τον ορίζοντα που ονειρεύεται, διαβάζοντας όλα αυτά τα αυτοβοηθητικά βιβλία και αποφθεύγματα. «Εσύ είσαι ο άντρας του εαυτού σου», «Βάλε στόχο και πάτα τους άλλους κάτω», «Ξύπνα νωρίς το πρωί και γίνε ο αρχηγός στο κοπάδι», «Κατούρα και λίγο…». Κι εγώ εκεί απέναντι να τρώω την κλωτσιά «έμμεσα». Να μην μπορώ να συγκεντρωθώ γιατί δεν μπορώ να το πιστέψω… Πώς γίνεται να σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ τι σκατά λουλούδι ήμουν πριν γίνω μούμια που εξαϋλώνεται; Πώς γίνεται να θεωρούσα ότι «όλα θα πάνε καλά» μόνο αν υποχωρώ, και σιγά σιγά χάσω την μνήμη και την ταυτότητά μου;
Πώς γίνεται να επένδυσα τόσο λάθος; Να επέτρεψα να μου πιει όλο το νερό από την κοινή μας γλάστρα και εγώ να διψάω στη σκιά του;

Λίγο νερό βρε παιδιά…

Κόρτα Νίνα

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading