-Κανείς δεν αφήνει τον Κάρολο! Καμιά γυναίκα δεν του έχει γυρίσει την πλάτη, ακούς!
Αυτά τα λόγια ηχούσαν στα αυτιά της Έλσας σαν την βαθιά ηχώ όταν η φωνή ακούγεται σαν αντίλαλος μέσα στην σπηλιά, αλλά εκείνη δεν δείλιασε καθόλου. Έκλεισε τα μάτια της για λίγο, πήρε μια βαθιά ανάσα και έστριψε δεξιά προς το δωμάτιο του παιδιού της που κοιμόνταν. Το ξύπνησε όπως όπως, το σήκωσε από το κρεβάτι, γέμισε ένα σακίδιο με τα απαραίτητα ρούχα του και αφού το έντυσε, πήρε την μικρή τσάντα της με μία δική της μόνο αλλαξιά, άνοιξε την πόρτα και έφυγε χωρίς να ρίξει έστω μια τελευταία ματιά.
Ο Κάρολος καθόταν άφωνος στην πολυθρόνα του με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα. Ήταν σίγουρος ότι σε δευτερόλεπτα θα άκουγε το κουδούνι να χτυπάει και θα ήταν πάλι εκείνη. Δεν θυμάται πόσες φορές είχε ζήσει την ίδια σκηνή. Από την αρχή της γνωριμίας τους και της κοινής τους ζωής, η Έλσα είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από εκείνον χωρίς επιτυχία. Από ποιόν; Από εκείνον που της προσέφερε τα “πάντα”: φαγητό, στέγη, δύο απαραίτητα στοιχεία για την καλή διαβίωση μιας γυναίκας. Κάποιες φορές και λίγος έρωτας ήταν αρκετός πραγματικά για να την κάνει ευτυχισμένη.
Η γνωριμία τους έγινε πριν δέκα χρόνια σε μία παρουσίαση του βιβλίου του, στη βιβλιοθήκη των Αθηνών. Ο Κάρολος ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων, ένας σπουδαίος συγγραφέας, ποιητής και στιχουργός. Διέθετε αυτό που λέμε αντρική γοητεία. Ψηλός, αθλητικός, με μαλλιά που είχαν γκριζάρει στους κροτάφους, με καστανά μάτια που σε ζάλιζαν όταν σε κοιτούσαν και με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. Όταν στάθηκε στο αναλόγιο για να παρουσιάσει με επιτυχία και αυτό του το έργο, τα μάτια του ξεχώρισαν αμέσως την νεαρή που βρισκόταν απέναντί του. Η Έλσα, φοιτήτρια της φιλοσοφικής, μόλις είκοσι χρόνων, διέθετε εκτός από μία ξεχωριστή ομορφιά, ένα ιδιαίτερο πνεύμα. Είχε μία πολύ καλή πένα και για αυτό δεν άφηνε να της ξεφύγει καμία εκδήλωση τέτοιου είδους. Είχε ακούσει τόσα για αυτόν τον πενηντάρη συγγραφέα, που μόνο επιτυχίες μέτραγε στο ενεργητικό του, έτσι δεν έχασε την ευκαιρία για να βρεθεί μία ανάσα από τα κοντά του. Ήθελε να ρουφήξει όλες τις λέξεις που έβγαιναν από τα χείλια του, τα σαρκώδη, που την αιχμαλώτισαν στο λεπτό. Μία μία λέξη που άκουγε, έμπαινε στο μυαλό της γρήγορα για να του κάνει κατάληψη.
Τελειώνοντας η παρουσίαση, ένιωσε τις παλάμες της να καίνε από το χειροκρότημα, ενώ τα μάγουλά της έγιναν κόκκινα σαν το ρόδι όταν εκείνος την κάρφωσε με τα μάτια του. Κατέβηκε από την σκηνή και προχώρησε προς το μέρος της. Κανείς άλλος δεν μέτραγε για εκείνον εκείνη την στιγμή.
– Βλέπω ότι σας ενθουσίασε η παρουσίαση, είστε πάντα τόσο αυθόρμητη; την ρώτησε χωρίς να πάρει ούτε λεπτό το βλέμμα του από πάνω της
Εκείνη απάντησε με φωνή γεμάτη σιγουριά ότι ήταν ό,τι καλύτερο είχε ακούσει μέχρι τώρα . Κανείς συγγραφέας, ούτε ξένος ούτε Έλληνας δεν είχε αγγίξει την ψυχή της.
-Μα ούτε ο Σαίξπηρ, ούτε ο Καβάφης, ούτε ο Καζαντζάκης; Τι να πω, με τιμάτε δεσποινίς… Για αυτό θα μου έκανε μεγάλη χαρά αν παρευρεθείτε στο δείπνο μετά.
Ούτε στα όνειρά της τέτοια τιμή.
-Φυσικά, θα είμαι εκεί!, απάντησε με ενθουσιασμό.
Σε δύο ώρες καθόταν δίπλα σε αυτόν τον άντρα για τον οποίο μιλούσε όλος ο κόσμος της λογοτεχνίας και όχι μόνο. Σίγουρα οι φίλες της δεν θα την πίστευαν, αλλά σιγά που αυτό την ένοιαζε. Οι κουβέντες που αντάλλαξαν έδειχναν δύο ανθρώπους που γνωρίζονταν από παλιά. Τέτοια ήταν η οικειότητά τους. Μία γνωριμία που μόνο τυχαία δεν θα την έλεγες. Μία γνωριμία μοιραία που σφράγισε την ζωή της Έλσας.
Μέχρι το τέλος της βδομάδας, τίποτα δεν θύμιζε την παλιά της ζωή. Η έλξη ήταν τόσο δυνατή, αμοιβαία, συναισθηματική και φυσικά σωματική.
-Μαζί μου θα γνωρίσεις σπουδαίους ανθρώπους του πνεύματος, μα το πιο σημαντικό, θα σε κάνω να νιώσεις πρωτόγνωρα συναισθήματα. με αυτά τα λόγια και με ένα παθιασμένο φιλί σφράγισε την σχέση τους. Η Έλσα μετακόμισε στο σπίτι του, ένα παλιό αρχοντικό στην Καστέλα με θέα τον Σαρωνικό.
Τα πρώτα δύο χρόνια κύλησαν τόσο όμορφα, με αγάπη και ατελείωτες ώρες στο κρεβάτι. Ο Κάρολος αποδείχτηκε ένας υπέροχος, τρυφερός, γλυκός άντρας. Η Έλσα τον είχε σαν Θεό, μόνο εκείνος μέτραγε στην ζωή της, για χάρη του παράτησε την σχολή γιατί ήθελε να του είναι απόλυτα αφοσιωμένη. Δεν υπήρχε επιθυμία ή σκέψη, πριν τις εκφράσουν τα χείλη, που δεν είχε πραγματοποιηθεί. Ο Κάρολος την πήγαινε στα καλύτερα εστιατόρια, την σύστησε στους σπουδαίους φίλους του, κάθονταν στις πρώτες θέσεις στα θεωρεία των θεάτρων. Εκείνου του άρεσε η ωραία και άνετη ζωή, ενώ εκείνη ζούσε το όνειρο της κάθε γυναίκας. Κάποιες φορές άκουγε λίγα ψιθυριστά ‘ααα αυτή είναι το καινούριο του παιχνίδι, για να δούμε πόσο θα αντέξει…’, αλλά δεν έδωσε σημασία. ‘Μάλλον θα μιλάνε για άλλον’, σκεφτόταν από μέσα της.
Μάταια οι γονείς και οι φίλοι της προσπαθούσαν να την συνεφέρουν, να την κάνουν να δει την πραγματικότητα, εκείνη όμως εθελοτυφλούσε. Πριν κλείσουν τα δύο χρόνια σχέσης, μία εγκυμοσύνη ήρθε να συμπληρώσει την ευτυχία της. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Ο Κάρολος έδειξε συγκρατημένα τον ενθουσιασμό του, θα γινόταν πατέρας. Όχι ότι ήταν στα σχέδιά του, αλλά κάποτε θα συνέβαινε και αυτό. Ήταν η εποχή που τελείωνε το νέο του βιβλίο και δεν ήθελε με τίποτα να έχει την προσοχή του στραμμένη αλλού. Για εκείνον τα έργα του ήταν τα παιδιά του, ποτέ δεν του είχε περάσει τέτοια ιδέα να γίνει και στα αλήθεια πατέρας.
Από εκείνη την ημέρα τα πράγματα άλλαξαν, ο Κάρολος περνούσε ώρες στο γραφείο του, σκέψεις γραμμένες στο χαρτί μέχρι να ολοκληρωθούν, έσβηνε, έγραφε. Είχε αλλάξει η διάθεσή του απότομα και από εκεί που ήταν ένας “τρυφερός” άντρας, μέσα σε δύο μήνες είχε μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο. Η Έλσα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία εγκυμοσύνη που δεν της ήταν εύκολη, μα το πιο σημαντικό, ένιωθε απέραντη μοναξιά. Πίστευε και έλπιζε στην συμπαράσταση του άντρα που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, αντιθέτως εκείνος έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο. Δεν άντεχε τις πιέσεις, τις ευθύνες, είχε συνηθίσει τόσα χρόνια να είναι το επίκεντρο της προσοχής και να που ήρθε μία γυναίκα και ένα μωρό να του την κλέψει. Είχε υπέρμετρες φιλοδοξίες, όχι μόνο να ξεχωρίσει στον κύκλο του, αλλά να μιλάει για αυτόν όλος ο κόσμος. Τι μεγάλη θυσία θα έπρεπε να κάνει σε αυτήν την ηλικία; Όχι, με τίποτα δεν θα υποχωρούσε. Η Έλσα έμοιαζε να μην τον ικανοποιεί πια. Το μόνο που έκανε ήταν να ξερνοβολάει και να περνάει ώρες στο κρεβάτι. Πως θα τον συνόδευε με την φουσκωμένη κοιλιά της στα πάρτι και στις συναθροίσεις; Όταν θα τελείωνε το βιβλίο του θα ξεφάντωνε μέχρι το πρωί. Ούτε που θα τον ένοιαζε αυτή η μικρή.
Πραγματικά, δεν πέρασαν τρεις μήνες, ο θρίαμβος ήταν δεδομένος, στην παρουσίαση του βιβλίου του η Έλσα έλειπε, τίποτα δεν θύμιζε την προηγούμενη, εκείνη ξαπλωμένη στο κρεβάτι, εκείνος να καρφώνει με τα μάτια του μία άλλη γυναικεία φιγούρα. Από εκείνη την βραδιά, ο Κάρολος περνούσε τα βράδια του εκτός σπιτιού, ενώ η Έλσα μάταια τον περίμενε. Τα καστανά της μάτια ήταν μόνιμα υγρά, τα χέρια της ιδρωμένα. Έτσι πέρασαν εννέα μήνες, μέχρι την μέρα που έφερε στον κόσμο την κόρη τους.
Ήταν ένα πρωινό του Ιουλίου, οι ζέστες είχαν ξεκινήσει και έκαναν την ζωή της πιο δύσκολη. Ο Κάρολος έλειπε σε μία εξόρμηση με το σκάφος του φίλου του στα γύρω νησιά. Φυσικά δεν ήταν ασυνόδευτος. Ούτε που τον ένοιαζε αν μάθαινε η Έλσα για την καινούρια του κατάκτηση.
-Θα κάνει καλό στην εικόνα μου, να με δουν και μερικοί συγγραφείς από την Αμερική, ίσως μία νέα θέση στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον να με περιμένει. Ποιος ξέρει… με αυτά τα λόγια την χαιρέτησε το προηγούμενο πρωινό, δίνοντάς της ένα γρήγορο φιλί στο μάγουλο.
Εκείνη έμεινε να κοιτάει το κενό καθισμένη στην βεράντα. ‘Φιλί στο μάγουλο, πάνε πια τα φιλιά στο στόμα’, σκέφτηκε μονομιάς. Πόσο άλλαξαν όλα τους τελευταίους μήνες…
Ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά στον ουρανό, η ζέστη αφόρητη. Η Έλσα είχε μείνει νηστική για ώρες, συγκινημένη, ταλαιπωρημένη την βρήκε το βράδυ. Λίγο πριν τις έντεκα έσπασαν τα νερά, ήταν μόνη και ανήμπορη. Μετά βίας μπόρεσε να καλέσει τους γονείς της. Όταν την πήγαν στο μαιευτήριο, είχαν αρχίσει οι πόνοι. Ταλαιπωρήθηκε για ώρες μέχρι να κρατήσει την κόρη της στην αγκαλιά της. Ήταν η πιο ευτυχισμένη και η πιο δυστυχισμένη στιγμή της ζωής της. Έλειπε εκείνος, πολύ απλά. Η μικρή ήταν ένα πανέμορφο μωρό με λίγα μαλλιά. Ήταν ίδιος ο πατέρας της. Μα λίγο την ένοιαζε σε ποιόν έμοιαζε, φτάνει που ήταν υγιής.
Ο Κάρολος έφτασε στο μαιευτήριο την επόμενη μέρα. Η αλήθεια ήταν ότι συγκινήθηκε αντικρύζοντας την μικρή. Την αγκάλιασε, την φίλησε στο μέτωπο κοιτώντας την Έλσα στα μάτια. Ήταν μία στιγμή αδυναμίας. Για λίγο εκείνη χαλάρωσε, ίσως να τον αλλάξει αυτό το μωρό, σκέφτηκε.
Πράγματι, οι επόμενοι μήνες δεν θύμιζαν τους προηγούμενους. Ο Κάρολος ήθελε να είναι χρήσιμος, να βρίσκεται στο πλάι των γυναικών του, να είναι το στήριγμά τους. Η Έλσα, αν και κουρασμένη και εξαντλημένη από τα ξενύχτια, άρχισε να προσέχει λίγο τον εαυτό της. Προσπαθούσε να είναι περιποιημένη όταν εκείνος επέστρεφε στο σπίτι, λίγο κραγιόν, λίγο άρωμα και ήταν έτοιμη να ξανακερδίσει την θέση της. Λίγα κιλά της είχαν μείνει από την εγκυμοσύνη, αλλά δεν έδειχνε να την ενοχλούν. Τα λόγια αγάπης που άκουσε από τα χείλια του ήταν αρκετά για να ξεχάσει το παρελθόν. Ο Κάρολος είχε αρχίσει το επόμενο βιβλίο του κάνοντας αναφορά και σε αυτήν. Κάποια σκίτσα της συμπλήρωσαν τις σελίδες του. Η Έλσα ήταν πανευτυχής. Το μωρό της μεγάλωνε και ήταν ίδιο εκείνος. Τα μάτια της, τα χείλια της, όλα τον θύμιζαν.
Όταν η μικρή χρόνισε, άρχισε πάλι η κατρακύλα. Το βιβλίο του έγινε best seller, προτάσεις από δύο πανεπιστήμια στην Αμερική ήρθαν και επισφράγισαν την επιτυχία. Φιλοδοξία, δόξα, χρήμα, αναγνώριση, τι άλλο να περιμένει πια. Ήταν το ίδιο βράδυ που η Έλσα του ανακοίνωσε μία νέα εγκυμοσύνη.
-Ααα, αυτό παραπάει! Και η καριέρα μου στην Αμερική; Δεν το αντέχω! Ένα φτάνει, δύο ποτέ! Μ’ ακούς; Να το ξεφορτωθείς γρήγορα.
Μα τι λόγια ήταν αυτά! Δεν το περίμενε ποτέ της, δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκα αλλά να ρίξει μωρό; Ούτε στα όνειρά της.
Από εκείνη την ημέρα ο Κάρολος επέστρεψε στις παλιές του συνήθειες, ξενύχτια, ποτό, βόλτες. Είχε μπει πάλι στο επίκεντρο των συζητήσεων, κουβέντες που αυτή την φορά έφταναν και στα αυτιά της Έλσας. Η στεναχώρια και η απογοήτευση τεράστιες, μέχρι που έφτασε στο σημείο να αποβάλει. Τελικά η φύση έδωσε την λύση. Η κατάθλιψη την κυρίευσε, μάταιες οι προσπάθειές της να ξαναβρεί τον εαυτό της. Οι μέρες κυλούσαν με την μικρή να μεγαλώνει, το ίδιο και η μητέρα της. Πλησίαζε τα τριάντα και έμοιαζε εξήντα. Άλλες δύο εγκυμοσύνες την βρήκαν, η αντίδραση ίδια. Το αποτέλεσμα δεν άλλαζε. Μέχρι που πήρε την απόφαση να τον αφήσει. Τι είχε να χάσει;
Πόσες ήταν οι φορές που τον απείλησε, που άνοιξε την πόρτα να φύγει; Ίσα που έφτανε μέχρι την γωνία με ένα μωρό στην αγκαλιά, χωρίς χρήματα, χωρίς στήριγμα. Δεν ήθελε να γυρίσει στο πατρικό της από φόβο ή ανάγκη. Ήταν και αυτός ο εγωισμός, χίλιες αρνητικές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της. Κάθε φορά που έκλεινε την πόρτα, εκείνος μέτραγε μέχρι το δέκα. Τόσο την έπαιρνε για να γυρίσει πίσω. Τότε ο Κάρολος την περίμενε καθισμένος στην πολυθρόνα του. Πάντα έσκαγε ένα χαμόγελο ικανοποίησης, ‘σου τα ‘λεγα εγώ’, της έλεγε. ‘Δεν μπορείς χωρίς εμένα. Με έχεις ανάγκη. Κι εγώ σε έχω ανάγκη αγάπη μου!’, με τέτοια λόγια παραπλανητικά την έριχνε. Τόσο εύκολα. Εκείνη τον πίστευε. Μέχρι να περάσει λίγος καιρός και να ξαναρχίσει τα ίδια.
Η μικρή έκλεινε τα δέκα, η Έλσα τα τριάντα τρία. Τίποτα δεν θύμιζε την όμορφη, ξένοιαστη κοπέλα. Την ημέρα των γενεθλίων της, πήρε την μεγάλη απόφαση. Να τον αφήσει για πάντα. Αντί να ανταλλάξουν φιλιά και ευχές, πικρά λόγια βγήκαν από το στόμα της. Εκείνος την άκουγε προσεκτικά, ήταν σίγουρος ότι πάλι θα έφευγε. Κάθισε στην πολυθρόνα του και περίμενε. Εκείνη του έριξε μία ματιά σαν να τον σκότωνε, ξύπνησε την κόρη της, πήρε μόνο τα απαραίτητα, άνοιξε την πόρτα και χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της έφυγε. Αυτήν την φορά θα ήταν για πάντα. Ούτε που την ένοιαζε αν είχε χρήματα. Χτύπησε την πόρτα του πατρικού της και μόλις η μητέρα της την άνοιξε, χώθηκε στην αγκαλιά της σαν μικρό παιδί.
Της πήρε έναν χρόνο για να αρχίσει να κυκλοφορεί. Αυτό που την έσωσε, εκτός από την αγάπη που εισέπραττε από τους γονείς της, ήταν η συγγραφή. Λίγες λέξεις ήταν αρκετές για να της θυμίσουν το πόσο ωραία έγραφε. Πόσο στρωτά έβγαιναν οι λέξεις από μέσα της. Το βιβλίο της, με τίτλο “Η Ζωή μου με τον Κάρολο”, είχε φυσικά έναν πρωταγωνιστή. Εκείνον. Πόσο νάρκισσος και τοξικός ήταν, με τι ευκολία μπορούσε να χειραγωγεί γυναίκες νέες σαν αυτή. Εκείνος προσπάθησε να εμποδίσει την κυκλοφορία του βιβλίου της, αλλά μάταια. Ευτυχώς υπήρχαν και γυναίκες εκδότριες που της στάθηκαν.
Στην παρουσίασή του, οι περισσότεροι βρέθηκαν από περιέργεια, όμως σύντομα αναγνώρισαν την αξία της. Το ένα βιβλίο έφερε το άλλο, η κόρη της ήταν για αυτήν πηγή έμπνευσης. Όλα της τα έργα είχαν γυναικεία θέματα, έτσι με αυτόν τον τρόπο βοήθησε και άλλες γυναίκες που βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με εκείνη.
Ο Κάρολος, στην παρουσίαση ενός βιβλίου του, γεύτηκε πάλι την επιτυχία. Απέναντί του μία κοπέλα νεαρή, με εξωτική ομορφιά κρεμόταν από τα χείλια του. Στο τέλος την πλησίασε και της έσφιξε δυνατά το χέρι. Εκείνη ένιωσε την καρδιά της να σπάει, τα μάγουλά της κοκκίνησαν από ντροπή.
-Θα μου δίνατε μεγάλη χαρά αν με συνοδεύατε στο δείπνο. Θα χαρώ να σας έχω δίπλα μου.
Η κοπέλα δεν πίστευε στα αυτιά της. Ήταν τόσο γοητευτικός, τόσο αρρενωπός, τόσο καθηλωτικός. Το βράδυ κύλησε γρήγορα, εκείνη ζούσε το όνειρο. Ο Κάρολος της έδωσε ένα απαλό φιλί στο στόμα και εκείνη ανταπέδωσε με πάθος.
-Μα θα μπορούσα να είμαι πατέρας σου, της είπε με ζεστή φωνή.
-Ναι, αλλά δεν είσαι. του απάντησε.
Από εκείνη την στιγμή, άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ζωή του, με το όνομα Λιζέτα. Τα παλιά ανήκαν στο παρελθόν, είχαν ήδη ξεθωριάσει. Εκείνος ζούσε με την καινούρια του μαριονέτα, ενώ η Έλσα βίωνε μία δεύτερη ζωή γεμάτη χρώμα, ελευθερία, αγάπη κυρίως για τον ίδιο της το εαυτό. Ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο δίνοντας διαλέξεις, σε μία από αυτές γνώρισε τον Ζοζέφ, έναν Γάλλο που λάτρευε την Ελλάδα. Λάτρεψε και την Έλσα, την πήρε κοντά του στο Παρίσι και έζησαν μαζί αρκετά χρόνια. Όσα της είχε στερήσει ο Κάρολος της τα έδωσε ο Ζοζέφ απλόχερα, αγάπη, συμπόνια, σεβασμό. Στην πόλη του φωτός, της δόθηκε η μεγάλη ευκαιρία να εξελιχθεί και άλλο, τα έργα της διδάσκονταν σε πολλές σχολές περνώντας το μήνυμα ότι δεν χρειάζεται να καταπιέζεις τον εαυτό σου για να αποδείξεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς, η αυτοκαταστροφή δεν οδηγεί πουθενά. Το μόνο που αξίζει είναι να αγαπάς και να εξελίσσεσαι θετικά, η αγάπη είναι ελευθερία και βοηθάει στο να κρατηθείς ζωντανή.
Δήμητρα Καμπόλη
